admin3

ΠΕΤΡΟΣ Κ. ΣΑΜΣΑΡΗΣ

O ΟΜΙΛΟΣ «ΟΡΦΕΑΣ» ΣΕΡΡΩΝ

ΚΑΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΟΥ ΔΡΑΣΗ

ΣΤΟΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Εκδότης: Όμιλος «Ορφέας» Σερρών, 2015

 

 

flash Προβολή του βιβλίου

Ετικέτες

Μάχη των Οχυρών Ρούπελ

ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ ΣΤΕΝΩΠΟΥ ΡΟΥΠΕΛ 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Α. Η Βουλγαρία την 1η Μαρτίου 1941, προσεχώρησεν εις τον Άξονα ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ - ΙΤΑΛΙΑΣ και επέτρεψεν την κάθοδον των Γερμανών εντός του εδάφους της, έναντι του ανταλλάγματος της Ελληνικής περιοχής από της κοιλάδος του Στρυμόνος και ανατολικότερο, προς έξοδον της εις το Αιγαίον.

Β. Η Ελλάς από εξαμήνου εμάχετο εναντίον των Ιταλών εις την Β. Ήπειρον. Παρά το γεγονός αυτό, καίτοι το μείζον των Δυνάμεων είχεν εμπλακεί και διεξήγε ένα επιτυχή αγώνα εις Ήπειρον, η Ελλάς χωρίς δισταγμόν, πιστή εις τας παραδόσεις της, απεφάσισε να αμυνθή έναντι και των Γερμανών, οιαδήποτε και αν ήτο η θυσία.

Γ. Η διεξαχθείσα εις την περιοχήν της στενωπού Ρούπελ μάχη έγινε από 6 έως 10 Απριλίου 1941 και αποτελεί μέρος του διεξαχθέντος αγώνος κατά μήκος της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου.


2. ΔΙΑΤΑΞΙΣ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

Α. Γερμανικαί Δυνάμεις

1. Εις την Βουλγαρίαν είχον συγκεντρωθή αι Δυνάμεις της Δωδεκάτης Γερμανικής Στρατιάς, η οποία περιελάμβανε, το XVIII Ορεινόν Σώμα Στρατού, το ΧΧΧ Σώμα Στρατού, το XL Τεθωρακισμένου Σώμα Στρατού, την Πρώτην Τεθωρακισμένην Ομάδα (XI & XIV Σώματα), το XLI Τεθωρακισμένον Σώμα Στρατού και το L Σώμα Στρατού.

2. Οι παραταχθέντες έναντι των Ελληνικών δυνάμεων Γερμανικοί Σχηματισμοί ήσαν: 

α) το XVIII Ορεινόν Σώμα Στρατού με την 5ην Ορ. Μεραρχίαν εις την περιοχήν Πετριτσίου, την 6ην Ορ. Μεραρχίαν εις Μελένικον, την 2αν Τεθωρακισμένην Μεραρχίαν μετά του 125ου Ανεξάρτητου ενισχυμένου Συντάγματος Πεζικού εις περιοχήν Μαριανουπόλεως και την 72αν Μεραρχίαν Πεζικού εις περιοχήν Νευροκοπίου. 

β) Το ΧΧΧ Σώμα Στρατού με την 164η Μεραρχία Πεζικού εις περιοχήν Πασμακλή και την 50ην Μεραρχίαν Πεζικού εις περιοχήν Κριτζαλή. 

γ) Το XL Σώμα Στρατού με την 9η Τεθωρακισμένη Μεραρχίαν, την 73ην Μεραρχίαν Πεζικού και την Σημαιοφυλακήν SS Αδόλφου Χίτλερ εις την περιοχήν Ντουμπνίτσης. Το XL Σώμα ενήργησε αρχικώς προς ΣΚΟΠΙΑ και είτα εστράφη προς Πότον και επετέθη δια Μοναστηρίου εναντίον των Ελληνοβρεττανικών δυνάμεων. Εις XL Σώμα προσετέθη και η 5η Τεθωρακισμένη Μεραρχία. 

δ) Ως εφεδρεία της Δωδεκάτης Γερμανικής Στρατιάς, εις περιοχήν Φιλιππουπόλεως, διετίθεντο αι 46η και 76η Μεραρχίαι Πεζικού εκ των οποίων η μια δέον να θεωρηθή ότι ανήκε εις τας έναντι της Ελλάδος δρώσας δυνάμεις. 

ε) Συνολικώς οι Γερμανοί διέθεσαν εναντίον της Ελλάδος (3) Τεθωρακισμένας Μεραρχίας, (2) Ορεινάς Μεραρχίας, (4) Μεραρχίας Πεζικού και (1) Εφεδρικήν, (2) Ανεξάρτητα ενισχυμένα Συντάγματα αντιστοιχούντα προς μίαν Μηχανοκίνητον Μεραρχίαν τους μη Μεραρχιακούς Σχηματισμούς τριών Σωμάτων Στρατού και τον όγκον του Πυρ/κού, Μηχανικού και Αντιαεροπορικού της 12ης Στρατιάς. 

στ) Από πλευράς Αεροπορίας οι Γερμανοί διέθεσαν αρχικώς το VIII Σώμα Αεροπορίας όπερ διέθετεν 650 περίπου αεροσκάφη, άτινα ενισχύθηκαν δι' ετέρων 576 αεροσκαφών του 4ου Αεροπορικού Στόλου, ως και έτερα 168 αεροσκάφη της Χ Αεροπορικού Σώματος. 

3. Δια την διάνοιξιν της στενωπού Ρούπελ από Ρουπέσκο μέχρι Αγκίστρου διετέθη η 5η Ορεινή Μεραρχία και το 125ον Ανεξάρτητον Σύνταγμα. Ειδικώτερον, την επίθεσιν από Ρουπέσκο μέχρι Παληουρίωνες ανέλαβε η 5η Μεραρχία και εις Ρούπελ (Άγκιστρον) το 125ον ΣΠ ενισχυμένον δι' ενός Τάγματος Πεζικού της 5ης Μεραρχίας και ενός Τάγματος Μηχανικού. Το Σύνταγμα τούτο είχε χρησιμοποιηθή εναντίον της γραμμμής Μαζινώ εις την Γαλλίαν. Αι διατεθείσαι δυνάμεις υπεστηρίζοντο υπό (200) αεροσκαφών.


Β. Βουλγαρικαί Δυνάμεις

1. Την προκάλυψιν του Ελληνοβουλγαρικού μετώπου είχον αναλάβει οι Βούλγαροι δια της VII Μεραρχίας Πεζικού εις την περιοχήν Σβέτι - Βρατς της Χ Μεραρχίας Πεζικού εις περιοχήν Ντοσπάτ και της 1ης Μεραρχίας Πεζικού εις περιοχήν Πασμακλή. 

2. Αι Βουλγαρικαί Δυνάμεις δεν ενεπλάκησαν εις τον αγώνα.


Γ. Ελληνικαί Δυνάμεις

1. Την άμυνα της τοποθεσίας Μπέλες - Νέστος ποταμού είχον αναλάβει αι δυνάμεις του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) αι οποίαι είχον διατεθή ως ακολούθως: 

α) Η ΧΙΧ Μηχανοκίνητος Μεραρχία εις περιοχήν Κιλκίς 

β) Η ομάς Μεραρχιών, αποτελουμένη εκ της XVIII & XIV Μεραρχιών Πεζικού, με την XVIII Μεραρχίαν από το Τριεθνές έως Μπέλες μέχρι του Στρυμόνος και την XIV από Στρυμόνος μέχρι των δυτικών προσβάσεων του υψιπέδου Κάτω Νευροκοπίου. 

γ) Η VII Μεραρχία Πεζικού εις την περιοχήν Δράμας. 

δ) Η ταξιαρχία Νέστου εις την περιοχήν Ξάνθης. 

ε) Πλέον των ανωτέρω δυνάμεων υπήρχον (21) οχυρά ή συγκροτήματα οχυρών, της οχυρωμένης τοποθεσίας Μπέλες - Νέστος, επηνδρωμένα δια 8500 Αξ/κών και οπλιτών. 

στ) Συνολικώς αι παραταχθείσαι δυνάμεις ανήρχοντο εις μιαν Διοίκησιν Ομάδος Μεραρχιών, (3) Μεραρχίας Πεζικού, (1) Ταξιαρχίαν Πεζικού και (1) Μηχανοκίνητον Μεραρχίαν ηλαττωμένης δυνάμεως. Αι δυνάμεις αύται ήσαν τεταγμέναι εν πρώτω κλιμακίω άνευ στρατηγικής τινός εφεδρείας. 

ζ) Από πλευράς Αεροπορίας, η Ελληνική υφίστατο σχεδόν μόνο κατ' όνομα, λόγω των μεγάλων απωλειών τας οποίας υπέστη εις την Β. Ήπειρον και του βραδέως ρυθμού αντικαταστάσεως των αεροσκαφών και των ανταλλακτικών. Η Βρεττανική Αεροπορία διέθετε (80) μόνον αξιόμαχα αεροπλάνα. 


2. Την άμυνα της στενωπού Ρούπελ είχον αναλάβει: 

α) Δυτικώς του Στρυμόνος ποταμού, η XVIII Μεραρχία Πεζικού με Στρατηγείον εις Ν. Πετρίτσι δια των δυνάμεων του Υποτομέως Ούλακος, υπό τον Σχην (ΠΖ) Καρπενισιώτην Γεώργιον και με ΣΔ εις ΔΕΤΣΙΣΤΑΝ. Ο Υποτομεύς Ούλακος περιλάμβανε το Ι/70 Τάγμα Πεζικού, (4) Λόχους του 81ου και 91ου Συνταγμάτων, δύο Πεδινάς Πυροβολαρχίας των 75, δύο Πυρ/χίας των 6 δακτύλων των (3) πυροβόλων εξάστη, ουλαμόν των 85 μακρών, (4) αντιαρματικά περιπόλια με πεδινά των 75 και τα Οχυρά ΙΣΤΙΜΗΝΗ, ΚΕΛΚΑΓΙΑ, ΑΡΠΑΛΟΥΚΙ & ΠΑΛΗΟΥΡΙΩΝΕΣ, ήτοι συνολικώς (2) Τάγματα Πεζικού συν Λόχος και (24) πυροβόλα ως και τας Φρουράς των Οχυρών. 

β) Ανατολικώς του Στρυμόνος ποταμού η ΧΙV Μεραρχία Πεζικού με Στρατηγείον εις Σέρρας δια των δυνάμεων του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου υπό τον Σχην (ΠΖ) Ζησιμόπουλον Επαμεινώνδαν και με ΣΔ εις Σιδηρόκαστρον. Εις το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου υπείγοντο: 

1) Ο Δυτικός Υποτομεύς περιλαμβάνων το ΙΙ/81 Τάγμα Πεζικού, ένα Λόχον Προκαλύψεως και τα οχυρά ΡΟΥΠΕΛ και ΚΑΡΑΤΑΣ. 
2) Ο Κεντρικός Υποτομεύς περιλαμβάνων ένα Λόχον Πεζικού, ένα Λόχον Προκαλύψεως και το οχυρόν ΚΑΛΗΣ. 
3) Ο Ανατολικός υποτομεύς περιλαμβάνει το 41 Σύνταγμα Πεζικού, μείον Τάγμα και ένα Λόχον Προκαλύψεως. 
4) Συνολικώς το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου διέθετεν (3) Τάγματα Πεζικού και 64 πυροβόλα ως και τας φρουράς των οχυρών. ΡΟΥΠΕΛ, ΚΑΤΑΤΑΣ & ΚΑΛΗΣ.


3. ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ


6η Απριλίου 1941

1) Οχυρόν ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ (ΝΙΝΑΚΙ)

α) Η επίθεσις ήρχισε την 0830 επί της κατευθύνσεως ΤΟΠΟΛΝΙΤΣΑ - Φυλάκιον 148 - Φυλάκιον 147 - Υψ. 205.

β) Από 0730 έως 0830 το οχυρόν υφίσταται σφοδρότατον βομβαρδισμόν δια Πυροβολικού και Αεροπορίας ο οποίος εσυνεχίσθη κατά διαστήματα καθ' όλην την ημέραν. Ο εχθρός ανεχαιτίσθη προ της γραμμής των υψωμάτων 248 - ύψωμα 158.

γ) Πυροβόλα εφόδου κινούμενα επί ερπυστριών προσεπάθησαν να διεισδύσουν δια της παραλλήλως της Δυτικής όχθης του Στρυμόνος υπαρχούσης οδού, πλην όμως, ανεχαιτίσθησαν κατεστραφέντων τριών πυροβόλων εφόδου. 

δ) Καθ' όλην την ημέραν και την νύκτα συνεχίζονται αι προσπάθειαι των Γερμανών όπως διεισδύσουν και θέσουν πόδα επί του οχυρού, όλαι όμως αι απόπειραι τούτων ματαιούνται με σοβαρές απώλειες δια τους επιτεθεμένους.


2) Οχυρόν ΡΟΥΠΕΛ

α) Την 0515 εξεδηλώθη σφροδρός βομβαρδισμός δια Πυροβολικού, από δε της 0600 και δια αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως επερχομένων κατά κύματα 12-40 αεροσκαφών. 

β) Την 0600 ήρχισε η διάβασις του ποταμού ΜΠΙΣΤΡΙΤΣΑ υπό του 125 ΣΠ με το πρώτο Τάγμα επί της κατευθύνσεως ΚΟΥΛΑ-ΠΡΟΜΑΧΩΝ-ΡΟΥΠΕΛ και το δεύτερον Τάγμα επί της κατευθύνσεως ΝΟΒΟ ΧΟΤΖΟΒΟ - ΚΑΠΝΟΤΟΠΟΣ - ΚΑΠΙΝΑ (ΝΙΝΑΚΙ) τα οποία και προωθήθησαν μέχρι της αποστάσεως των 200 μέτρων προ των οχυρών. 

γ) Ο Λόχος Προκαλύψεως επιβραδύνας τον εχθρόν συνεπτύχθη Νοτίως ΚΑΠΙΝΑΣ. Η δε γέφυρα επί του ΜΠΙΣΤΡΙΤΣΑ ποταμού, μη καταστραφείσα υπό των τμημάτων προκαλύψεως, ανετινάχθη τελικώς δια ευστόχου βολής του Πυροβολικού.

δ) Μικρά τμήματα του εχθρού κατωρθώνουν να προσεγγίσουν την ΟΥΣΙΤΑ και να ανέλθουν επί του ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ, πλήν όμως εγένοντο αντιληπτά και εξουδετερώθησαν δια των πυρών.

ε) Ταυτοχρόνως (18) λέμβοι εφόδου εμφανίζονται κατερχόμεναι τον Στρυμόνα ποταμόν. Η προπομπός των εκ (3) λέμβων μεταφερουσών (14) οπλίτας υπό Αξ/κού ενεπλάκη εις το υπό την επιφάνειαν του ποταμού, συρμάτινον πλέγμα και καθηλώθη. Τα πληρώματα βληθέντα εκ της ΟΥΣΙΤΑΣ και των ΠΑΛΗΟΥΡΙΩΝΩΝ εφονεύθησαν ή επνίγησαν, αι δε λέμβοι εβυθίσθησαν. Ελάχιστοι διασωθέντες, καλυμβώντες συνενώθησαν μετά των προκεχωρημένων στοιχείων της Ι/125 Τάγματος. Αι λοιπαί λέμβοι ανέκρουσαν πρύμην.

στ) Το επιτιθέμενον ΙΙ/125 Τάγμα κατόρθωσε να διεισδύση μεταξύ ΡΟΥΠΕΛ και ΚΑΡΑΤΑΣ δια δυνάμεως Λοχου. Ο Λόχος απεδεκατίσθη τα δε υπολείμματά του κατηυθύνθησαν προς ΚΛΕΙΔΙ. Άλλοι δύο Λόχοι του αυτού Τάγματος, οι οποίοι ηκολούθουν τον αποδεκατισθέντα Λόχον, είχον την αυτήν τύχη, μικρά όμως τμήματά των κατόρθωσαν να διεισδύσουν και να κατευθύνουν προς το Ύψ. ΚΡΑΚΩΡ (ΤΣΟΥΚΑ). Οι λοιποί εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν. 

ζ) Το διεισδύσαν τμήμα ανήλθεν επί του Υψ. ΚΡΑΚΩΡ (ΤΣΟΥΚΑ) την 1200 ώραν και ήρχισεν να παρενοχλή δια πυρών το ημέτερον Πυροβολικόν, το οποίον ήτο τεταγμένον εις την περιοχήν ΚΛΕΙΔΙΟΥ. Οι διεισδύσαντες Γερμανοί κατέλαβαν το ΚΛΕΙΔΙ την 1600 ώραν και εσυνέχισαν να παρενοχλούν το πυροβολικόν και κατά την διάρκειαν της νύκτας.

η) Προς εκκαθάρισιν των διεισδυσάντων Γερμανών απεστάλη ουλαμός Πεζικού από το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου ως και Διμοιρία ελαφρών αρμάτων του 191 Μηχανοκίνητου Συντάγματος, πλην όμως δεν κατόρθωσαν να εκκαθαρίσουν το Γερμανικόν τμήμα. Εις την άμυναν των Γερμανών συνέτεινε και ο μόλις αφιχθείς επικαίρως 6ος Λόχος του ΙΙ/125 Τάγματος.

3) ΟΧΥΡΟΝ ΚΑΡΑΤΑΣ

Η εχθρική δράσις περιορίσθη εις βομβαρδισμούς δια πυροβολικού και αεροπλάνων.


4) ΟΧΥΡΟΝ ΚΑΛΗΣ

Υπέστη ένα μόνον βομβαρδισμόν από αέρος

5) Λοιπαί Δραστηριότητες

α) Την Νύκτα της 6 Απριλίου ο Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) ενέκρινε την σύμπτυξιν, πλην των φρουρών των οχυρών, της ΧVII Μεραρχίας εκ του ΜΠΕΛΕΣ εις την περιοχήν Νοτίως Στρυμόνος ποταμού περί το ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙΟΝ.

β) Διέταξε το ΙΙ/41 Τάγμα εις το ΑΧΛΑΔΟΧΩΡΙ να κινηθή και να καταλάβη το τμήμα της Ανατολικής όχθης του Στρυμόνος από την Γέφυρα Σιδηροκάστρου μέχρι ΡΟΥΠΕΛ.

γ) Αι απώλειαι του εχθρού υπήρξαν σοβαρώταται κατερρίφθησαν δε (3) αεροπλάνα από το αντιαεροπορικόν πυροβόλον του οχυρού ΟΥΣΙΤΑ.


7η Απριλίου 1941

1) Οχυρόν ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ

Ουδεμία σοβαρά εχθρική ενέργεια εξεδηλώθη καθ'όλην την ημέραν πλην ανταλλαγής πυρών αυτομάτων όπλων και διαλειπόντων βομβαρδισμών μικράς εντάσεως από αέρος.


