Οι άντρες εργαζόταν ως ραβδιστάδες, αλλά βοηθούσαν και στη μεταφορά των ελιών. Οι ραβδιστάδες έπιαναν δουλειά συνήθως γύρω στου Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου), με μοναδικό τους εργαλείο τις δέμπλες ή {ν}τέμπλες, ξύλινες βέργες από καστανιά. Το συνεργείο μετέφερε τα τσουβάλια στο ελαιοτριβείο. Αργότερα χρησιμοποιούσαν μπανούλες , πανιά στρωμένα γύρω από τα δέντρα, που διευκόλυναν τις μαζώχτρες να ξεχωρίσουν τις ελιές από τα φύλλα και τα κλαδάκια και να τις τοποθετήσουν σε καλάθια. Η εισαγωγή των διχτυών χρονολογείται μόλις από τη δεκαετία του 1970 . Οι ραβδιστές ανταγωνιζόνταν τις μαζώχτρες ποιος θα τελειώσει πιο γρήγορα. Ο ανταγωνισμός αυτός εκφραζόταν με παιχνίδια, τραγούδια, στιχάκια και αστεία που αντάλλασσαν μεταξύ τους με έντονες αναφορές στο φύλο τους. Ο ανταγωνισμός αυτός ευνοούνταν από τον ιδιοκτήτη του ελαιώνα, καθώς συνέβαλε στον ταχύτερο ρυθμό συλλογής και παράλληλα δημιουργούσε στα μέλη του ταιφά ευχάριστη διάθεση. Ο ταιφάς πληρωνόταν με μεροκάματο, το οποίο ανάλογα με την ειδικότητα {ραβδιστές και μαζώχτρες}, αλλά και με τις ικανότητες των εργατών . Για τα μεροκάματα της χρονιάς αποφάσιζαν οι μεγάλοι ελαιοκτηματίες.
