Το λάδι μεταφερόταν σε ασκούς από δέρμα αιγοπροβάτων και αργότερα σε μεταλλικά δοχεία, τις μπουλιορίδες, ή σε βαρέλια. Ο ελαιοπαραγωγός αφού πλήρωνε στον ιδιοκτήτη του ελαιοτριβείου τα προσυμφωνημένα εκθλιπτικά, αναλάμβανε να μεταφέρει το λάδι του στην αποθήκη του σπιτιού του ή καλούνταν επιτόπου ο λαδέμπορος και γινόταν η αγοροπωλησία του λαδιού. Τα δοχεία μεταφέρονταν με κάρο ή με μουλάρια. Μπορούσε, όμως ο ελαιοπαραγωγός να νοικιάσει πιθάρια του ελαιοτριβείου και να αποθηκεύσει το λάδι του εκεί΄
Τα <τσούμπια>
Τα τσούμπια ήταν βαριοί σάκοι από αιγότριχα. Αργότερα, άρχισαν να χρησιμοποιούνται τσουπιά από τζίβα, είδος χόρτου που εισαγόταν από <την Ανατολή>. Τα τελευταία χρόνια, τα τσουπιά κατασκευάζονται από πλαστικό. Τα τσουπιά υφαίνονταν σε τετράγωνες μαντίλες, τις οποίες έκαναν φακέλους που ράβονταν από τα πλάγια και μέσα τοποθετούσαν το χαμούρι, τον ελαιοπολτό. Με την αλλαγή των πιεστηρίων , κατασκευάστηκαν και στρογγυλά τσουπιά. Μέχρι το 1960 χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή τους μικροί ξύλινοι αργαλειοί {κρεβατές}, ενώ το 1961 εμφανίζεται ο πρώτος μεταλλικός αργαλειός. Τα τσουπιά κατασκευάζονταν στους τσουρχανάδες. Πολλές τέτοιες βιοτεχνίες υπήρχαν στην Αγιάσο της Λέσβου. Την εποχή της ακμής τους λειτουργούσαν 20 τέτοια μαγαζιά με περίπου 300 εργάτες, τα οποία τροφοδοτούσαν πολλά από τα ελαιοτριβεία του ελλαδικού χώρου. Επειδή στα εργαστήρια αττά εργαζόνταν άντρες και γυναίκες, σε μια εποχή όπου αποκλειόταν η συνύπαρξη ανδρών και γυναικών σε κοινωνικούς χώρους εκτός και αν ήταν συγγενείς, οι τσουρχανάδες είχαν κακή φήμη, ενώ η λέξη απέκτησε και τη σημασία χώρου με <ανήθικες> δραστηριότητες.