2) Οχυρόν ΡΟΥΠΕΛ

α) Την 0545 εκδηλούται σφοδρός βομβαρδισμός δια πυροβολικού και αλλεπάληλων σμηνών 30-40 αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως με κυρία προσπάθεια προς το κέντρον αντιστάσεως ΚΑΠΙΝΑ. Επακολουθούν αλλεπάλληλαι επιθέσεις μέχρι την νύκτα με σοβαρές απώλειες δια τον εχθρόν και χωρίς ούτος να κατορθώση να παραβιάση την τοποθεσίαν.

β) Δια την εκκαθάρισιν των Γερμανών εις την περιοχήν ΚΛΕΙΔΙ εκινήθησαν τας πρωϊνάς ώρας, εκτός του από της προηγουμένης διατεθέντος ουλαμού Πεζικού και έτερα τμήματα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου δυνάμεως περίπου δύο Λόχων, ενισχυθέντα και δι' ανδρών των δύο πυροβολαρχιών του ΚΡΑΚΩΡ. Οι επιδρομείς καταδιωκόμενοι εκ διαφόρων κατευθύνσεων και διαρκώς αποδεκατιζόμενοι, συνεκεντρώθησαν επί του υψώματος ΓΚΟΛΙΑΜΑ ένθα και οργάνωσαν κυκλικήν άμυνα. Η αποσταλείσα από της εσπέρας της προηγουμένης διμοιρίας αρμάτων δεν εχρησιμοποιήθη λόγω ακαταλληλότητος του εδάφους και την πρωϊαν επανήλθε εις την Μονάδα του. Κατά την διάρκειαν της ημέρας, οι Γερμανοί επί ΓΚΟΛΙΑΜΑΣ ανεφοδιάσθησαν από αέρος εις τρόφιμα, πυρομαχικά και υγειονομικόν υλικόν.

γ) Το ΙΙ/41 Τάγμα επιτεθέν από ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΟΥ προς ΓΚΟΛΙΑΜΑ (ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥΜΠΑ) την 1630 καθηλώθη εις απόστασιν 300 μέτρων από της κορυφής του υψ. ΓΚΟΛΙΑΜΑΣ.

δ) Το ΙΙΙ/41 Τάγμα δια επιθετικής ενεργείας από την περιοχήν Λόφου Λουτρών κατόρθωσε να εκδιώξη τα εχθρικά τμήματα και να εγκατασταθή από τους αυχένος μεταξύ ΓΚΟΛΙΑΜΑΣ (Μ. ΤΟΥΜΠΑ) και Λόφον ΛΟΥΤΡΩΝ και νοτιότερα.


3) Οχυρόν ΚΑΡΑΤΑΣ

Εβομβαρδίσθη κατά διαστήματα από αέρος και συνέλαβε δια των πυρών του εις τον αγώνα του ΡΟΥΠΕΛ.


4) Οχυρόν ΚΑΛΗΣ

Ουδεμίαν ενόχλησιν υπέστη.


5) Λοιπαί Δραστηριότητες

α) Κατά την διάρκειαν της 7ης Απριλίου ο εχθρός κατέλαβεν τα οχυρά ΙΣΤΙΜΠΕΗ - ΚΕΛΚΑΓΙΑ και ΑΡΠΑΛΟΥΚΙ και παρέκαμψε το οχυρόν ΠΟΠΟΤΑΙΒΙΤΣΑ.

β) Διετέθη το ΙΙ/91 Τάγμα εις Συγκρότημα Σιδηροκάστρου υπό της XVIII Μεραρχίας. Η δε XVIII Μεραρχία μετά την σύμπτυξίν της Νοτίως Στρυμόνος ανετίναξεν τας γεφύρας ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙΟΥ και την Σιδηροδρομικήν και οδικήν ΠΕΤΡΙΤΣΙΟΥ.


8η Απριλίου 1941

1) Οχυρόν ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ

α) Ο αγών εσυνεχίσθη με την αυτήν έντασιν, αλλά, χωρίς αποτέλεσμα παρά τας επιμόνους προσπαθείας των Γερμανών.

β) Οι Γερμανοί μετά την εκπόρθησιν των οχυρών ΙΣΤΙΜΠΕΗ, ΚΕΛΚΑΓΙΑ και ΑΡΠΑΛΟΥΚΙ, ήρχισαν να επιτίθενται εναντίον του οχυρού ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ και εκ της περιοχής ΒΑΣΑΝΟ. Τας νυκτερινάς ώρας εχθρικά τμήματα κατόρθωσαν να διεισδύσουν μεταξύ του Υψ. 368 - Υψ. 224 και να καταλάβουν θέσεις νοτίως του Υψ. 368, χωρίς τελικώς να κατορθώσουν να εκπορθήσουν το οχυρόν.

γ) Το επί ΓΚΟΛΙΑΜΑΣ (Μ. ΤΟΥΜΠΑ) Γερμανικόν τμήμα τη βοηθεία πυροβολικού και αεροπορίας ως και πυροβολικού ταχθέντος Δυτικώς του Στρυμόνος κατόρθωσε να αποκρούση επιτυχώς τας Ελληνικάς προσπαθείας εξουδετερώσεώς του.

δ) Η Διοίκησις του 41 Συντάγματος μετά των δύο Ταγμάτων του, τα οποία ανεπιτυχώς προσεπάθησαν την προηγουμένην να εκδιώξουν τους διεισδύσαντες Γερμανούς επί ΓΚΟΛΙΑΜΑΣ (Μ. ΤΟΥΜΠΑ) διετάχθησαν να επανέλθουν, το ΙΙ/41 Τάγμα εις ΑΧΛΑΔΟΧΩΡΙ και ΙΙΙ/41 Τάγμα ως εφεδρεία εις ΜΕΤΑΛΛΟΝ. Εις αντικατάστασιν των, η Ομάς Μεραρχιών διέθεσεν το ΙΙΙ/81 Τάγμα της XVIII Μεραρχίας.

ε) Το 41 Σύνταγμα εκινήθη την 0445 προς ΑΧΛΑΔΟΧΩΡΙ, υφιστάμενον δε καθ' όλην την ημεραν βομβαρδισμούς από αέρος, αφίχθη τας απογευματινάς ώρας εις ΚΑΠΝΟΦΥΤΟΝ, όπου και πάλιν διετάχθη όπως επανέλθη εις περιοχήν Σιδηροκάστρου. Προς τον σκοπόν τούτον, διετέθη μικρός αριθμός οχημάτων και ούτω κατέστη δυνατή η επάνοδος του την νύκτα της 8ης προς 9ην Απριλίου.


3) Οχυρόν ΚΑΡΑΤΑΣ

Εβομβαρδίσθη κατ' επανάληψιν από αέρος και δια πυροβολικού άνευ αποτελέσματος, συνέδραμε δε δια πυρών τον αγώνα του ΡΟΥΠΕΛ.


4) Οχυρόν ΚΑΛΗΣ

Πυρά παρενοχλήσεως καθ' όλην την ημέραν, ουδεμία ετέρα δραστηριότης.


9η Απριλίου 1941

1) Οχυρόν ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ

α) Εσυνεχίσθησαν αι μάταιαι προσπάθειαι των Γερμανών προς κατάληψιν του οχυρού, το οποίον ουσιαστικώς είχε περικυκλωθή υπό των Γερμανών. Το οχυρόν παρέμεινεν ακλόνητον.

β) Την 1730 ώραν, Γερμανοί κήρυκες κατέστησαν γνωστόν εις τον Διοικητή του οχυρού ότι υπεγράφη από πρωϊας εις Θεσσαλονίκην συνθηκολόγησις. Κατόπιν συμφωνίας, απεφασίσθη η εκεχειρία κατά την διάρκειαν της νυκτός και μέχρι της 0600 της επομένης προς λήψιν οδηγιών.


2) Οχυρόν ΡΟΥΠΕΛ

α) Υπέστη και πάλιν βομβαρδισμόν δια πυροβολικού και αεροπορίας, ο οποίος και ενετάθη από 1400 έως 1500. Έκτοτε κατέπαυσε πάσα εχθρική δραστηριότης και τα Γερμανικά τμήματα μετεκινήθησαν προς τα οπίσω εις κεκαλυμμένας θέσεις.

β) Την 1700 Γερμανοί κήρυκες εγνώρισαν τα της συνθηκολογήσεως και εζήτησαν την παράδοσιν του οχυρού. Συνεφωνήθη όπως επανέλθουν την 0600 της επομένης δια να λάβουν απάντησιν.

γ) Απόσπασμα του 41 Συντάγματος, υπό τον Διοικητήν του, το οποίον έφθασεν Βορείως Σιδηροκάστρου την 0130 της 9ης Απριλίου, ανέλαβεν την εκκαθάρισιν των Γερμανών επί του υψώματος ΓΚΟΛΙΑΜΑΣ (Μ. ΤΟΥΜΠΑ). Τούτο συνεκροτήθη εκ του ΙΙΙ/41 Τάγματος εξ ενός Λόχου και (2) Διμοιριών πολ/λων, του ΙΙ/41 Τάγματος εκ (2) Λόχων, του ΙΙΙ/81 Τάγματος, μιας διλοχίας εκ των ΙΙ/41 και ΙΙΙ/41 Ταγμάτων, ενός μηχανοκίνητου τμήματος, μιας ορειβατικής και μιας πεδινής πυροβολαρχίας και ενός ουλαμού των 6 δακτύλων. 

δ) Την 0530 εξεδηλώθη επίθεσις του ΙΙΙ/81 Τάγματος εκ του λόφου ΛΟΥΤΡΩΝ και ΙΙΙ/41 Τάγματος την 0630 ώραν. Αμφότερα τα Τάγματα καθηλώθησαν και υπέστησαν απωλείας βομβαρδιζόμενα καθ' όλην την ημέραν υπό πυροβολικού και αεροπλάνων. Δύο αντεπιθέσεις των Γερμανών απεκρούσθησαν. Ο αγών υπήρξε σκληρός καθ' όλην την διάρκειαν της ημέρας και τας νυκτερινάς ώρας, χωρίς τελικώς να καταστή δυνατή η εξουδετέρωσις της νησίδος αντιστάσεως των Γερμανών.


3) Οχυρόν ΚΑΡΑΤΑΣ

Κατά τας πρωϊνάς ώρας εξετέλεσε πυρά προς όφελος του οχυρού ΡΟΥΠΕΛ εναντίον Γερμανικών τμημάτων αποπειραθέντων να υπερπάρουν τούτο εξ Ανατολών. Μετά την 0600 επεκράτησε ησυχία καθ' όλην την ημέραν πλην αραιών βολών πυροβολικού των Γερμανών. 


4) Οχυρόν ΚΑΛΗΣ

Ουδόλως παρενοχλήθη υπό του εχθρού.


10η Απριλίου 1941

1) Οχυρόν ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ

Την 0900, Γερμανός Σχης προσήλθε δια την παραλαβήν του οχυρού. Ούτος συνεχάρη την φρουράν εκφράσας τον θαυμασμόν του δια την ηρωϊκήν αντίστασιν. Εν συνεχεία παρέλαβε τον Διοικητήν του οχυρού και τον οδήγησεν προ Γερμανικού Τάγματος το οποίον είχε παραταχθή έξωθεν του οχυρού δια να το επιθεωρήση. Τέλος, η Γερμανική σημαία ανυψώθη επί του Οχυρού, μόνο μετά την αναχώρησιν της Φρουράς του.


2) Οχυρόν ΡΟΥΠΕΛ

α) Ο Γερμανός Αξ/κός, ο εντεταλμένος να κανονίση τα της παραδόσεως του ΡΟΥΠΕΛ, μετά την συνθηκολόγησιν, αφού συνεχάρη τον Διοικητήν του οχυρού διεβίβασεν εις αυτόν τα συγχαρητήρια της διοικήσεως του και τον θαυμασμόν του δια την ηρωϊκήν αντίστασιν του οχυρού και ετόνισεν ότι δια τους Γερμανούς αποτελεί τιμήν και υπερηφάνειαν ότι είχον αντίπαλον ένα τόσον ηρωϊκόν στρατόν. Δια την Ελληνικήν οχύρωσιν, εδήλωσεν ότι αύτη εκρίθη υπό των Γερμανών ως ανωτέρα της οχυρώσεως της γραμμής ΜΑΖΙΝΩ και εφάμιλλος της οχυρώσεως της γραμμής ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ.

β) Αι φρουραί των οχυρών ΠΑΛΗΟΥΡΙΟΝΕΣ, ΡΟΥΠΕΛ, ΚΑΡΑΤΑΣ και ΚΑΛΗΣ, μετά την συνθηκολόγησιν και την παράδοσιν των οχυρών, μετέβησαν εις Σέρρας, όπου και κατέθεσαν τον οπλισμόν των.

γ) Ο Διοικητής του 125 Γερμανικού Συντάγματος, κατά την συνάντησίν του μετά του Διοικητού του Υποτομέως ΑΓΚΙΣΤΡΟΥ Άν/χου Πλευράκη, του είπε "δεν θρηνώ ως στρατιώτης, διότι η θυσία ήτο επιβεβλημένη, αλλά ως άνθρωπος διότι εκ του Συντάγματος μου ολίγοι μόνον άνδρες απέμειναν".


4. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

α. Η προς άμυναν ικανότης των έργων των οχυρών ΑΓΚΙΣΤΡΟΥ παρέμεινεν αμείωτος μέχρι της στιγμής καθ' ήν ετέθη εν ισχύι το πρωτόκολλον παραδόσεως.

β. Αι ολιγάριθμοι Ελληνικαί δυνάμεις στερούμεναι Αεροπορίας και συγχρόνως μέσων ηγωνίσθησαν ανδρείως, με άφθαστον ηρωϊσμόν και πρωτοφανές πνεύμα αυτοθυσίας εναντίον του ισχυρότερου στρατού της εποχής και προκάλεσαν εις αυτόν σημαντικότατας απώλειας.

γ. Αι απώλειαι των επιτεθέντων κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας XVIII Γερμανικού Στρατού ανήλθον κατά το χρονικόν διάστημα από 6-11 Απριλίου εις 555 νεκρούς, 2134 τραυματίες και 170 εξαφανισθέντας, μη συμπεριλαμβανομένων των Αξιωματικών.

δ. Η μάχη, καίτοι δύναται να χαρακτηρισθή ως αγών καταδικασμένος εκ των προτέρων, υπήρξεν αναγκαία δια την τιμήν των Ελληνικών όπλων, δια την συμβολήν των εις την τότε συμμαχικήν προσπάθεια, αλλά, και δια την μετά τον πόλεμον κατοχύρωσιν των Ελληνικών συνόρων και δικαίων

Ετικέτες

Ο ανέκδοτος περιγραφικός κατάλογος
των ελληνικών χειρογράφων της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας
(Αρχείο Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών "Ivan Dujcev" του Πανεπιστημίου Σόφιας)
και η συμβολή του στην προσπάθεια για την ανασύνθεση
του "σκορπισμένου ψηφιδωτού" των χειρογράφων των δύο μονών

 

prodromos small

Εισαγωγή

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ
ΣΤΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ IVAN DUJCEV ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ,
ΤΑ FRAGMENTA ΚΑΙ Ο ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ VL. SIS.



Όταν πριν από 6 περίπου χρόνια αποφάσισα να μελετήσω ελληνικά χειρόγραφα στη Βουλγαρία και ιδιαίτερα στο νεοσύστατο Κέντρο Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών1 Ivan Dujcev, σαν απόηχο άκουγα τα λόγια του μακαρίτη δασκάλου μου Λ. Πολίτη: "κι όμως πρέπει πάση θυσία να ξαναβγούν αυτά τα χειρόγραφα στο φως και να αποδοθούν στην επιστημονική έρευνα. Η γενιά σας δεν πρέπει να λησμονεί αυτό το χρέος".

Θυμούμαι τα παραπάνω λόγια του δασκάλου στις ευκαιριακές συζητήσεις που είχα μαζί του και, σήμερα, η αφιέρωση αυτής της εργασίας στη μνήμη του είναι ελάχιστη απόδοση τιμής στον επιστήμονα που μόχθησε τόσο πολύ γι' αυτή την υπόθεση.

Στο Κέντρο Dujcev γνώρισα την ανθρώπινη φιλόξενη ατμόσφαιρα από όλο το προσωπικό, και πρέπει να πω ότι αυτό δεν το ξεχνώ ποτέ. Κι όταν μιλώ κι όταν ακόμη σιωπώ. Χωρίς τη συμπαράσταση του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής και του πρύτανη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η έρευνα αυτή θα ήταν πολύ δύσκολο να προχωρήσει. Το λέω αυτό γιατί στη χώρα μου έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα αντίδρασης για την ανάμειξη μας σ' αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα, εξαιτίας του γεγονότος ότι τα χειρόγραφα αυτά συνδέονται με άσχημες ιστορικές μνήμες που κεντρίζουν το εθνικό φρόνημα της κοινής γνώμης2. Όμως το επιστημονικό χρέος δεν υπακούει και δεν πρέπει να πειθαρχεί στις συναισθηματικού τύπου αποχρώσεις τέτοιων ζητημάτων. Αυτήν την άποψη που έχει ως μόνο στόχο την ανεύρεση της αλήθειας ενστερνίστηκα από την αρχή.

Γι αυτό θέλω να τονίσω μια για πάντα ότι και οι απόψεις που θα διατυπώσω εδώ σήμερα δεν διαπνέονται από κανενός είδους νοσηρό σωβινισμό. Πειθαρχούν μόνο στην επιστημονική δεοντολογία. Παρακαλώ, λοιπόν, πάρα πολύ να θέσετε κάτω από αυστηρότατη επιστημονική κριτική τις επιστημονικές προτάσεις που θα διατυπώσω. Η αποδεικτική της θεωρία μου υπόκειται στην ψυχρή λογική των αριθμών.

Η ανακοίνωση μου περιλαμβάνει τρία θέματα: α). το περιεχόμενο των χειρογράφων, β) τα fragmenta και γ) τον περιγραφικό Κατάλογο των χειρογράφων από τον Vladimir Sis. 

Για το περιεχόμενο των χειρογράφων δεν θα πω πολλά πράγματα. Αρκούν οι ως τώρα γνώσεις μας να καταλάβουμε ότι έχουμε να κάνουμε με συνήθεις μοναστηριακές βιβλιοθήκες, όπου κυριαρχούν τα εκκλησιαστικά εν γένει χειρόγραφα με ελάχιστες παραχωρήσεις σε έργα κοσμικής γραμματείας3. Ωστόσο μένει η "αθέατη πλευρά" στο εσωτερικό των χειρογράφων. Στον κωδ. 253 π.χ. κανείς δεν υποπτευόταν ότι το χειρόγραφο κρύβει στο εσωτερικό του το "Επαρχικόν Βιβλίον" και αναδεικνυόταν έτσι το δεύτερο πλήρες χειρόγραφο που μας παραδίδει αυτό το έργο4.

Άλλα σημαντικά κείμενα, όπως τα Πρακτικά της Συνόδου της Κύπρου (1406), αυτόγραφο έργο του Ιωσήφ Βρυεννίου, την έκδοση του οποίου έχω ήδη ετοιμάσει, τα γνωρίζουμε ήδη από την παλαιότερη έρευνα. Έτσι θα περιοριστώ εδώ να επισημάνω τη σημασία της συστηματικής προσέγγισης του περιεχομένου στην κατηγορία των χειρογράφων που αποκαλούμε "Κωδικές μονών", από το περίφημο βυζαντινό Αρχείο- το Χαρτουλάριο Β - ως τα μεταβυζαντινά χειρόγραφα. Επίσης τα κείμενα των πάσης φύσεως σημειωμάτων αξίζει να μελετηθούν για τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες και για τη γλώσσα τους. Τέλος, έχουμε ξεκικήσει το συστηματικότερο έλεχγο του περιεχομένου όλων των χειρογράφων της συλλογής Dujcev που κάλυψε τα 35 πρώτα χειρόγραφα. Σ' αυτά αν προστεθούν 25 χειρόγραφα Νομικού περιεχομένου (των οποίων ο Κατάλογος που εκπονήσαμε σε συνεργασία με τον καθηγ. Χ.Παπαστάθη και τον Βούλγαρο ερευνητή κ. D. Getov βρίσκεται στο τυπογραφείο)5, 33 μουσικά χειρόγραφα (που μελετήθηκαν από τον καθηγ. Chr. Hannick και την Sv. Kujumdzieva), 15 Κώδικες της μονής Προδρόμου,Regesten των οποίων ετοιμάζουμε με τον κ. Χ. Παπαστάθη6, και 5 αντιστοίχων χειρογράφων της μονής Κοσίνιτσας που μελέτησε ο καθηγ. Β. Άτσαλος, προσεγγίζουμε τον αριθμό των 110 χειρογράφων, σ'αυτά αν προστεθεί ο αριθμός των σπαραγμάτων (84), καλύπτουμε ως σήμερα τα μισά περίπου χειρόγραφα της "Συλλογής" Dujcen. 

Ο αριθμός των σπαραγμάτων που υπάρχουν στη "Συλλογή" Dujcev φαίνεται υπερβολικά υψηλός. Αν εξαιρέσει κανείς όμως τους αριθμούς που εμφανίζονται μετά το Νο 406, όπου κλείνει συμβατικά το όριο της "fonds ferme", η παρουσία των αποσπασμάτων - και μάλιστα περγαμηνών - είναι παραδομένη ιστορία και από τις βιβλιοθήκες των μονών και από άλλους χώρους (εννοώ τα 8 σπαράγματα, τα μονά που κατέχει η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών το 1916, γνωστά μάλιστα από έντυπο κατάλογο του VI. Sis7 που δεν εμφανιζόταν στη βιβλιογραφία και που ανακαλύψαμε με περιπετειώδη τρόπο). Η μελέτη αυτών όλων των σπαραγμάτων που φαίνονται στους πίνακες με απασχολεί ιδιαίτερα στα θέματα ταύτισης των κειμένων τους, προέλευσης και ταξινόμησης τους.

Δεν θα επεκταθώ σκόπιμα περισσότερο πάνω σ'αυτά τα θέματα στα οποία υπαινικτικά αναφέρθηκα προηγουμένως. Θα προχωρήσω αμέσως στο τρίτο θέμα της ανακοίνωσης μου. Τα μεγαλύτερα ζητήματα δεν είναι ούτε το περιέχομενο ούτε τα fragmenta8. Το μεγάλο ζήτημα στο οποίο αξίζει να αφιερώσω τον υπόλοιπο χρόνο είναι η απάντηση στο ερώτημα "πως μπορούμε να ξεκλειδώσουμε, με αντικειμενικά στοιχεία που μας παρέχονται τόσο από τα ίδια τα χειρόγραφα όσο και από άλλες πηγές, τον βασικό κώδικα που ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα των συγκεκριμένων χειρογράφων που προέρχονται από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου (της Κοσίνιτσας)";

Στο σημείο αυτό θα επιστήσω την προσοχή σας. Πρόκειται για μια -επιτρέψτε μου τη φράση- "ανακάλυψη" που ήρθε μετά από δύσκολη, όπως θα δούμε, ερευνητική προσπάθεια και αδιάκοπο μόχθο και έγνοια. 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, βρήκα το "κλειδί" για να προσεγγίσουμε όχι μόνο τη "Συλλογή" Dujcev αλλά και το σύνολο των χειρογράφων που προέρχονται από τα δύο προαναφερόμενα βυζαντινά μοναστήρια και αποτελούν ένα "σύστημα" που έμεινε ως σήμερα "κλειστό". Η ως τώρα ερευνητική αναζήτηση έμοιαζε λιγάκι με "παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού". Ύστερα όμως από πολλές δοκιμασίες και περιπέτειες τα στοιχεία που έρχονται στο φως, ένα-ένα κι όλα μαζί, συμπλήρωναν ένα puzzle της πραγματικότητας, από το οποίο διακρίνεται τι και πως συνέβη, ο προσωπικός προβληματισμός και η διαρκής αναζήτηση μου επιφύλασσαν διαδοχικές εκπλήξεις. 

Θα προσπαθήσω λοιπόν εδώ, για πρώτη φορά, να εκθέσω τα συμπεράσματά μου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οδηγήθηκα στη λύση του όλου ζητήματος. Θα προσπαθήσω να δώσω, ει δυνατόν, μαθηματική ακρίβεια στη λύση όλων των ζητημάτων που σχετίζονται με βασικά θέματα, όπως είναι τα θέματα προέλευσης, ταύτισης, στατιστικών κ.λπ.δεδομένων. 

Όταν μου έδειξαν 7 ελληνικά χειρόγραφα κατά την πρώτη επίσκεψη μου τον Ιούνιο του 1988 στο Κέντρο Dujcev9 αναγνώρισα πολύ εύκολα ότι τα χειρόγραφα προέρχονταν από τη μονή Κοσίνιτσας. Ομολογώ ότι η λογική μου επηρεάστηκε από τη φαντασία και αυτό που έκανε -όπως έμαθα δύο χρόνια αργότερα - τον Λίνο Πολίτη (από ένα μόνο φωτογραφημένο φύλλο που είδε στα χέρια του Βούλγαρου ελληνιστή φιλιλόγου μακαρίτη τώρα Ghristo Kondov10) να σκεφθεί "εξ όνυχος τον λέοντα"11 πέρασε αστραπιαίως από το νου μου. Τη σκέψη μου κοινοποίησα αμέσως στην Διευθύντρια του Κέντρου καθηγ. Αx. Dzurova. 

Στα επόμενα δύο χρόνια είδα τα χειρόγραφα, που είχαν ήδη εκτεθεί στα εγκαίνια του Κέντρου Dujcev, και είχε εκδοθεί μάλιστα και μικρός κατάλογος από τους Dzurova-Stancev12. Όλα εκείνα τα χειρόγραφα προέρχονταν, χωρίς να δηλώνεται στον μικρό κατάλογο η πρόελευση τους, από τις μονές Προδρόμου και Κοσίνιτσας. 

Αργότερα ρυθμίστηκε η συνεργασία μας για τη μελέτη των Νομικών χειρογράφων. Η μελέτη αυτή περείχε τη δυνατότητα να δω στο σύνολο της την ως τότε "κλειστή" συλλογή. Ύστερα η "κλειστή " συλλογή άνοιξε διάπλατα και σε συνεργασία με τον καθηγ. Β. Άτσαλο και την, τότε ερευνήτρια του Κέντρου Dujcev, Helena Velkovska ελέγξαμε όλα τα χειρόγραφα13. Από αυτό το σημείο και εξής τα πράγματα είναι γνωστά από την Table Ronde της Σόφιας. 

Είδα όλα τα χειρόγραφα αρκετές φορές το καθένα, σημειώνοντας κυρίως τα στοιχεία που ήταν απαραίτητα για την ταύτιση τους. Ο ρυθμός εργασίας, κάτω από διάφορες πιέσεις, δεν με ικανοποιούσε ιδιαίτερα, και το πρόγραμμα των εργασιών διαρκώς μεταβαλλόταν. Ωστόσο το ιδιαίτερο βάρος που έδωσα από την αρχή στη μοναδικότητα των σημειωμάτων των χειρογράφων δεν παρέλειψα και από ένα άλλο σημείο, το να συγκεντρώνω, ομολογώ με πολλή επιμονή, όλες τις αριθμήσεις που υπήρχαν πάνω στα χειρόγραφα.

Στο διάστημα της παραμονής μου κατά το β' εξάμηνο του 1990 στη Σόφια, παραμονή που οφειλόταν αποκλειστικά στη φιλοξενία του Πανεπιστημίου Sv.Kliment Ohridski και του Κέντρου Dujcev, έμαθα, ομολογώ πολύ αργά ( στα τέλη Ιουλίου), ότι στο Κέντρο υπήρχε ένας χειρόγραφος περιγραφικός Κατάλογος χειρογράφων, γραμμένος από τον VI. Sis, τον άνθρωπο δηλ. που σχεδίασε, οργάνωσε και εκτέλεσε την επιχείρηση μεταφοράς των ελληνικών χειρογράφων στη Σόφια. Έμεινα εμβρόντητος.

Ζήτησα επίσημα την άδεια να μελετήσω προσωπικά αυτόν τον Κατάλογο. Αυτή η απόφαση έγινε γνωστή και στο επιστημονικό Συμπόσιο της Σόφιας. Μάλιστα ο "Κατάλογος Sis" εκτέθηκε για τους συνέδρους την πρώτη κιόλας μέρα του Συμποσίου14.

Στο συνέδριο εκείνο εξέφρασα την άποψη ότι πρέπει να εκδοθεί ο Κατάλογος αυτός σε πανομοιότυπη-φωτογραφική έκδοση και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης πείστηκε να αναλάβει αυτήν την υπέρογκη δαπάνη. Η "δημοσίευδη αυτού του καταλόγου είναι πρόβλημα επιστημονικό και ηθικό", έγραφα τότε15.

Επιμένω ακόμη σ'αυτήν την άποψη. Ποιος ο λόγος; Ένας και βασικός: η επιστημονική δεοντολογία. Όταν εμφανιστεί κάθε σχετική εργασία δεν πρέπει να είναι διαβλητή (π.χ. αντλούνται στοιχεία από εκεί). Γι αυτό παρακαλώ θερμά και από το βήμα αυτό την κ. A. Dzurova να προχωρήσει το συντομότερο -θα έλεγα τάχιστα- στη δημοσίευση αυτού του υλικού, είτε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είτε όπως το Κέντρο Dujcev κρίνει καλύτερα.

Είδα λοιπόν και μελέτησα αυτόν τον κατάλογο κι έχω την αίσθηση (ή αν θέλετε την ψευδαίσθηση) ότι για πρώτη φορά επετράπη σε ξένο ερευνητή να εμβαθύνει σ'αυτό το υλικό16. Το υλικό ήταν ανάκατο, αλλά προστατευμένο πολύ καλά μέσα σε τέσσερεις (4) φακέλλους Αρχείου λυτών εγγράφων, οι οποίοι βρίσκονταν ανά δύο μέσα σε φροντισμένα μπλε κουτιά που είχαν εξωτερικά μορφή καλαίσθητου δεμένου βιβλίου. 

Η πρώτη μου δουλειά ήταν να αποκαταστήσω την τάξη στο παρατοποθετημένο εδώ και εκεί υλικό. Ύστερα ψυχρά και υπομονετικά, αν και κάτω από φοβερή πίεση χρόνου που είχα στη διάθεση μου ως το τέλος Αυγούστου, προσπάθησα να αποδελτιώσω όλο το απαραίτητο υλικό που θα μου επέτρεπε να αναζητήσω μετά τα περιγραφόμενα χειρόγραφα. Καταλάβαινα ότι το υλικό κάπου μου ήταν γνώριμο και άλλες φορές εντελώς άγνωστο. Αντίγραφο εκείνης της εργασίας κατέθεσα τότε στο Κέντρο Dujcev. Την ίδια εποχή μου παραχωρήθηκαν και μερικά φωτοαντίγραφα από αυτόν τον Κατάλογο17

Το περιεχόμενο του Καταλόγου Sis, που εκτείνεται σε 1.700 σελίδες περίπου18, περιγράφει σε τέσσερεις τόμους τα χειρόγραφα με την ακόλουθη διάταξη: 

      α) Χειρόγραφα περγαμηνά μονής Προδρόμου: 99 

      β) Χειρόγραφα χαρτώα μονής Προδρόμου: 160 

      γ) Χειρόγραφα περγαμηνά μονής Κοσίνιτσας: 154 

    δ) Χειρόγραφα χαρτώα μονής Κοσίνιτσας: 124 σύνολο: 537
Βρισκόμουν μπροστά σ΄ένα μοναδικό ντοκουμέντο! Με την ελπίδα ότι η φωτογράφηση του καταλόγου θα μου παρείχε τη δυνατότητα να μελετήσω με άνεση τα στοιχεία του περιεχομένου του άφησα στην άκρη το υλικό που αποδελτίωσα, γιατί και η αξιοποίηση του χρειαζόταν ειδική επεξεργασία. Επί πλέον έπρεπε να κοπάσει και η πρώτη εκτυφλωτική εντύπωση. Γρήγορα αντιλήφθηκα ότι η αρχική έκταση του καταλόγου είχε περικοπεί και η ανασελίδωση του σε ορισμένα σημεία ήταν εμφανής. Επίσης ότι έλλειπαν περιγραφές 222 περγαμηνών χειρογράφων, όπως φαινόταν από τη συνέχεια των αριθμών. Προχώρησα ωστόσο στη συγκέντρωση και άλλων στοιχείων που θα βοηθούσαν στη μελέτη του Καταλόγου. Έπρεπε να συνταχθούν πίνακες για τα χειρόγραφα των Αθηνών και του Κέντρου Dujcev και όσων χειρογράφων ήταν σκορπισμένα στο εξωτερικό με προέλευση από τις δύο μονές, κι έπρεπε να ερευνηθεί αν τα χειρόγραφα που περιγράφονται στον Κατάλογο Sis μπορούν να ταυτιστούν. 

Τον έλεγχο των χειρογράφων του Κέντρου Dujcev τον είχα από τη σχετική εργασία που έγινε πάνω στη Συλλογή. Τα χειρόγραφα των Αθηνών-και μετά την έκδοση του Καταλόγου Λίνου Πολίτη με συνεργασία της Μαρίας Πολίτη στο τέλος του 199119-ήταν δύσκολο να μελετηθούν στο αδημοσίευτο τμήμα του Καταλόγου. Εδώ πρέπει να τονίσω τη γενναία συμβολή της κ. Μαρίας Πολίτη, που έθεσε υπόψη μου το ανέκδοτο τμήμα του Καταλόγου. Χωρίς αυτό η εργασία δεν θα μπορούσε να προχωρήσει. Για να ολοκληρωθεί η εικόνα των δεδομένων έπρεπε να τελειώσει μια φοβερή σε όγκο προεργασία.

Με δεδομένη την ύπαρξη μιας αρίθμησης που φαινόταν στα χειρόγραφα των Αθηνών (γνωστά από τον Λ. Πολίτη ως χειρόγραφα "Σερρών")20 και τους αριθμούς που βλέπαμε στα χειρόγραφα του Κέντρου Dujcev, άρχισα να ξαναπροβληματίζομαι πάνω στη λειτουργία των αριθμών που υπήρχαν ή καλύτερα συνόδευαν το κάθε χειρόγραφο στην περιγραφή του Sis. Κράτησα στις σημειώσεις μου ελέγχοντας προσωπικά σε κάθε ταξίδι στη Σόφια όλους του αριθμούς πάνω στα χειρόγραφα. Αργότερα όλη αυτή την εργασία την υλοποίησε και σε πίνακες το Κέντρο Dujcev. Όμως κανείς δεν γνώριζε τι σημαίνουν. Και οι Βούλγαροι συνάδελφοι δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Δεν γνώριζαν τίποτα. Και πράγματι τα δεδομένα ήταν τόσο συγκεχυμένα. Βλέπαμε ένα προτασσόμενο αριθμό στις εξωτερικές ετικέτες που μοιάζουν με εκείνες των παλιών μαθητικών τετραδίων21, βλέπαμε την αρίθμηση στο εσωτερικό των χειρογράφων και κυρίως την πρόταξη λατινικής αρίθμησης πριν από την αρίθμηση με αραβικούς αριθμούς. Σε άλλα χειρόγραφα απουσίαζε το ένα ή το άλλο από αυτά τα στοιχεία είτε και τα δύο μαζί.

Αλλά και κατά την επεξεργασία του Καταλόγου Sis τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο αινιγματικά. Εδώ ο αριθμός -broj δεν ήταν απλός και εμφανιζόμενος για μία φορά. Στους φακέλλους μάλιστα που αφορούσαν περιγραφές χειρογράφων της μονής Προδρόμου γινόταν κομφούζιο. Στη θέση ενός αριθμού που βρισκόταν εντός παρενθέσεων γινόταν διαγραφή του, και, στη συνέχεια, πάνω στο διαγεγραμμένο αριθμό γινόταν διόρθωση, κάποτε με το ίδιο χέρι και το ίδιο μελάνι και άλλοτε με ευδιάκριτο μπλε μολύβι22 και το σύνολο απαιτούσε προσεκτική ανάγνωση. Είχα μπροστά μου μια στρωματογραφία των αριθμών, για να χρησιμοποιήσω έναν αρχαιολογικό όρο. Αναγνώριζα επίσης την ίδια διορθωτική εργασία και στη σελιδαρίθμηση του Καταλόγου και εύκολα διαπυστωνόταν ότι υπήρχαν χάσματα στη συνέχεια της αρίθμησης των περιγραφομένων χειρογράφων, που συνέπιπταν με τις ελεγχόμενες αλλαγές.

Η λογική των αριθμών, που με βασάνιζε από την πρώτη επαφή μου με τα χειρόγραφα, απαιτούσε ένα άλλο επίπεδο έρευνας: την αποκρυπτογράφηση της λογικής συνέχειας, έστω μέσα από το δαιδαλικό λαβύρινθο των διαφόρων αριθμήσεων. Όταν απαλλάχτηκα από την παραπλανητική τελικά αναγραφή broj κι ενός συνοδευτικού αριθμού που προτασσόταν από το νούμερο που ήταν σε παρένθεση ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ο "πρώτος" αυτός broj λειτουργούσε ως αύξων αριθμός και ο "δεύτερος", που ακολουθούσε μέσα στην παρένθεση, ήταν ένας σταθερός "σιωπηρός" αριθμός. Το χέρι μου διόρθωνε τους αριθμούς αποκαθιστούσε τελικά τη συνέχεια ύστερα από κάποια διατάραξη. Το πιο σημαντικό ήταν η διαπίστωση ότι ο αριθμός που βρισκόταν πάνω από τον διαγραμμένο "σιωπηρό"-εντός παρενθέσεων-αριθμό ανταποκρινόταν στην αρίθμηση που ο Λίνος Πολίτης ονόμαζε "Σ ε ρ ρ ώ ν" στα χειρόγραφα που επιστράφηκαν στην Αθήνα. Σ'αυτό το σημείο είχε συντελεστεί μπροστά μου η λύση του όλου ζητήματος23. Γιατί όσο ο προτασσόμενος broj δεν συμφωνούσε με τον broj που είχαν τα ίδια τα χειρόγραφα ήταν δύσκολο να συλλάβει κανείς τη σημασία του "σιωπηρού" αριθμού, που βρισκόταν στο β' στρώμα κάτω από το νεότερο.

Στο επόμενο στάδιο μπήκε στη σκέψη μου η έρευνα της συνέχειας όλων των αριθμών broj εντός των παρενθέσεων, αυτών που μέχρι εκείνη τη στιγμή ονόμαζα "σιωπηρούς" αριθμούς. Ευτυχώς κάποιοι από αυτούς διακρίνοταν καθαρά, στην αρχή ιδίως του Καταλόγου. Όταν είδα ότι ορισμένοι από αυτούς ταίριαζαν με τους αριθμούς των χειρογράφων στην Αθήνα ή στο Κέντρο Dujcev προχώρησα στην επαλήθευση αυτής της υπόθεσης εργασίας.

Ως αφετηρία γι' αυτή την προσπάθεια είχα ένα εκπληκτικό επίσης στοιχείο. Πρόκειται για μια σημείωση, αυτήν που βλέπετε24, που βρίσκεται στο εσωτερικό (contre-plat) του πρώτου προστατευτικού καλύμματος του φακέλλου μέσα στον οποίο φυλάσσονται τα γραπτά του VI.Sis (ο οποίος ας σημειωθεί ότι προέρχεται κι αυτός από τη μονή Κοσίνιτσας, όπως δηλώνει η ροζ ετικέτα που επικαλύπτεται από την μπλε ετικέτα)25. Στο σημείωμα αυτό, που δεν είναι τίποτ'άλλο από μια σούμα αριθμητικών δεδομένων που καταλήγει σ'ένα σύνολο 827, αναγνωρίζω το χέρι του VI. Sis, που καταγράφει- τί άλλο;-...χειρόγραφα. Όταν είδα την σημείωση για πρώτη φορά πολλοί συνειρμοί και υποθέσεις μου δημιουργήθηκαν. Την έδειξα στον καθηγ. Α. Guillou και στη συνάδελφο Μαρία Πολίτη, που βρισκόταν τότε στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Dujcev, μια μέρα μετά το συνέδριο της Σόφιας. Ο καθηγ. Guillou αναφώνησε: "αυτό και μόνο είναι αρκετό για να ξανακάνουμε το συνέδριο!".

Με βάση αυτόν τον top αριθμό ως όριο στην υπόθεση εργασίας σχημάτισα έναν πίνακα αριθμών, τοποθετώντας στις αντίστοιχες θέσεις χειρόγραφα με αριθμούς broj από την Αθήνα και το Κέντρο Dujcev. Η αρίθμηση έφτασε στον αριθμό 51826.

Το παραστατικό διάγραμμα έδειξε ότι υπήρχαν εδώ χειρόγραφα περγαμηνά και χάρτινα από τη μονή Προδρόμου, περγαμηνά από τη μονή Κοσίνιτσας, όπως τα γνωρίζουμε από τη μέχρι τώρα έρευνα, που κάλυπταν όλο το φάσμα των περγαμηνών χειρογράφων των μονών Κοσίνιτσας και Προδρόμου, καθώς επίσης και τον αριθμό γνωστών χάρτινων χειρογράφων της μονής Προδρόμου. Απέμεινε μόνο το ερωτηματικό: τι απέγιναν τα χάρτινα χειρόγραφα της μονής Κοσίνιτας;

Η αναζήτηση αυτών των χειρογράφων λογικά έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα χειρόγραφα της "Συλλογής" Dujcev. Εδώ είχαμε ήδη διαπιστώσει ότι σ'ένα ποσοστό , που προσεγγίζει το 100%, η προέλευση των χειρογράφων αυτής της "Συλλογής" ήταν από τις δύο μονές και κυρίως από την Κοσίνιτσα. Η προσωπική μου άποψη, που διατυπώθηκε πολλές φορές στις μεταξύ μας συζητήσεις με τους συνεργάτες στο πρόγραμμα καταλογράφησης, είναι ότι μόνο ένα από τα χειρόγραφα της "κλειστής συλλογής"/Dujcev δεν φαίνεται να προέρχεται από τις μονές27. Με τη στροφή και την αναζήτηση των χαρτώων χειρογράφων της Κοσίνιτσας στη "Συλλογή" Dujcev παρατήρησα τα εξής: 

α) Ότι μέσα στο υλικό των χειρογράφων της ¨Συλλογής" Dujcev δεν συναντούμε την αφθονία των περγαμηνών χειρογράφων που υπήρχε στην προηγούμενη, όπως είδαμε, λίστα. 

β) Το σπουδαιότερο, τα πολλά χειρόγραφα που έφυγαν προς την Αθήνα απουσίαζαν φυσικά από τη σημερινή "Συλλογή" Dujcev, κι όταν συγκρίνει κανείς ταυτισμένα χειρόγραφα στην Αθήνα εύκολα βλέπει ότι απουσιάζει εκεί- με δύο τρεις εξαιρέσεις όχι αναιτιολόγητες28 - η λατινική αρίθμηση πριν από την αρίθμηση με αραβικούς αριθμούς, όπως τη βλέπουμε κατά κανόνα στα χειρόγραφα του Κέντρου Dujcev. 

γ) Ότι η αρίθμηση με τους αραβικούς αριθμούς δεν επηρεαζόταν από την αλλαγή του λατινικού αριθμού που ήταν μπροστά του. Ήταν επομένως η αρίθμηση αυτή, η δεύτερη, μια συνεχής αρίθμηση σε τέτοιο σημείο, ώστε να μου επιτρέπεται ακόμη και να διαγράψω προς στιγμήν τους λατινικούς αριθμούς που ήταν μπροστά.

Η σύνταξη ενός άλλου πίνακα, που μέσα σ' αυτόν εντάσσονταν όλοι οι αριθμοί με αύξουσα σειρά από το 441-το 66529,έδειξε το εξής αποτέλεσμα: αυτά τα χειρόγραφα που χαρακτηρίζαμε ως χειρόγραφα της ΒΑΝ καταλάμβαναν αντίστοιχες θέσεις και κάλυπταν το σύνολο των χειρογράφων που υπάρχουν στο Κέντρο Dujcev. Δηλ. παραμένουν εδώ τα περγαμηνά χειρόγραφα της Κοσίνιτσας και η κατηγορία των χάρτινων εμφανίζεται πιο ενισχυμένη. Είναι ενισχυμένη από κάποια άλλα χειρόγραφα που έχουν και αυτά τη δική τους πρόκληση. Αλλά τώρα ο δρόμος είναι εύκολος για να μας οδηγήσει στο τέρμα.

Όταν απομονωθούν τα χειρόγραφα που εμφανίζονται στη δεύτερη λίστα, αλλά δεν έχουν αριθμό broj έχουμε ως αποτέλεσμα ένα τρίτο πίνακα -μέρος του οποίου βλέπετε30 -, όπου διαπιστώνουμε ότι: 

α) Τα χειρόγραφα που δεν έχουν broj πρωτοεμφανίζονται στην αρίθμηση ΒΑΝ, απουσιάζουν δηλ. από τον πρώτο πίνακα. 

β) Η αρίθμηση τους αρχίζει από το Νο 671 και φθάνει ως το 827, ως τον αριθμό δηλαδή που είδαμε στο σημείωμα του Sis. Αρχίζει δηλαδή κάτω από έξι νούμερα κενά στον δεύτερο πίνακα, όπου τοποθετείται μια σειρά από σπαράγματα τα οποία έχουν broj, και περατώνεται σ'ένα σημείο όπου ακολουθούν τρεις κενές θέσεις χειρογράφων (τα νούμερα 828, 829 και 830) και στη συνέχεια επανεμφανίζονται χειρόγραφα της "Π ρ ώ τ η ς" (;) Γενικής Καταγραφής, χειρόγραφα ως φαίνεται από τη μονή Προδρόμου, που επιβεβαιώνουν τις υποψίες του Λίνου Πολίτη για την κατακράτηση στη Σόφια την εποχή της επιστροφής των χειρογράφων στην Αθήνα, ορισμένων χειρογράφων από τα Προδρομηνά31, εμφανίζονται ωστόσο μεταξύ των χειρογράφων αυτών που φθάνουν στον υψηλότερο αριθμό ΙΙ 860 και δύο χειρόγραφα από τη μονή Κοσίνιτσας. 

γ) Πολλές θέσεις στον τ ρ ί τ ο πίνακα32 παραμένουν κενές. Δεν έχουμε για την ώρα τα στοιχεία που χρειάζονται για να καταλάβουν τη θέση τους εδώ χειρόγραφα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απίθανο να υπάρχουν στα τόσα αταύτιστα χειρόγραφα που διαθέτουμε. 

Ας συνοψίσουμε: 

Δεν είναι πια υπόθεση εργασίας το σύστημα που αποκρυπτογραφήσαμε και ακτινογραφήσαμε. Μας παρέχει την ακόλουθη διάταξη και σχέση των, ας τα ονομάσουμε συμβατικά, συγκοινωνούντων δοχείων:

Υπάρχουν οι συλλογές χειρογράφων των δύο μεγάλων βυζαντινών μοναστηριών

ΜΕ ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

(Προδρόμου)

(Κοσίνιτσας)

Περγαμηνά: 100-103

Περγαμηνά: 161

Χαρτώα: 161-210

Χαρτώα: 262 
 
Σλαβικά: 8

Σύνολο: 261-313

Σύνολο: 43133

Τα χειρόγραφα αυτά έρχονται στη Σόφια. Εδώ γίνεται συγχώνευση των χειρογράφων των δύο μονών και στη συνέχεια ανάμειξη των χειρογράφων τους. Στην αρχή τοποθετήθηκαν ανάμικτα τα περγαμηνά κατά μέγεθος και ακολουθούν κατά τον ίδιο τρόπο τα χάρτινα σε μια γενική καταγραφή, όπου όλα τα καταγεγραμμένα χειρόγραφα παίρνουν και αριθμό ταυτότητος. Την γενική αυτή καταγραφή ας την ονομάσουμε 
δεξαμενή Α

Σ'αυτή τη δεξαμενή κυκλοφορούν χειρόγραφα όπως τα περγαμηνά των μονών Προδρόμου και Κοσίνιτσας, ένα μεγάλο μέρος από τα χαρτώα της μονής Προδρόμου. Λείπουν τα πολλά χαρτώα της Κοσίνιτσας. Το σπουδαιότερο: υπάρχουν εδώ χειρόγραφα που αργότερα μετακινούνται από τη Σόφια. Όταν ο μεγάλος αριθμός των 259 χειρογράφων μετακινείται στην Αθήνα η δεξαμενή στερεύει. Τότε ακριβώς φαίνεται να διοχετεύεται το περιεχόμενο της δεξαμενής Α σε μίαν άλλη δεξαμενή, τη
δεξαμενή Β

Από τη δεξαμενή Α, δημιούργημα του VI. Sis, χτίστηκε η δεξαμενή Β, η δεξαμενή της ΒΑΝ η οποία το 1916 είχε μόνο 10 χειρόγραφα! Γιατί αρχίζει από τον αριθμό 441 αυτή η σειρά των χειρογράφων της; υπάρχουν ορισμένες εξηγήσεις, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αναγνωρίζουμε στην μικρή ετικέτα του χφ ΒΑΝ 429-1 που περιέχουν το Χρονικό του Δωροθέου Μονεμβασιάς, τον αριθμό 1 και μπορούν να ακολουθήσουν στη συνέχεια μετά τα σπαράγματα που υπήρχαν στην κατοχή της ΒΑΝ το 1916. Αλλά κι αν ακόμη οι Βούλγαροι συνάδελφοι δεν μας διαφωτίσουν επακριβώς για το λόγο που η αρίθμηση αυτή ξεκινά δέκα νούμερα πάνω από τον αριθμό τον παραδομένο για το σύνολο των χειρογράφων της μονής Κοσίνιτσας, δεν έχει και τόση σημασία το τι προηγείται σ'αυτήν την αρίθμηση. Η ανάγκη να συμπυχτεί και να ξανασυγκροτηθεί με ενιαία αρίθμηση η "Συλλογή" ΒΑΝ μετά την έλλειψη των χειρογράφων που πήγαν στην Αθήνα μπορεί να κατανοηθεί παραστατικά με την εικόνα μιας βιβλιοθήκης από τα ράφια της οποίας αφαιρέθηκαν ενδιάμεσα πολλά βιβλία συγκεντρωμένα σε συνεχείς θέσεις ή σποραδικά εδώ κι εκεί. Προέκυψε δηλ. η ανάγκη να συμπληρωθούν τα κενά για να μην χαίνουν τα ανοίγματα και η συλλογή αριθμήθηκε ξανά. Εδώ εντάχθηκαν χειρόγραφα από την "Πρώτη" (;) Γενική Καταγραφή, αλλά και χειρόγραφα, όλα χαρτώα, που δεν αριθμήθηκαν καν την πρώτη φορά, περιέργως όμως διατηρούν πιο καθαρά τα στοιχεία της ταύτισης τους.
Η δεξαμενή Γ του Κέντρου Dujcev

Από τη δεξαμενή της ΒΑΝ διοχετεύτηκαν τα χειρόγραφα στο Κέντρο Dujcev, του οποίου η "Συλλογή" μέχρι το όριο που χαρακτηρίστηκε "κλειστή συλλογή" κατέχει χειρόγραφα αποκλειστικά της ΒΑΝ, η οποία, όσο είμαστε σε θέση να ξέρουμε, διεκδικεί την επιστροφή τους από το Κέντρο Dujcev στη Βιβλιοθήκη της (για να συνεχίσει την παράδοσή της στην παραπλάνηση του επιστημονικού κόσμου), ενώ θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα, δημοσιεύοντας το σχετικό με τα χειρόγραφα αρχειακό της υλικό. Εμείς θα δημοσιεύουμε ό,τι σχετικό αρχειακό υλικό υπάρχει.

Με διάφορους πίνακες μπορεί κανείς να δείξει, ύστερα από τη συνολική διευθέτηση του κώδικα στη διαδοχική λειτουργία των Συλλόγων, και τη ροή των συγκεκριμένων χειρογράφων μέσα ή έξω από αυτές, πάρα πολλά στοιχεία -δείγματα της ιστορικής περιπέτειας αυτών των χειρογράφων. Τη μεταβλητή ή αμετάβλητη θέση τους μπορεί να καταγράψει κανείς με αντίστροφους πίνακες όπου φαίνεται ο τρόπος επιλογής και τοποθέτησης των χειρογράφων στις νέες τους θέσεις. Φαίνεται η λογική συνάφεια ή η τυχαία σχέση τους στη συνολική λειτουργία των συλλογών, παρακολουθώντας την κινητικότητα τους στις γραμμές πορείας τους, τις περιπέτειές τους και την επιβίωσή τους. 

Με τους τρόπους αυτούς έχουν λυθεί πολλά αινίγματα. Αλλά το πιο βασικό είναι ότι τώρα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε το "σταθερό αριθμό" της ταυτότητας του κάθε χειρογράφου με απόλυτη ακρίβεια.

Τα ποσοτικά δεδομένα προσεγγίζονται πια με καθαρότερη ακρίβεια, κι όσο θα γεμίζει το puzzle, αφού υπάρχει ακόμη η λίστα των "αγνοουμένων χειρογράφων", τόσο θα δικαιώνεται η άποψη μου που υπακούει σε μια συστηματική λογισμική προσέγγιση του όλου προβλήματος. Η τελειότητα με την οποία λειτουργεί το όλο σύστημα επιτρέπει να δοθούν λύσεις σε άλυτα ως τώρα ζητήματα και να φτάσει κανείς στην ανασυγκρότηση των διαλυμένων βιβλιοθηκών των δύο μεγάλων μοναστηριών.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Με τη βεβαιότητα ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής θα μορφοποιήσει όλες τις λεπτές αποχρώσεις των ζητημάτων με όλα τα δεδομένα, που τα επεξεργάστηκα μόνος και χωρίς υπολογιστή και που με οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια στην ορθή διασταύρωση όλων των στοιχείων, θα ήθελα να κλείσω με μία έκκληση προς τους επιστήμονες όλου του κόσμου, αν βρουν χειρόγραφα προερχόμενα από τις δύο μονές να συνεισφέρουν σ'αυτήν την προσπάθεια ανασυγκόλλησης του "σκορπισμένου ψηφιδωτού", παραθέτοντας και τους αριθμούς (br.+no)34.

Υπάρχουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ότι ένα μεγάλο τμήμα από τη λίστα των "αγνοουμένων χειρογράφων" μας βρίσκονται σήμερα στη βιβλιοθήκη της πρώην βασιλικής οικογένειας της Βουλγαρίας35. Θα ήταν ευχής έργο να δοθούν και αυτά τα χειρόγραφα στην επιστήμη*.


* Οι ακόλουθες σημειώσεις συνοδεύουν εξυστέρου το κείμενο της ανακοίνωσης μου στο Δ' Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Παλαιογραφίας, που δημοσιεύεται εδώ ως εισαγωγικό.

1. Η όλη εμπλοκή μου στο πρόγραμμα έρευνας των ελληνικών χειρογράφων στη Βουλγαρία είχε ως αφετηρία τη συμφωνία Επιστημονικής Συνεργασίας μεταξύ του Αριστοτελιού Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου της Σόφιαςπου υπογράφτηκε το 1987. Αρκετοί επιστήμονες συνάδελφοι "εγγυήθηκαν" εκείνη την εποχή εν αγνοία μου για την επιστημονική ετοιμότητα μου να εργαστώ ερευνητικά στη Σόφια. Ανάμεσα τους ήταν, όπως πληροφορήθηκα αργότερα, οι καθηγ. Ι. Καραγιαννόπουλος, Φ. Μαλιγκούδης, Χ. Παπαστάθης και Ihor Sevcenko. Ο κ. Μαλιγκούδης με έφερε σε άμεση επαφή με τους Βούλγαρους συναδέλφους. Σε όλους οφείλω να εκφράσω και από τη θέση αυτή τις ευχαριστίες μου. 

2. Οι αντιδράσεις αυτού του χαρακτήρα αποτυπώθηκαν αργότερα σε "λιβέλλους", για να διαιωνίζουν την εμβέλεια της σκέψης και το εύρος του επιστημονικού ήθους των συντακτών τους (βλ. σχετικά Γ.Κ.Παπάζογλου, Χειρόγραφα και βιβλιοθήκες, επίμετρο, σ. 33-47 πρβλ. τώρα περιοδ. Αντί, περ. Β', τεύχ. 579, σ. 56). 

3. Βλ. τώρα Α. Dzurova, Kr. Stancev, V. Atsalos, V. Katsaros, Checklist, σ. 81-85. 

4. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen, Wien 1991,σ. 51 κ.ε. 

5. Βλ. D. Getov, Β. Κατσαρού, Χ.Κ.Παπαστάθη, Κατάλογος (1994). 

6. Βλ. Β. Κατσαρού, Χ.Κ.Παπαστάθη, "Ο Νέος Μέγας Κώδηξ" σ. 173. 

7. Βλ. γι'αυτόν παρακάτω, σ. 49. 

8. Για τα fragmenta της συλλογής του Κέντρου Ivan Dujcev ελπίζω ότι θα είμαι σε θέση να δώσω σύντομα περισσότερα στοιχεία. 

9. Η επίσκεψη αυτή έγινε σε μια χρονική περίοδο πριν από τα επίσημα εγκαίνια του Κέντρου, τα οποία συνόδευσε η γνωστή έκθεση και ενός μικρού τμήματος των ελληνικών χειρογράφων από τις δύο μονές (βλ. σημ. 12 εδώ). 

10. Από παραδρομή στην προφορική ανακοίνωση μου στην Οξφόρδη διάβασα το όνομα του Βούλγαρου ερευνητή λανθασμένα {Nikolaj}, στην καθηγ.Ax. Dzurova οφείλω την άμεση διόρθωση.

11. Βλ. Λ. Πολίτη, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 377. 

12. Βλ. A. Djurova-Kr. Stancev, Slavjanski, Grecki i Orientalski rakopisi..., Sofia 1988. 

13. Η εργασία αυτή ολοκληρώθηκε πριν από το Διεθνές Συμπόσιο της Σόφιας. 

14. Η άποψη ότι ο κατάλογος εξακολουθεί να είναι "απόρρητο δημόσιο έγγραφο του Βουλγαρικού κράτους, που θα δικαιολογούσε τηνπροέκταση της σιγής γύρω από την ύπαρξη και κατά συνέπεια το απρόσιτο για την επιστημονική του μελέτη, δεν υφίσταται πλέον (βλ. Ax. Dzurova, Erytheia 13, 1992), σ. 122, σημ.12). 

15. Βλ. V. Katsaros, Actes, σ. 79: "IIy a aussi un probleme grand et moral: la publication du Catalogue de Vladimir Sis". 

16. Είναι δύσκολο να πιστέψω ότι δεν υπάρχει και άλλο αρχειακό υλικό σχετικό με τα ελληνικά χειρόγραφα στη Βουλγαρία. Ας ελπίσουμε ότι με την πρόοδο των ελληνιοβουλγαρικών σχέσεων και η επιστημονική έρευνα θα έχει πιο πολλά να ωφεληθεί. 

17. Βλ. π.χ. εικ. 1-4.

18. Με βάση τις ενδείξεις των διαδοχικών σελιδαριθμήσεων του ο Κατάλογος αυτός εκτεινόταν αρχικά στις 2.350 περίπου σελίδες. 

19. Βλ. Λ. Πολίτη, Κατάλογος, σ. 389-501. 

20. Βλ. Λ. Πολίτη, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 363 και 373. Πρβλ. του ίδιου, Κατάλογος, ο.π. passim.

21. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στα "επιστραφέντα" χειρόγραφα που βρίσκονται στην Αθήνα, βλ. Λ. Πολίτη, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 363. Πρβλ. Κατάλογος, σ. κβ'. 

22. Οι διαφορετικές επεμβάσεις στους αριθμούς δεν είναι ευδιάκριτες στον "Συνοπτικό" κατάλογο του VI.Sis που πρωτοδημοσιεύεται εδώ. Μόνο η χρωματική εναλλαγή δείχνει καθαρότερα το είδος αυτών των επεμβάσεων, αλλά στην ουσία δεν επηρεάζεται η ακολουθία των αριθμών. 

23. Στην τέλεια ανταπόκριση αυτού του συστήματος μπορεί να δει τώρα κανείς στο μελέτημα μου "Θεωρια για τη συνολική επιστημονική διευθέτηση του ζητήματος της ιστορίας των Συλλόγων ελληνικών χειρογράφων των μονών Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζομένης Κοσίνιτσας (νεωτ. Εικοσιφοινίσσης), και του Τιμίου Προδρόμου Σερρών" στα υπό έκδοσιν Πρακτικά του Διεθνές Συνεδρίου "Οι Σέρρες και η περιοχή τους. Από την Αρχαία στη Μεταβυζαντινή Κοινωνία" που έγινε στις Σέρρες 29 Σεπτεμβρίου 3 Οκτ. 1993. 

24. Βλ. εικ. 2. 

25. Βλ. εικ. 1. 

26. Βλ. σελ. 138 εδώ.

27. Πρόκειται για το χφ. D. gr. 275.Πρβλ. Checklist, σ. 16. 

28. Πρόκειται μόνο για τη λατινική αρίθμηση των σπαραγμάτων που συγκεντρώθηκαν όλα κάτω από το υπ'αριθ. ΕΒΕ 2643, τελευταίο αριθμό της ενότητας των "Σερραϊκών χειρογράφων".

29. Βλ. σ. 147 εδώ. 

30. Βλ. σ. 151-155 εδώ.

31. Δεν είμαι βέβαιος αν η κατακράτηση ήταν σκόπιμη ή υπάρχουν άλλοι λόγοι που ερμηνεύουν αυτή την ανάμειξη (βλ. σ. 242 εδώ). 

32. Βλ. σ. 151-155 εδώ.

33. Δεν γνωρίζουμε αν στη φράση "ενοις και οκτώ σλαβικά" του Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, Έρευναι, σ. 52α, υπονοείται αφαίρεση ή πρόσθεση των εν λόγω οκτώ χειρογράφων από τον ή στον συνολικό αριθμό των 431 χειρογράφων της μονής. 

34. Οφείλω να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στον αγαπητό συνάδελφο Arnold Van Gemert, ο οποίος ανταποκρίθηκε πρόθυμα στο αίτημα μου να με πληροφορήσει ότι "δυστυχώς δεν υπάρχει καμία αρίθμηση ή άλλη ένδειξη στο χφ. του Αμστερνταμ, και στην αρχή και στο τέλος έχουν αφαιρεθεί φφ." [πρβλ. Ελληνικά 25 (1972) 200-203].

35. Η ατεκμηρίωτη αυτή άποψη μου φαίνεται τώρα μάλλον απίθανη. Δεν αποκλείεται τα ελλειπόντα χειρόγραφα να βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας. Εν πάση περιπτώση η έκκληση διατηρεί τη δύναμη της προς κάθε κατεύθυνση.

Προλεγόμενα

Τον Αύγουστο του 1990 πραγματοποιήθηκε στη Σόφια ένα επιστημονικό Συμπόσιο με δύο σημαντικές διαστάσεις. Η μία διάσταση ήταν καθαρά επιστημονική, ένα επιστημονικό ζήτημα που παρέμεινε ως αίνιγμα για επτά και πλέον δεκαετίες έβρισκε τη μόνη ορθή και ενδεδειγμένη λύση του1. Ένα μεγάλο μέρος από τα χειρόγραφα που συναποκόμισαν το 1917 οι Βούλγαροι από τις μακεδονικές Βυζαντινές μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου (της επανομαζόμενης Κονίσιτσας, μτγν. Εικοσιφοίνισσας) και για τα οποία "ουδένα ποτέ έκαμαν λόγο"2, βρίσκονταν, όπως υπέθεταν ως τότε πολλοί ειδικοί επιστήμονες, στη Σόφια, εναποκείμενα στον πρόσφατο σταθμό του ταξιδιού τους, στο Ερευνητικό Κέντρο Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών "Ivan Dujcev" του Πανεπιστημίου της Σόφιας. Ένα "από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της βυζαντινολογίας και της ελληνικής κωδικολογίας"4 είχε λυθεί. Το ηθικό πρόβλημα που βάραινε με τη σιωπή τους Βούλγαρους επιστήμονες3 είχε, έστω αργά, διευθετηθεί χάρη στις προσπάθειες ορισμένων ακαδημαϊκών κύκλων της γειτονικής χώρας και την τόλμη που επέδειξε για την πραγματοποίηση τους η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Σόφιας Axinia Dzurova.

Η άλλη διάσταση του προβλήματος ήταν εξωεπιστημονική. Είναι γνωστά τα ιστορικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία συνέβησαν τα γεγονότα της διάλυσης των βιβλιοθηκών των δυό, κυρίως, μεγάλων σταυροπηγιακών μονών του μακεδονικού χώρου, μη αμφισβητήσιμα ιστορικά γεγονότα τα οποία κάλυψε για εβδομήντα σχεδόν έτη "μετά τη βουλγαρικήν διαπραγήν"5 ένα πέπλο σιγής, παράλληλο προς το "ανεξιχνίαστον μυστήριον"6 που συνδέθηκε με την "πολύτιμον συλλογήν των χειρογράφων, της μονής Κοσινίτσας"7, ιδίως, αφού η συλλογή των χειρογράφων της μονής του Τιμίου Προδρόμου Σερρών είχε τυπικά επιστραφεί το 1923 στην Ελλάδα και κατέληξε στην Εθνική της Βιβλιοθήκη. 

Η απόφαση, λοιπόν, να δοθεί στη δημοσιότητα η είδηση για την ύπαρξη των υπολοίπων ελληνικών χειρογράφων στη Σόφια ήταν ταυτόχρονα εκ μέρους των Βουλγάρων και μια απόφαση "πολιτική", δεδομένου ότι η αποκάλυψη του επτασφράγιστου-και για τον επιστημονικό κόσμο και για την πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας-μυστικού δήλωνε ταυτόχρονα, εμμέσως πλην σαφώς, και την παραδοχή των συμβάντων που βάραιναν την πλάτη του ομόδοξου βουλγαρικού λαού με ευθύνες άλλων υπευθύνων της πολιτικής ηγεσίας του και με δομές αντιλήψεων άλλων εποχών. Έτσι η τρίτη διάσταση του προβλήματος παρουσιάζει συνθετότερη μορφή, αφού η στάση και των επιστημόνων και των ηγεσιών έπρεπε να δοκιμαστεί απέναντι στη νέα πραγματικότητα. Ένα ζήτημα με δύο κατευθύνσεις ανέκυπτε ως νέα πρόκληση μέσα στο κλίμα ενός διαλόγου που, ύστερα από τόσα χρόνια σιωπής ήταν ανάγκη να ξαναρχίσει στο πλαίσιο της πολιτιστικής και επιστημονικής συνεργασίας των δύο γειτονικών χωρών, με το βλέμμα προσηλωμένο τόσο στο σεβασμό των εθνικών παραδόσεων των δύο λαών και στην αυτογνωσία του παρελθόντος, όσο και στις προοπτικές του μέλλοντος, με βάση τα απολύτως σεβαστά και καλώς εννοούμενα εθνικά συμφέροντα των δύο κρατών. 

Ως Έλληνας επιστήμονας με απόλυτη προσήλωση στο χρέος, που είναι η αναζήτηση της αλήθειας, μαζί και με άλλους συναδέλφους, πρόθυμα ανταποκρίθηκα στην πρόκληση και πρόσκληση της συνεργασίας των Βουλγάρων συναδέλφων μας που είχαν "δείξει ποικιλοτρόπως την επιθυμία των να διασπάσουν την επιστημονικήν απομόνωσιν, εις την οποίαν είχον καταδικάσει εαυτούς κατά το παρελθόν"8, έχοντας επίγνωση ταυτόχρονα ότι απομένει σε εκκρεμότητα η οριστική διευθέτηση του άλλου σκέλους του προβλήματος. Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στους Βουλγάρους συναδέλφους μας να μην αποβάλλουν την εθνική τους ταυτότητα, όπως απαιτεί η αμοιβαία κατανόηση, με προέκταση και προς τη δική μας πλευρά, έχουμε χρέος να αναζητούμε τους τρόπους επικοινωνίας των δύο γειτονικών χωρών μας, διδάσκοντας το πνεύμα της επιστημονικής συνεργασίας μας και των εφαρμογών της και σε άλλους τομείς, που θα παραμερίσουν οριστικά όσα χωρίζουν τους δύο λαούς και θα καλλιεργήσουν εκείνα που τους ενώνουν. 

Με αυτό το πνεύμα παρουσιάζουμε σήμερα το αποτέλεσμα των ερευνών που βασίστηκε στο άνοιγμα αυτής της συνεργασίας, πιστοί στην επιστημονική επιταγή για την αναζήτηση της αλήθειας των πραγμάτων. Εκφράζουμε την ευχή ότι αυτό το πνεύμα θα συνεχιστεί και θ'αποτελέσει πρόκληση και πρόσκληση στις πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών να αναζητήσουν τη δίκαιη και σωστή λύση και στο άλλο σκέλος του προβλήματος, στο οποίο εμείς ως επιστήμονες δηλώνουμε αναρμοδιότητα, δεν παύουμε όμως να πιστεύουμε ότι οι δύο λαοί έχουν δικαίωμα να συνεργάζονται ειρηνικά και σε τελευταία ανάλυση να μην ευθύνονται για τα σφάλματα που τους φόρτωσαν οι διάφορες επιλογές των κατά καιρούς υπευθύνων για τις τύχες των ηγεσιών τους. Ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλεται διαρκώς για τη λύση της σιωπής και τη διάλυση κάθε είδους μυστηρίου, ώστε, με λόγους καθαρούς και αξιόπιστους, να μπορέσουμε να στεριώσουμε τον αλληλοσεβασμό και την αμοιβαία κατανόηση. Με άλλα λόγια να συνεχίζουμε τον διάλογο, το μόνο μέσο για την επίλυση των όποιων προβλημάτων μας. 

Η έκδοση αυτή δεν αποτελεί οριστική σύνθεση όλων των θεμάτων που σχετίζονται με τις βιβλιοθήκες των δύο μακεδονικών μονών. Αποτυπώνει κυρίως την εξελικτική διαδικασία μιας συγκεκριμένης έρευνας. Από την άποψη αυτή παραμένει ακόμη εν ενεργεία ερευνητική εργασία, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως "κατάθεση" γύρω από τους προβληματισμούς για το μεγάλο ζήτημα της "αποκατάστασης" των δύο μοναστηριακών βιβλιοθηκών στον τομέα των χειρογράφων. Με τη δεύτερη ιδιότητα της η εργασία αυτή παρέχει στον αναγνώστη, με τον σαφέστατο και σχεδόν μαθηματικό τρόπο, την εικόνα των συνόλων (ή καλύτερα των ολοτήτων), ύστερα μάλιστα και από τις διάφορες μεταβολές που παρατηρούνται στην κατάσταση των συγκεκριμένων χειρογράφων από τη στιγμή της μεταφοράς τους στη Σόφια μέχρι σήμερα. Ο αναγνώστης επίσης έχει τη δυνατότητα πλέον να κατανοήσει πλήρως το status ύστερα από κάθε επέμβαση ή μεταβολή, πάνω απ'όλα όμως καθίσταται εγρήγορος στο να παρτηρεί και να ανιχνεύει τις τύχες και του συνόλου και των επί μέρους. Τοποθετείται στην ουσία του προβλήματος. 

Στη δομή αυτής της εργασίας προτάσσεται ως εισαγωγικό κεφάλαιο το κείμενο μιας προφορικής ανακοίνωσης μου που έγινε στην Οξφόρδη και στο πλαίσιο του Δ' Διεθνούς Συνεδρίου για την Ελληνική Παλαιογραφία (22-28 Αυγ. 1993). Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται εδώ σε παραλληλισμό με το ελληνικό αντίστοιχο του. Πρόθεσή μου με τη συνδημοσίευση αυτή είναι: α) να καταγραφεί στη διαχρονική της εκδήλωση η πορεία της έρευνας, όπως εκτέθηκε σ'ένα άκρως επιστημονικό διεθνές forum τον Αύγουστο του 1993, χωρίς να τροποποιούνται καθόλου οι απόψεις που εκφράστηκαν εκεί και β) να δοθεί η δυνατότητα και στους Έλληνες αναγνώστες να γνωρίσουν αυτό το κείμενο, που οριοθετεί ένα terminum στην ενασχόληση μου με τα εν λόγω χειρόγραφα στη Σόφια. 

Κατά την περίοδο της δύσκολης- από κάθε άποψη-και πιεστικής προσπάθειας μου υπήρξαν αρωγοί και συμπαραστάτες στους οποίους χρωστώ αμέσως ή εμμέσως πάρα πολλά. Χωρίς την πληροφορία του συναδέλφου Kr.Stancev για την ύπαρξη των χειρογράφων του "καταλόγου VI.Sis" και την άδεια για την έρευνα, σε μια πρώτη φάση, του καταλόγου αυτού από τη Διευθύντρια του Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών "Ιvan Dujcev", την καθηγ. A. Dzurova, το έργο αυτό δεν θα ξεκινούσε. Χωρίς επίσης, σε μια δεύτερη φάση προβληματισμού, το αδημοσίευτο υλικό του περιγραφικού καταλόγου των προερχομένων από τη μονή Προδρόμου Σερρών ελληνικών χειρογράφων που είναι κατατεθειμένα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (αριθ. 2396-2643) του Λίνου Πολίτη, στην άμεση ανταπόκριση της συνεργάτισσάς τους, συναδέλφου Μαρίας Πολίτη, η έρευνα αυτή δεν μπορούσε να προχωρήσει. Η αφιέρωση του πονήματος αυτού στη μνήμη του Λίνου Πολίτη αποτελεί ελάχιστο δείγμα τιμής στον αείμνηστο διδάσκαλο, που τόσο κοπίασε για την υπόθεση των χαμένων χειρογράφων. Χωρίς, τέλος, τη συμπαράσταση των συναδέλφων του Τομέα Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών και του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, καθώς και της Πρυτανείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η έρευνα αυτή θα παρέμενε ανολοκλήρωτη.

Σε όλους αυτούς που εξασφάλισαν τρεις καθοριστικούς παράγοντες για την προώθηση της εργασίας εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου. Ανάλογες ευχαριστίες οφείλω και σε πολλούς άλλους που ενθάρρυναν ή και βοήθησαν σ'αυτό το εγχείρημα, και πρώτα πρώτα στους άμεσους συνεργάτες μου στο ερευνητικό πρόγραμμα της Σόφιας, τους καθηγητές Β. Άτσαλο και Χαράλ. Παπαστάθη, για την αμέριστη συνδρομή τους σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων ταξιδιών μας στη βουλγαρική πρωτεύουσα, μεταξύ των ετών 1990-1993. Στο ερευνητικό και το υπόλοιπο διοικιτικό προσωπικό του Κέντρου "Ivan Dujcev" για την ανθρώπινη ζεστασιά που μου πρόσφεραν κατά τις μακρόχρονες επισκέψεις εκεί. Στους συναδέλφους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθηγ. Γ. Παράσογλου,Θεοδοσία Παυλίδου, Παναγιώτη Σωτηρούδη, Σοφία Κοτζάμπαση, και ιδιαίτερα στο συνάδελφο και φίλο Τάσο Καραναστάση, για την αδιάκοπη έγνοια τους για κάθε πληροφορία σχετική με τα χειρόγραφα. Για την επανεξέταση και την τελική γραπτή διατύπωση του αγγλικού κειμένου ευχαριστώ τους W.J. Lillie, Μιχάλη Χρυσανθόπουλο και Γιώργο Παράσογλου για τη συνδρομή τους. Δεν πρέπει να ξεχνώ τη συμβολή των οικείων, της γυναίκας μου και των παιδιών μου, για την υπομονή και τη συγκατάβαση που έδειξαν σε όλες εκείνες τις στιγμές που οι έγνοιες μου για την τύχη αυτής της έρευνας τους στέρησαν πολλά, όπως και η μακρόσυρτη απουσία μου στη φιλόξενη γειτονική χώρα. 

Στον Πρόεδρο κ. Μ. Μπόλαρη και τα μέλη της Εφορείας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, που κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για να στεγάσουν στην εκδοτική σειρά της Βιβλιοθήκης το έργο αυτό, αισθάνομαι βαρύ χρέος: και για την τιμή που μου έγινε με την πρόταση να εκδοθεί η εργασία αυτή,και για την εμπιστοσύνη τους στη διαίσθηση της προσφοράς του έργου στους σκοπούς που υπηρετεί το εκδοτικό πρόγραμμα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης των Σερρών.

Τέλος, οφείλω να ευχαριστήσω το προσωπικό του τυπογραφείου Γιώργου Δεδούση για τον μόχθο που κατέβαλε, ώστε να γίνει αρτιότερη* η εμφάνιση του βιβλίου.

Δεκέμβριος 1994

Βασίλης Κατσαρός
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 


1. Bλ.Actess, passim. 

2. Λ. Πολίτης, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 376. 

3. Μάταιες είναι οι διεκδικήσεις γύρω από το θέμα του εντοπισμού των χειρογράφων στη Σόφια. Απορρέουν, πιστεύω, από το γεγονός ότι κατά τη στιγμή της επανεμφάνισης των χειρογράφων ήταν απόντες ορισμένοι από εκείνους που επιθυμούσαν σφόδρα να γευτούν αυτό το ανεπανάληπτο συναίσθημα της χαράς και της συγκίνησης, αντικρύζοντας τα εξαφανισμένα για εβδομήντα και πλέον χρόνια ελληνικά κειμήλια των δύο μεγάλων μακεδονικών μονών. Η ουσία, συνεπώς, των επικλήσεων "προσωπικών φιλοδοξιών", "εθνικού χρέους" κ.α. παρομοίων ηχηρών μεγαλοστομίων βρίσκεται αλλού (πρβλ. σ.44 σημ.2 και σ.219 σημ.4 εδώ). 

4. Λ. Πολίτης, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 376. 

5. Ο. π. σ. 376. 

6. Αυτόθι 

7. Ο. π., σ. 

8. Ο. π., σ. 378. 

* Για λόγους τεχνικούς δεν έγινε διάκριση βαρείας και οξείας στο πολυτονικό σύστημα γραφής του βιβλίου

Εφορεία Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών

 
Πρόεδρος

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΛΑΡΗΣ

Μέλη

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΠΗΛΙΤΣΗΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΑΒΒΑ

ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΨΑΡΡΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ

ΜΑΡΙΑ ΖΑΠΑΡΑ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΛΥΤΙΔΗΣ

Διευθυντής της Βιβλιοθήκης

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΠΟΥΝΤΖΗΣ

 

Πρόλογος του Προέδρου της Εφορείας της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σερρών

Οι επιστημονικές εργασίες που σχετίζονται με την ιστορία και τον πολιτισμό της πόλης των Σερρών και της ευρύτερης περιοχής της είναι πάντα ευπρόσδεκτες στον ανήσυχο πνευματικό ιστό των κατοίκων, στους ανθρώπους που διψούν να γνωρίσουν τη διαχρονική τους ταυτότητα. Γι'αυτό είναι κάτι παραπάνω από δώρημα η έρευνα που αγγίζει την ιστορία των χειρογράφων της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών, την πολιτιστική παράδοση που δέθηκε μ'αυτόν τον τόπο. Το ενδιαφέρον κεντρίζει περισσότερο και τους πνευματικούς και τους απλούς ανθρώπους του χώρου που γνωρίζουν τον τρόπο να θυμούνται και να παραδίδουν τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στο Σερραϊκό μοναστήρι και τη γειτονική Ιερά Μονή της Παναγίας του Παγγαίου (Εικοσιφοινίσσης) την άνοιξη του 1917. 

Στις μέρες μας γνωρίζουμε αρκετά για την υπόθεση των εξαφανισμένων χειρογράφων, ύστερα μάλιστα από την ξαφνική επανεμφάνιση τους στην ελληνική και διεθνή επιστημονική σκηνή το Φθινόπωρο του 1990 και εξής, όταν αποκαλύφτηκε το γεγονός της επανεύρεσης των ελληνικών χειρογράφων στη γειτονική Σόφια. Εδώ για εβδομήντα και πλέον χρόνια κρατήθηκε επτασφράγιστο μυστικό η κατοχή του ελληνικού πολιτιστικού θησαυρού που αφαιρέθηκε κυρίως από τις δύο ιστορικές μονές του μακεδονικού χώρου. 

Στην πόλη μας ο αχός αυτών των γεγονότων δεν ήταν απόμακρος. Αγγίξαμε τον παλμό τους από την πρώτη στιγμή και δεχτήκαμε τους ερευνητές που έλαβαν μέρος στην προσπάθεια της αποκάλυψης, άξιους ακαδημαϊκούς δασκάλους του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για να μας εκθέσουν δια ζώσης φωνής το χρονικό και να αποτιμήσουν τα ευρήματα. Και ξεκαθαρίσαμε καλύτερα πολλά ζητήματα και πράγματα. Ήταν εξ άλλου πολλές και οι ευκαιρίες που δόθηκαν στην κοινωνία των Σερρών να παρακολουθήσει διαλέξεις, συζητήσεις και επιστημονικά fora. 

Με την έκδοση αυτή η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών δεν συνεχίζει απλώς την εκδοτική της δραστηριότητα στεγάζοντας ένα ακόμη έργο, πραγματοποιεί αυτό που αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα ως επιστέγασμα όλων των προσπαθειών που απέβλεψαν ή αποβλέπουν στο να φωτίσουν πιο καθαρά το τοπίο και να διακριβώσουν τις συνθήκες ζωής του πολύτιμου υλικού των χειρογράφων μετά τη λεηλασία του 1917, μια οπτική που πλησιάζει το παρόν και το μέλλον των χειρογράφων και την οφείλουμε στον ακαταπόνητο μόχθο ενός από τους βασικούς συντελεστές για την πραγματοποίηση της δύσκολης έρευνας στη γειτονική μας χώρα. Για όλους αυτούς τους λόγους η Εφορεία της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών είναι υπερήφανη που με την πραγματοποίηση της έκδοσης ψηλαφεί την ουσία των στόχων της. 

Παραδίδοντας στο Εληνικό αλλά και στο Διεθνές αναγνωστικό κοινό το βιβλίο αυτό εκφράζουμε την ευχή να συνεχιστεί η προσπάθεια πολιτισμένου διαλόγου με τον ομόδοξο γειτονικό λαό, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την αλληλοκατανόηση των πολιτιστικών επιτευγμάτων που ανήκουν στην πνευματική ιστορία και εκφράζουν τους ανθρώπους και τους χώρους που τα δημιούργησαν. Τότε ίσως γίνει περισσότερο κατανοητή η φωνή της άδειας βιβλιοθήκης στον πύργο της Μονής του Τιμίου Προδρόμου ή το μήνυμα του ορθόδοξου μοναχισμού και ανθρωπισμού που αρθρώνει φιλόξενα τον λόγο της αγάπης μέσα στην νέα εποχή της ανάπτυξης του στους ίδιους χώρους των ιστορικών μοναστηριών, των δύο σταυροπηγιακών βυζαντινών μονών οι οποίες στερούνται τα πολύτιμα κειμήλια τους. 

Ως Πρόεδρος της Εφορείας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, διερμηνεύοντας τα αισθήματα και όλων των μελών, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όλους τους συντελεστές που μόχθησαν για την ολοκλήρωση του έργου από τον συγγραφέα, του οποίου το έργο αναπτύσσεται στις επόμενες σελίδες, εώς το προσωπικό του τυπογραφείου Γ. Δεδούση, που εργάστηκε με αυταπάρνηση για την καλύτερη τυποτεχνική παρουσίαση της έκδοσης. 

Το έργο είναι μια προσφορά λατρείας αυτού του χώρου με τη μαρτυρική συνεισφορά στη ζωή και τον πολιτισμό.

Σέρρες, Δεκέμβριος 1994 

Μάρκος Μπόλαρης

 

Βραχυγραφίες και Βασική Βιβλιογραφία

Actes: Actes de la Table Ronde: Principes et methodes du cataloguage des manuscrits grecs de la collection du Centre Dujcev, Sofia 21-23 aout 1990, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Thessalonique 1992.

Αγαθαγγέλου Μάγνητος, Μητροπολίτου Δράμας, Εικοσιφοίνισσα Παγγαίου Ανατολικής Μακεδονίας, ήτοι Συνοπτική ιστορία και περιγραφή της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, της επιλεγομένης Εικοσιφοινίσσης, ιδρυθείσης το 450 μ.Χ. και αριθμούσης βίον πολυκύμαντον και εθνωφελή δέκα και πέντε αιώνων, ήτινι συνάπτονται κατάλογος των χειρογράφων και εντύπων βιβλίων της νυν Βιβλιοθήκης και των εν τω Σκευοφυλακείω σωζομένων κειμηλίων, Δράμα 1916 (πρβλ. βιβλιοκρ. Σωφρ. Ευστρατιάδη, Γρηγόριος Παλαμάς 3, 1919, 161-196).

Aland: K Aland, Kurzgefasste Liste der griechischen Handschriften des Neuen Testaments. I. Gesamtubersicht. (Arbeiten zur Neutestamentliche Textforschung gerausgegeben vom Institut fur Neutestamentliche Textforschung an der Westfalischen Wilhelms-Universitat Munster/Westfalen, Band I),Berlin 1963.Βλ. και Gregory.

Δημήτρη Γ. Αποστολοπούλου, Ένα "ίσον", "εκβληθέν από του μεγάλου Νομίμου". Ροδωνιά, Τιμή στον Μ.Ι.Μανούσακα, τομ. Α', Ρέθυμνο 1994, σ. 25-35. 

Μάχης Παϊζη-Αποστολοπούλου, Ένα, ακόμη, χειρόγραφο από την Κοσίνιτσα (Princeton, χφ Garrett 6), Ελληνικά 43 (1993) 403-407. 

Astruc: Ch. Astruc, Le parisinus suppl. gr. 1386 (ex-Kosinitsa 27). Recueil des Petites Catecheses de Theodore Stoudite, Scriptorium 38 (1984) 272-287 και πιν. 14 και 15. 

Άτσαλου, Τα χειρόγραφα: Β Άτσαλος, Τα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής της Κοσίνιτσας (ή Εικοσιφοίνισσας) του Παγγαίου, [Δήμος Δράμας, Ιστορικό Αρχείο, (Σειρά Δημοσιευμάτων, αρ.1)], Δράμα 1990. 

Βασίλη Άτσαλου, Η ονομασία της ιεράς μονής της Παναγίας της Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζόμενης της Κοσινίτσης ή Εικοσιφοινίσσης, Δράμα-Θεσσαλονίκη 1994. 

Β. Άτσαλου-Β. Κατσαρός, Η παραγωγή ελληνικών χειρογράφων στις βυζαντινές μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Εικοσιφοινίσσης Δράμας κατά την Παλαιολόγεια εποχή, Πρακτικά Β' Συμποσίου για τη Μακεδονία, "Η Μακεδονία κατά την εποχή των Παλαιολόγων", Θεσσαλονίκη 14-20 Δεκεμβρίου 1992, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (υπό εκτύπωσιν). 

Ν. Βασικύρου, Κατάλογος των επί μεμβράνης χειρογράφων της παρά τα Σέρρας μονής του Ιωάννου του Προδρόμου, Νέος Ελληνομνήμων 17 (1923) 97-99. 

W.H. Bond-C.U. Faye, Supplement to the Census of Medieval and Renaissance Manuscripts in the United States and Canada, N.York 1962. Βλ. και De Ricci-Wilson, Census. 

B. at P.: Byzantium at Princeton. Byzantine Art and Archaeology at Princeton University. Catalogue of an Exhibition at Firestone Library, Princeton University August 1 Through October 26, 1986, Ed. SI. Curcic-Arch. St. Clair,Princeton 1986 (βλ. κυρίως Νatalia Teteriatnikov, Ιlluminated Manuscripts, σ.139 κ.ε.). 

Checklist, βλ. Dzurova, Atsalos, Katsaros, Stancev. 

Χριστοφόρου Προηγουμένου ιεροδιδασκάλου (Δημητριάδου), Κατάλογος των χειρογράφων της παρά τα Σέρρας Ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής Ιωάννου του Προδρόμου, επιμ. Γερμανού Σελευκείας, Νέος Ποιμήν 2 (1920) 193-208, 338-353, 3 (1921) 83-93, 325-334, 459-466, 717-726, 4 (1922) 40-49. 

Census, βλ. S.De Ricci-W.J.Wilson. 

K.W.Clark, A Descriptive Catalogue of Greek New Testaments Manuscripts in America, Chicago 1937. 

Costas N. Constantinidis-R.Browning, Dated Greek Manuscripts from Cyprus to the Year 1570, Nicosia 1993. 

Διοδώρου Καμπανίας, Κατάλογος των εκ της μονής του Τιμίου Προδρόμου υπό των Βουλγάρων αφαιρεθέντων ιερών σκευών, αμφίων, βιβλίων, επίπλων κ.λπ., Γρηγόριος Παλαμάς 2 (1918) 650-653. 

Ivan Dujcev, Cartulary A of the Saint John Prodromos Monastery (Var. Repr.), London 1972. 

Ax. Dzurova-Kr. Stancev, Slavjanski, grecki i orientalski rakopisi ot sbirkata na centara za slavjanovizantiski prouc vanija "Ivan Dujcev", Sofija 1988. 

Ax. Dzurova,Erytheia: A. Djurova, Les manuscrits grecs du Centre "Ivan Dujcev". Notes peliminaires, Erytheia 13 (1992) 117-157. 

Axinia Dzurova, L. Evangeliaire Dujcev 272 (olim Kosinitza 115) du Centre d'etudes Slavo-Byzantines "Ivan Dujcev", Bolletino della Badia Graeca di Grottaferrata, N.S., τομ.XLIV, 1990-Luglio-Dicembre [Giugno 1993, σ. 187-200. 

Α. Dzurova-E Velkovska, "Manoscritos griecos datados de la coleccion del centro de investigaciones eslavobizantinas "Ivan Dujcev" (siglos XII-XIV), στο: Simposio Sobre el Tiempo, Madrid 1990, σ. 11-138.

Dzurova-Velkovska, Mss dates: A. Dzurova-E. Velkovska, Manuscrits grecs dates provenant de la collection du Centre de Recherches Slavo-Byzantines "Ivan Dujcev" (XII-XIVe ss.), στο Ex Oriente Lux. Melanges offerts en hommage au proffeseur Jean Blankoff, aI'occasion de ses soixante ans. Volume II.Litterature et linguistique, Bruxelles 1991, σ. 95-110. 

Αx. Dzurova, Quelques observations sur les manuscrits enlumines de l'epoque des Paleologues (Cod. D. gr. 132=Kos. 218 et Cod.D. gr. 212=Kos, sans cote), Πρακτικά Β' Συμποσίου για τη Μακεδονία "Η Μακεδονία κατά την εποχή των Παλαιολόγων", Θεσσαλονίκη 14-20 Δεκεμβρίου 1992, έκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (υπό εκτύπωσιν). 

A. Dzurova, V. Atsalos, V. Katsaros, Kr. Stancev, Cheklist de la collection de manuscrits grecs conservee au Centre de Recherches Slavo- Byzantines "Ivan Dujcev" aupres de l'Universite "St. Clement d'Ohrid" de Sofia, έκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Thessalonique 1994.
 
 
 
Ετικέτες

Αφιερούται προς τους απανταχού Σερραίους 

Περιληπτική Εξιστόρησις των μέχρι της Αλώσεως υπό των Τούρκων ιστορικών περιπετειών της πόλεως των Σερρών 


Σπανίως συναντά κανείς πόλιν, διαρκώς υφισταμένην τας καταιγίδας του χρόνου και των πολεμικών περιπετειών, αλλά και διαρκώς εκ της τέφρας και των ερειπίων αναθάλλουσαν εκάστοτε ωραιοτέραν, ως η πόλις των Σερρών. 

Κειμένη εν τω μέσω πλουτοφόρου πεδιάδος, την οποίαν διαβρέχει και γονιμοποιεί ευεργετικώς ο Στρυμών, υπέστη ως εκ της επιζήλου και στρατηγικής θέσεως της, όλας τας περιπετείας και συνεμερίσθη όλας τας συμφοράς της αιματοβρέκτου Μακεδονικής γης, περισσότερον πάσης άλλης Μακεδονικής πόλεως. 

Πόλις παναρχαία κτισθείσα κατά τον Στράβωνα υπό των εκ Φρυγίας της Ασίας μεταναστευσάντων Παιόνων, Τεύκρων και Δαρδάνων πολύ προ του Τρωικού πολέμου, ήτοι προ του 1195 π.Χ., μνημονεύεται ιστορικώς το πρώτον υπό του Ηροδότου κατά το 480 π.Χ. ως πόλις αξιόλογος υπό την ονομασίαν Σίρις η Παιονική

Οι πρώτοι και πανάρχαιοι οικισταί της πόλεως και της υπαίθρου χώρας αυτής, η οποία και εκ του ονόματος του πλεονάζοντος Παιονικού στοιχείου ωνομάσθη Παιονία, είναι ιστορικώς αναμφισβήτητον, οτι υπήρξαν συγγενείς των οικούντων την Τρωάδα

Η υπό τον βασιλέα Ρήσον σταλείσα υπό των Σιροπαιόνων επικουρία προς τους πολιορκουμένους υπό των Αχαιών , Τρώας, ως επίσης και το γεγονός οτι μετά την καταστροφήν της Τροίας μέρος των κατοίκων αυτής συναποκομίζον και τα ιερά αυτού, εγκατεστάθη εν τη πόλει αυτών, χαρακτηρίζει ευλόγως την προέλευσιν των αρχαίων τούτων κατοίκων της ως Τρωικής καταγωγής. 

Συναναμειχθέντες όμως βραδύτερον οι Παίονες μετά των Πελασγών, των Θρακών και των Μακεδόνων συνεχωνεύθησαν και απετέλεσαν το Μέγα Μακεδονικόν Κράτος, το οποίον επί Φιλίππου του Β' και του υιού αυτού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενεσάρκωσεν την ιδέαν του Πανελληνίου και επραγματοποίησεν την ενότητα των Ελληνικών φυλών εις εν Έθνος, το Έθνος το Ελληνικόν, το οποίον εκ των παραλίων προς βορράν εκτεινόμενον, έσχε δια μέσου των αιώνων τοιαύτην εκπολιτιστικήν και αφομοιωτικήν ακτινοβολίαν, ώστε εις ορισμένας ιστορικάς περιόδους, να καλύψη πνευματικώς και πολιτικώς, ολόκληρον σχεδόν τον χώρον της Βαλκανικής χερσοννήσου. 

Μολονότι είναι άγνωστον πότε ακριβώς και υπό τίνος εκτίσθη η Σίρις η Παιονική, εν τούτοις είναι πλέον ή βέβαιον οτι αύτη προϋπήρχεν του Τρωικού πολέμου και οτι συν τω χρόνω λαμβάνει προέχουσαν θέσιν και αξίαν ως πόλεως οικισμένης, ικανής όπως δώση το όνομα της εφ' ολοκλήρου της υπαίθρου και των κατοίκων αυτής, αποκληθέντων Σιροπαιόνων, εκ του ονόματος αυτής. Ακριβώς δε η ανάπτυξις την οποία έλαβεν η πόλις κατά τους μετά τον Τρωικόν πόλεμον αιώνας και δη κατά την περί το 514 π.Χ. εποχήν, κατά την οποίαν έλαβε χώραν η κατά των Σκυθών αποτυχούσα εκστρατεία του βασιλέως των Περσών Δαρείου, συνετέλεσεν όχι ολίγον, εις την υπό του στρατηγού αυτού Μεγαβάζου ερήμωσιν της χώρας, την αιχμαλωσίαν των Σιροπαιόνων και την βιαίαν πανοικεί μεταγωγήν αυτών εις Σάρδεις. 

Τας δραματικάς ή μάλλον τας μυθυστορικάς συνθήκας υπό τας οποίας έλαβον χώραν τα γεγονότα ταύτα, τα οποία είχον ως συνέπειαν την ερήμωσιν εφ' ενός και εν συνεχεία την κατάληψιν της χώρας υπό των βορειοανατολικώτερον οικούντων Οδομάντων, λαού Θρακικής καταγωγής, μας εξιστορεί εν ταις λεπτομερείαις ο Ηρόδοτος. 

Όταν, μετά την αποτυχίαν της κατά των Σκυθών εκστρατείας του ο Δαρείος επανέκαμψεν εις Ασίαν και εγκατεστάθη εις Σάρδεις, δύο φιλόδοξοι νέοι Σιροπαίονες, ο Πίγρης και ο Μαντύης, επιθυμούντες όπως αναγνωρισθούν υπό του Δαρείου ως άρχοντες των Σερρών, αφού παρέλαβον και την αδελφήν των, η οποία και ωραιοτάτη και μεγαλοπρεπής την εμφάνισης ήτο, ήλθον και αυτοί και εγκατεστάθησαν εις τας Σάρδεις. 

Επειδή όμως, άλλως πώς δεν ήτο δυνατόν να προσελκύσωσι την προσοχήν του Πέρσου Βασιλέως, εσκηνοθέτησαν τέχνασμα, του οποίου το αποτέλεσμα υπήρξεν τεράστιον όσον και ανέλπιστον. 

Καθ' όν χρόνον, λέγει ο Ηρόδοτος, ο Δαρείος ανεπαύετο εις το προάστειον των Σάρδεων, το λεγόμενον των Λυδών, οι δύο αδελφοί αφού ενέδυσαν την αδελφήν των όσον ήτο δυνατόν λαμπρότερον και προφανώς με την τοπικήν των ενδυμασίαν, έστειλαν αυτήν να προμηθευθή ύδωρ εκ τινος κρήνης εκεί που πλησίον ευρισκομένης, φέρουσαν, κατά την συνήθειαν της πατρίδος της, επί της κεφαλής μεν υδρίαν, από του βραχίονος έλκουσαν ίππον, κλώθουσαν δε ταυτοχρόνως δια των δύο χειρών της λινόν. Ως ήτο επόμενο, διερχομένη προ του Πέρσου βασιλέως, είλκυσε την προσοχήν και την περιέργειαν του, διότι τα υπό της γυναικός εκείνης πραττόμενα, ούτε Περσικά ούτε Λυδικά ούτε άλλου τινος Ασιατικού Έθνους συνήθεια ήσαν. Στέλλει λοιπόν, κατόπιν αυτής μερικούς της ακολουθίας του, να την παρακολουθήσωσι και να ίδωσι τί θα κάμη τον ίππον. Και οι μεν δορυφόροι του Δαρείου παρηκολούθησαν κατασκοπεύοντες την γυναίκα. Εκείνη δε αφού επότισε τον ίππον της, εγέμισε την υδρίαν με ύδωρ και αφού ετποθέτησε αυτήν επί της κεφαλής της και πάλιν πλήρη ύδατος, επέστρεψεν δια της αυτής οδού, σύρουσα τον ίππον εκ του βραχίονος και κλώθουσα την ρόκαν της. Ο Δαρείος θαυμάσας δι' όσα παρά των κατασκόπων του ήκουσε και δι' όσα ο ίδιος είδεν, διέταξε την προσαγωγήν της κόρης ενώπιον του. Τότε, προ του βασιλέως ενεφανίσθησαν και οι δύο αδελφοί, οι οποίοι μέχρις εκείνης της στιγμής παρηκολούθουν την αδελφήν των εξ αποστάσεως. Ερωτηθέντες δε υπ' αυτού από ποίον μέρος κατάγεται η κόρη, απήντησαν οτι είναι Παίονες, η δε κόρη ήτο αδελφή των. Εν συνεχεία ο Δαρείος ηρώτησεν τους δύο αδελφούς, ποιοί είναι οι Παίονες, εις ποίον μέρος της γης κατοικούσι και προς ποίον σκοπόν ήλθον εις Σάρδεις. Εκείνοι δε τω απήντησαν οτι η Παιονία είναι χώρα έχουσα πόλεις εκτισμένας πλησίον του Στρυμόνος ποταμού, των οποίων οι κάτοικοι ήσαν άποικοι των εκ Τροίας ορμηθέντων Τεύκρων και του εζήτησαν όπως τους αναγνωρίση και τους αποκαταστήση ως άρχοντας αυτής. Όταν, τέλος, ο Δαρείος τους ηρώτησεν αν όλαι αι γυναίκες της πατρίδος των ήσαν φιλόπονοι όσον και η αδελφή των, εκείνοι μετά προθυμίας επιβεβαίωσαν το πράγμα. Τεραστία υπήρξεν η εντύπωσις η προκληθείσα εις τον Δαρείον εξ όσων είδεν και ήκουσεν. Και προφανώς επιθυμών όπως μεταδώση την φιλεργίαν, την προκοπήν και τον πολιτισμόν των γυναικών και των κατοίκων της μακρυνής παραστρυμονίου Παιονίας εις τους υπηκόους του, δια της συναναμίξεως αυτών, συνέλαβεν κατά νουν την βιαίαν και πανοικεί μεταφοράν των εις Σάρδεις. Διέταξεν, λοιπόν, τον στρατηγόν του Μεγάβαζον, τον οποίον είχεν αφίσει εις Θράκην προς καθυπόταξιν αυτής και των Σκυθών, όπως καθυποτάξη τας πόλεις και μεταφέρη τους Σιροπαίονας μετά των γυναικών και των τέκνων τους εις Ασίαν πλησίον αυτού. 

Όταν οι Σιροπαίονες επληροφορήθησαν τας προθέσεις των Περσών, νομίζοντες οτι η εις την χώραν των εισβολή θα εγίνετο από το μέρος της θαλάσσης, συνηθρίσθησαν ένοπλοι εξ όλων των πόλεων και εφύλαττον τας θαλασσίας οδούς. O Μεγάβαζος όμως, επέπεσε μετα του εξ ογδοήκοντα χιλιάδων στρατού του κατά των ερήμων ανδρών, πόλεων της Παιονίας και τας κατέλαβεν αμαχητεί. Μαθόντες τότε οι Παίονες οτι αι πόλεις των κατελήφθησαν, διεσκορπίσθησαν και επορεύθησαν έκαστος προς σωτηρίαν της ιδικής του πόλεως. Αλλά, βεβαίως, διεσπαρμένοι ως ήσαν, δεν ήτο δυνατόν να εκδιώξωσι τους Πέρσας και ηναγκάσθησαν να υποκύψουν. Τοιουτοτρόπως εκ των Παιόνων οι Σιροπαίονες, (δηλαδή οι Σερραίοι), οι Παιόπλαι και όλοι οι κατοικούντες μέχρι της Πρασιάδος λίμνης βιαίως ωδηγήθησαν εις Ασίαν πλησίον του Μεγάλου Βασιλέως. 

Οι ούτω βιαίως εις Ασίαν μεταφερθέντες Σερραίοι και λοιποί της παραστρυμονίου Παιονίας κάτοικοι,εγκατεστάθησαν εις υπ' αυτών εποικισθείσαν πόλιν της Φρυγίας και εις διάφορα άλλα χωρία αυτής. Αλλ' ο ακούσιος ούτος εκπατρισμός και αιχμαλωσία δεν διήρκησεν ειμή μόνον επί μίαν δεκαπενταετίαν. Διότι εκραγείσης εν τω μεταξύ της επαναστάσεως των Ιωνικών πόλεων κατά των Περσών, επωφελήθησαν αυτής και οι μετωκισθέντες Σερραίοι. Ο πόθος του λυτρωμού και του νόστου προς την γενέτειραν, συνετέλεσεν ώστε αδιστάκτως να δεχθώσιν την προς ανταρσίαν προτροπήν και την βοήθειαν τουΑρισταγόρου

Εγκατέλειψαν όθεν την Φρυγίαν και μολονότι κατεδιώχθησαν υπό πολυαρίθμου Περσικού ιππικού, φθάσαντες μετά πολλάς περιπετείας εις τα Μικρασιατικά παράλια, διεπεραιώθησαν συν γυναιξί και τέκνοις, εις την απέναντι νήσον Χίον. 

Οι Χίοι πάλιν, παρά τας Περσικάς απειλάς προς αυτούς και παρά τας δελεαστικάς προτροπάς προς τους Σιροπαίονας όπως επιστρέψουν εις Φρυγίαν, μετέφερον αυτούς δια των πλοίων τους εις την Λέσβον. Εν συνεχεία, οι Λέσβιοι τους εβοήθησαν μεταφέροντες αυτούς εις την επί της Θρακικής παραλίας πόλιν Δορίσκον, εκ της οποίας πλέον πεζοπορούντες, επανήλθον εις την πατρίδα. 

Είναι αξιοσημείωτος η φροντίς, η βοήθεια και η αλληλεγγύη, η επιδειχθείσα υπό των Μιλησίων, των Χίων και Λεσβίων, δια την απελευθέρωσιν και ασφαλή επαναφοράν εις την πατρίδα και τας εστίας, των εις Φρυγίαν απαχθέντων Σιροπαιόνων. 

Είναι αναμφισβήτητον δείγμα του μετά των λοιπών Ελλήνων φυλετικού δεσμού των Σιροπαιόνων, ανεξαρτήτως και της ρητής μαρτυρίας του Ηροδότου, οτι εις την παραστρυμόνιον χώραν "όμιλος πολλός Έλλην παροικέει", δηλαδή οτι εκεί κατοικεί μέγας Ελληνικός πληθυσμός. 

Παρά την επάνοδον όμως των Παιόνων εκ της αιχμαλωσίας, εφεξής η χώρα, καταληφθείσα ως είπομεν υπό των Οδομάντων, ωνομάσθη Οδομαντική, η δε πρωτεύουσα αυτής Σίρις, Σίρις η Οδομαντική, ως αναφέρει αυτήν και ο Λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος

Επ' ευκαιρία αναφέρωμεν ενταύθα οτι η ονομασία της πόλεως των Σερρών εν τη διαδρομή των αιώνων υπέστη πλείστας μεταλλαγάς και αλλοιώσεις. 

Την "Σίριν" του Ηροδότου, ανευρίσκομεν εις τον Θεοπόμπον και Στέφανον τον Βυζάντιον ως "Σίραν" και το εθνικόν "Σιραίους". 

Εις επιγραφήν δε περιέχουσαν αξιολογώτατον ψήφισμα των χρόνων της Ρωμαιοκρατίας, ως "Σιρραίων Πόλις". 

Το ψήφισμα τούτο είναι εγχαραγμένον επί πλακός, η οποία ευτυχώς σώζεται και σήμερον, διαφυγούσης την καταστροφήν κατά το 1913 και την εξαφάνισην. 

Αύτη εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το 1848 εν Αθήναις, εις το πρώτον τεύχος του Φιλολογικού Συνεκδήμου. Κατόπιν, υπό του Cuisinery σ.225 και υπό του Δήμιτσα "η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις" υπ' αριθ. 811. Και ήδη, λόγω της σπουδαιότητας της, μεταφέρω και ενταύθα, ως ο ίδιος την ανέγνωσα και αντέγραψα : 

ΟΙ ΝΕΟΙΑΡΧΙΕΡΕΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΝΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝΑΡΧΙΕΡΕΑ ΔΕ ΚΑΙ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΝΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΙΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣΠΡΩΤΟΝ ΔΕ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΝ ΤΗΣΣΙΡΡΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΣ, ΔΙΣΔΕ ΕΚ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΝΤ ΚΛΑΥΔΙΟΝ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΥΙΟΝΚΥΡΙΝΑ ΔΙΟΓΕΝΗ ΑΡΕΤΗΣ ΕΝΕΚΕΝΕΠΙΜΕΛΗΘΕΝΤΟΣ ΚΑΣΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΚΑΣΑΝΔΡΟΥΥπό των Βυζαντινών συγγραφέων εν τη προσπαθεία των να αρχαϊσουν αναφέρονται ως Φέρραι ή και Φερραί (ο Πεδιάσιμος εις την "Περί του ιερού των Φερρών Έκφρασιν του" και ο Καντακουζηνός εις την ιστορικήν του συγγραφήν). Την ονομασίαν "Σέραι" και "Σέρραι" ευρίσκομεν εν χρήσει από τον μεσαίωνα. Τον δε εν χρήσει και σήμερον, εύχρηστον τύπον "Τα Σέρρας" πλασθέντα εκ της αιτιατικής του πληθυντικού "τας Σέρρας" κατά συνεκφώνησιν των δύο, ευρίσκομεν τόσον εις τον παλαιόν κώδικα της Μητροπόλεως των Σερρών, όσον και εις νεώτερα κείμενα. (Ψαλλίδα, γεωγραφία. Ηπ. χρ. σ. 56 "Πόλεις της Μακεδονίας είναι αι ακόλουθαις...Τα Σέρρας, αρκτικώς της Σαλονίκης... Γεωγραφία Διμητριαίων 1, 261 "Σέρα", πόλι μεγάλη, πολυάνθρωπη, ονομαστή, εμπορική,... Τα Σέρρας είναι τιμημένα με θρόνο μητροπολίτου...-Μελετίου γεωγ, 2, 466. "Σέρραι κοινώς Σέρρας, πόλις περίφημος και μεγάλη...πρότερον εκαλείτο Φέρρα ...είτα Σέρα, Σέραι, ως και Σέρραι". 

Περί της ονομαστικής "ΤΑ ΣΕΡΡΑΣ" βλέπε :

  • εμπεριστατωμένην μελέτην του καθηγητού Β. Δ. Φόρη εν Ν.Εστία τ. 57 τεύχος 665 της 15ης Μαρτίου 1955 σ. 365-369
  • Ν. Πέτροβιτς Σερραϊκά Χρονικά τόμος Β',1957 σ. 147-152
  • Π. Παπαγεωργίου "Αι Σέρραι κ.λ.π." σ. 9

Κατά το 480 π.Χ. ότε δηλαδή ο Ξέρξης, υιός και διάδοχος του Δαρείου, ηττηθείς κατά κράτος υπό των Ελλήνων εις την κοσμοϊστορικήν ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, επέστρεφεν συντετριμένος εις την Περσίαν, διήλθεν και διά της Σερραϊκής χώρας, με τα υπολείματα της αποδεκατισμένης στρατιάς του. Οι Σιροπαίονες όμως εκδικούμενοι αυτόν ήρπασαν τους ίππους και απέκρυψαν το ιερόν άρμα του Διός, το οποίον είχεν αφήσει εκεί πρότερον προς φύλαξιν εκστρατεύων κατά της Ελλάδος. Η σπάνις εξ άλλου ή μάλλον η παντελής έλλειψις τροφών, ηνάγκασε τα Περσικά στρατεύματα προς κορεσμόν της πείνης των να καταφύγωσι εις την χλόην και εις αυτούς ακόμη τους φλοιούς των δένδρων και τα φύλλα, με αποτέλεσμα κυριολεκτικώς να θερισθώσι εκ της εκδηλωσθείσης θανατηφόρου δυσεντερίας. Πολλοί εκ των βαρέως ασθενούντων στρατιωτών τότε, εγκατελήφθησαν υπό του εσπευσμένως αποχωρούντος εκ της χώρας Ξέρξου εις τας διαφόρους πόλεις και χωρία προς περίθαλψιν. Υπολείματα των απογόνων των υπό του Ξέρξου εγκαταλειφθέντων Περσών, δεν είναι δύσκολον και σήμερον έτι να αναγνωρίση τις εν τω προσώπω των εν Αλήμπεκιόϊ, Φυτώκι, Δοξόμπους κ.λ.π. ενοικούντων χριστιανογύφτων, οι οποίοι παρά την επίδρασιν του χριστιανισμού, διατηρούσιν μέχρι σήμερον αλλόκοτα ήθη και έθιμα, μαζί με την παρεφθαρμένην γλώσσαν, την οποίαν χρησιμοποιούν, ιδία κατά τας επικλήσεις των, και τα οποία είναι πανομοιότυπα με τα υπό του Ηροδότου αναφερόμενα. 

Ότε κατά το 422 π.Χ. το θέατρον του Πελοπονησιακού πολέμου μετεφέρθη υπό του στρατηγού των Σπαρτιατών Βρασίδα, εις τα Θρακομακεδονικά παράλια, οι μετά των Οδομάντων συναναμιχθέντες ήδη Παίονες, τάσσονται με το μέρος των Αθηναίων. Κατόπιν πρεσβείας του στρατηγού των Αθηναίων Κλέωνος, βαδίζοντος προς υπεράσπισιν της Αμφιπόλεως από τας επιθέσεις και την πολιορκίαν των Σπαρτιατών ο βασιλεύς αυτών Πολλής, οδηγεί αυτούς μετα΄των άλλων Θρακών εις επικουρίαν των Αθηναίων. 

Αι εις την περιοχήν συγκρούσεις μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών δια την κυριαρχίαν των παραλίων της Θράκης και Μακεδονίας και κυρίως της παραλίας των εκβολών του Στρυμόνος, την κατοχήν της Αμφιπόλεως και της πλουσίας εις μεταλλεία ενδοχώρας, χάριν των οποίων μυριάδες Αθηναίων πολύ πρότερον, επί στρατηγού Άγνωνος του Νικίου εθυσιάσθησαν, και κατά τας οποίας τόσον ο Κλέων όσον και ο Βρασίδας εύρον το θάνατον επί του πεδίου της μάχης, αποτελούν μίαν από τας δραματικωτέρας σελίδας του Πελοποννησιακού πολέμου. Ήσκησαν δ' επι πλέον αποφασιστικήν επιρροήν διά την σύναψιν της ανακωχής κατα την οποίαν απεφασίσθη και συνωμολογήθη και η επίδοσις της υπό του Βρασίδα κατακτηθείσης Αμφιπόλεως εις τους Αθηναίους. 

Των περί την Αμφίπολιν συγκρούσεων και μαχών, μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, λεπτομερή και γλαφυράν αφήγησιν μας δίδει ο Θουκυδίδης, ο οποίος στρατηγός ων τότε, διετάχθη όπως σπεύση προς σωτηρίαν της Αμφιπόλεως. Φθάσας όμως αργά, μόλις ηδυνήθη να περισώσει την επι των εκβολών του Στρυμόνος Ηιόνα. Είναι γνωστόν οτι η βραδύτης αύτη υπήρξεν η αιτία της αυτοεξορίας του εις την "Σκαπτήν Ύλην" της Θράκης, όπου συνέγραψε την πολυτιμοτάτην και αθάνατον ιστορικήν του συγγραφήν. 

Σύμβολον αιώνιον και αψευδές εκμαρτύριον της αναμφισβητήτου ελληνικότητος της παραστρυμονίου ταύτης περιοχής, προβάλλει και σήμερον ακόμη ο Λέων της Αμφιπόλεως, τον οποίον τύχη αγαθή διεφύλαξεν μεν στοργικώς η Σερραϊκή γή, επανέστησεν δε το 1937 δεξιά της από Σερρών εις Αμφίπολιν αγούσης οδού, ο τότε εν Αθήναις πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, φιλέλλην και αρχαιόφιλος Λίνκολν Μακ Βη. 

Προσαρτηθείσης βραδύτερον υπό του Φιλίππου του Β' της μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου Θρακικής χώρας, εις την άλλην Μακεδονίαν, αι Σέρραι και η ύπαιθρος αυτής απετέλεσαν εφεξής αναπόσπαστον μέρος της Μακεδονίας, οι δε κάτοικοι της μετέσχον διακριθέντες, εις όλας τας σπουδαιοτέρας των μαχών, τας οποίας διεξήγαγε ο δορυκτήτων της Ασίας, ο ένδοξος και Μέγας Μακεδών Στρατηλάτης Αλέξανδρος ο υιός Φιλίππου του Β'. 

Υπό την αρχηγίαν Αμύντου του Αρραβαίου κατά την εν Γρανικώ μάχην γενομένην τω 334 π.Χ. οι Παίονες εισέρχονται πρώτοι εις τον Γρανικόν ποταμόν και υπό την χάλαζαν των Περσικών βελών, πρώτοι καραφθάνουσι και καταλαμβάνουσι την απέναντι όχθην, γενναίως αποθήσαντες τους Πέρσας. Την δεδοκιμασμένην ανδρείαν και υπεροχήν των ο Αλέξανδρος εν δημηγορία προς τα στρατεύματα του, προ της εν Ισσώ μάχης, εξαίρει και επαινεί αποκαλών τους Παίονας, ως τους ευρωστοτάτους και μαχιμωτάτους των κατοίκων της Ευρώπης. Κατά την εν Ισσώ μάχην τάσσει τους Παίονας υπό τον Αρίστωνα, προ των Θεσσαλών ιππέων, προς αντιμετώπισιν ολοκλήρου του επερχόμενου Περσικού ιππικού. Εις δε την εν Αρβήλοις και Γαυγαμήλοις μάχην (331 π.Χ.) διαταχθέντες υπό του Αλεξάνδρου επιπίπτουν κατά των Σκυθών και κατανικούσι αυτούς

Ότε κατά το 168 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Αιμίλιος Παύλος κατενίκησε εις την Πύδναν, τον τελευταίο βασιλέα των Μακεδόνων τον Περσέα, ολόκληρος η Μακεδονία υπετάγη εις τους Ρωμαίους. 

Η Ανατολική Μακεδονία τότε, απετέλεσε με πρωτεύουσα την Αμφίπολιν, την μίαν εκ των τεσσάρων επαρχιών την γνωστήν υπό το όνομα "Μακεδόνων Πρώτη" εις την οποίαν συμπεριελήφθησαν και αι Σέρραι. Αλλ' ενώ η Θεσσαλονίκη και η Αμφίπολις εκηρύχθησαν "ελεύθεραι" εις την πόλιν των Σερρών ουδεμία αυτονομία ή αυτοδιοίκησις εχορηγήθη. Λόγοι της τοιαύτης μεταχειρίσεως ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να είναι, ειμή εκδήλωσις εχθρότητος των νέων κατακτητών προς πόλιν ισχυράν και σημαίνουσαν, η οποία προέβαλεν, αντίστασιν και παρέσχεν πράγματα εις αυτούς. Παρά την πόλιν των Σερρών εστρατοπαίδευσαν τότε αι Ρωμαϊκαί Λεγεώνες ως αναφέρει και ο Τίτος Λίβιος, ο οποίος παραδόξως και κατ' εξαίρεσιν όλων των συγγραφέων, αναφέρει αυτήν μεγάλην και πολυάνθρωπον αλλά ως "σκοτεινήν" . 

Μετά τον έκτον μ.Χ. αιώνα, ότε το διαδεχθέν την Ρώμην Βυζαντινόν Κράτος, διηρέθη εις 64 Επαρχίας, αι Σέρραι υπήρξαν μία εκ των 31 Επαρχιών του Ιλλυρικού θέματος, της οποίας πρωτεύουσα υπήρξεν η Θεσ/νίκη. 

Ιδιαίτερον όμως ιστορικόν ενδιαφέρον παρουσιάζουν αι Σέρραι κατά την Βυζαντινήν περίοδον. Ανακαινισθείσαι υπό του αυτοκράτορος Νικηφ. Φωκά, κατά το πρώτον έτος της βασιλείας του, ήτοι τω 803 μ.Χ. και εποικισθείσα υπ' αυτού δια μεγάλου στρατιωτικού πληθυσμού, έγιναν έκτοτε μαζί με την βορειότερον αυτής κειμένην πόλιν του Μελενίκου, ο πραγματικός προμαχών της αυτοκρατορίας, κατά των συνεχών από βορράν σλαυϊκών επιδρομών. Υπό των Βυζαντινών συγγραφέων αποκαλούνται "Μέγα και θαυμαστόν αστύ" , "πόλις οχυρά" , "μεγάλη και πλουσία" , "Μητρόπολις" , "Αρίστη", ένεκα δε των πλεονεκτημάτων της και της από πάσης απόψεως επικέντρου τοποθεσίας της, καθίσταται το μήλον της έριδος. 

Φράγκοι και Βούλγαροι και Σέρβοι και Τούρκοι, αμιλλώνται δια την απόσπασίν της από το Βυζαντινόν Κράτος. Εναλλάσσει κυρίους επί βραχέα χρονικά διαστήματα. Πλειστάκις μεταβάλλεται εις ερείπια και σποδόν, αλλ' ανίσταται και πάλιν, χάρις εις την ευψυχίαν, την δραστηριότητα και το ακατάβλητον φρόνημα των κατοίκων της. 

Τω 976 ο Μωϋσής, ο υιός του Βοεβόδα του Τυρνόβου Σισμάν, πολιορκήσας την πόλιν, οικτρόν ευρίσκει θάνατον υπό τα τείχη της, βληθείς δια λίθου ριφθέντος υπό στρατιωτών εκ των επάλξεων, αι δε Βουλγαρικαί ορδαί των οποίων ηγείτο, απαισχύντως τρέπονται εις φυγήν. 

Βασίλειος ο Μακεδών, ο αποκληθείς Βουλγαροκτόνος ένεκα των μακρών αγώνων του κατά των Βουλγάρων, ηυνόει ιδιαιτέρως την πόλιν των Σερρών. Τρις τας επισκέφθη και διέμεινεν επί μακρόν εν αυτή. Κατά δε την πρώτη παραμονήν του τω 990 μ.Χ., ωχύρωσε αυτάς τελειότερον και τας κατέστησεν ορμητήριον δια τας κατά των Βουλγάρων εκστρατείας του. Όταν τω 1014 κατετρόπωσε εις την παρά τον Στρυμόνα στενωπόν, την λεγομένην Κλειδίον, τα υπό τον Σαμουήλ προς νότον κατερχόμενα Βουλγαρικά στίφη, τας δέκα πέντε χιλιάδας των αιχμαλώτων, τους οποίους συνέλαβεν κατά την μάχην εκείνην, ωδήγησεν εντός της πόλεως των Σερρών, όπου και έλαβε χώραν η υπό των Βυζαντινών μνημονευμένη τρομερά και απάνθρωπος μεν εκδίκησις δια της τυφλώσεως αυτών, πλην δικαιολογημένη εκ των πραγμάτων και των τότε περί πολέμου αντιλήψεων. Όταν τέλος αποκαμόντες οι Βούλγαροι από τας συνεχείς ήττας των, ηθέλησαν να συνθηκολογήσουν και να υποταγούν, ο Αυτοκράτωρ Βασίλειος εις την πόλιν των Σερρών επεφύλαξεν την τιμήν, όπως ίδη συντετριμμένην και λιπόψυχον την Βουλγαρίαν να παραδίδη επί του εδάφους της τας κλείδας των φρουρίων και να κλίνη το γόνυ και τον αυχένα προ του μεγαλείου της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Ο τρομερός Βούλγαρος Κρακράς, φρούραρχος του Πέρνικ. μετά του υιού του, του αδελφού του και τριάκοντα πέντε άλλων φρουράρχων, εν Σέρραις τω 1018, αυτοπροσώπως παραδίδουν εις τον Βασίλειον τας κλείδας των φρουρίων των. Εκεί επίσης αυτοπροσώπως παραδίδει εις τον αυτοκράτορα την χώραν του ο άρχων της Στρωμνίτσης Δραγομούζ, φέρων μάλιστα μεθ' εαυτού και τον Πατρίκιον Ιωάννην Χαλδία, τον οποίον ο Σαμουήλ επί 27 ολόκληρα έτη είχεν έγκλειστον εις τας φυλακάς

Ότε η Κωνσταντινούπολις, μετά την δια της παρασπονδίας κατάληψιν της υπό των Φράγκων τω 1204, μετά της Ανδριανουπόλεως και ολοκλήρου της Θράκης υπήχθη υπό τον Βαλδουϊνον, αι Σέρραι υπήχθησαν εις το Βασίλειον της Θεσσαλονίκης, το οποίον παρεχωρήθη εις τον Μαρκήσιον Βονιφάτιον τον Μονφερατικόν, ο οποίος και κατέλαβε αυτάς αμαχητί. 

Μετά δύο όμως έτη, ήτοι τω 1206, ο Βούλγαρος ηγεμών Ιωάννης ο Α. ή Ιωαννίτσης, ο δια την ώμότητα και την απανθρωπίαν του αποκληθείς Σκυλογιάννης, καταλαμβάνει τας Σέρρας κατόπιν ασθενούς αντιστάσεως της Φραγκικής φρουράς, την οποίαν ολόκληρον συγκειμένην το πλείστον εκ Λατίνων, απέστειλεν εις Βουλγαρίαν, αφού απεκεφάλισεν τους αξιωματικούς και ανασκάπτει αυτήν εκ θεμελίων. Όλη την μανίαν, όλον το μίσος των Βουλγάρων κατά των Ελλήνων και της πόλεως η οποία, όπως προηγουμένως ελέχθη έπαιξε πόλον εις όλους τους κατά των Βουλγάρων αγώνας του Βυζαντινού κράτους, το μετέβαλεν εις πυρ και σίδηρον ώστε από την λαμπράν πόλιν δεν έμεινε τίποτε ειμή γη προς άρωσιν. 

Ουδεμία άλλην τοιαύτην ολοκληρωτικήν καταστροφήν αναφέρει η ιστορία. Διότι, οι μεν Καταλάνοι, οι οποίοι εξεχύθησαν ανά τας Μακεδονικάς πόλεις τω 1307 υπό τον Ροκαφόρ, πλην της δηώσεως της χώρας και των ληστρικών πράξεων, ουδεμίαν καταστροφήν επέφερον εις τα κτίρια της πόλεως των Σερρών, η δε κατά το 1913 πυρπόλησις και καταστροφή αυτής υπό των Βουλγάρων και πάλιν, μολονότι εξηφάνισε ολόκληρον το κυρίως άστυ, φαίνεται μηδαμινή συγκρινομένη προς την ολοκληρωτική εκθεμελίωσιν του 1206 υπό του Ιωαννίτση

Δύο μόνο έτη αι Σέρραι διετέλεσαν υπό την εξουσίαν του Ιωαννίτση. Διότι ο εις Ναύπλιον τότε ευρισκόμενος Βανιφάτιος εκστρατεύσας τας επανέκτησεν και διετήρησε την επ' αυτών εξουσίαν μέχρι του 1220. Τότε επανακτά την ελευθερίαν της και μέχρι του 1230 τελεί υπό την εξουσίαν του Δεσπότου της Ελλάδος Θεοδώρου Αγγέλου του Κομνηνού μετέπειτα αυτοκράτορος της Θεσσαλονίκης, όστις κατά το 1224 κατετρόπωσε τους Φράγκους έξωθι των Σερρών, επεχειρήσαντας να ανακαταλάβουν αυτήν και την Θεσσαλονίκην. Ο Θεόδωρος ο Κομνηνός, μολονότι το κράτος του εξετείνετο από του Δυρραχίου μέχρι της Θεσσαλονίκης και από Ναυπλίου μέχρις Ανδριανουπόλεως, επιθυμών να επεκτείνη τα όρια του έτι περισσότερον, επετέθη κατά των Βουλγάρων το 1230. Ηττήθη, όμως, παρά τον Έβρον εν Θράκη και ηχμαλωτίσθη, αι δε Σέρραι, το Διδυμότειχον, η Αδριανούπολις και άλλαι πόλεις περιήλθον υπό την εξουσίαν του Βουλγάρου Ασάν του Β' υιού του Ιωαννίτση. Και η δευτέρα αυτή κατοχή των Σερρών υπό των Βουλγάρων υπήρξε επίσης σύντομος. Διήρκεσεν μόλις 15 έτη, ήτοι από του 1230-1245, οπότε ο αυτοκράτωρ της Νικαίας Ιωάννης Δούκας Βατάτσης, επωφεληθείς της ανηλικότητος του Καλλιμάνη, διαδόχου και υιού του Ασάν, διαπεραιωθείς τον Ελλήσποντον, ανακατέλαβε ολόκληρον την εν τω μεταξύ χώραν και εισήλθεν επεφημούμενος υπό των κατοίκων και εις Σέρρας, παραλαβών ταύτας από το Βούλγαρον φρούραρχον Δραγωτάν. Εκ Σερρών δε πορευόμενος προς Βορράν, ο Βατάτσης κατέλαβε επίσης αμαχητί και τον Μελένικον, κατόπιν της θαυμασίας αγορεύσεως του επιφανούς Μελενικίου Νικολάου Μαγκλαβίτου. Αλλ' αι Σέρραι την εποχήν εκείνην είχον καταντήσει εν άσημον χωρίον

Εν τούτοις, μετά την κατά το 1261 εκδίωξιν των Φράγκων και την εγκατάστασιν εκ νέου της έδρας του Βυζαντινού Κράτους εις την Κωνσταντινούπολιν, αι Σέρραι και πάλιν ηξιώθησαν μεγίστης προσοχής. Από της εποχής εκείνης, ήτοι του ΙΓ' αιώνος, εμφανίζεται πλέον ως πρωτεύουσα ιδίου Θέματος, ήτοι του Θέματος Σερρών ή Σερρών και Στρυμόνος, ενώ πρότερον υπήγετο εις Θέμα Βολερού και Στρυμόνος, της οποίας πρωτεύουσα ήτο η Χριστούπολις, δηλαδή η Καβάλα. Λόγω της σπουδαιότητος αυτής, διοικηταί της ορίζοντο γόνοι και συγγενείς των αυτοκρατόρων, ως Μιχαήλ Παλαιολόγος ο μετέπειτα αυτοκράτωρ και ταχέως επανέρχεται εις την προτέραν αυτής ακμήν. Τον Μιχαήλ Παλαιολόγον αποθανόντα κατά το 1282, διεδέχθη Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος. Η παρ' αυτού όμως πρόσληψις Ισπανών μισθοφόρων, των γνωστών εν τη ιστορία ως Καταλανών, εδημιούργησεν δια τε την αυτοκρατορίαν ολόκληρον και την πόλιν των Σερρών, μίαν ιδιότυπον κατάστασιν, η οποία πολλάς καταστροφάς επέφερεν εις την χώραν. Οι μισθοφόροι ούτοι Καταλανοί στρατιώται μετατραπέντες εις ληστρικήν εταιρείαν, κατήργησαν και εν Σέρραις πάσαν αρχήν νόμιμον και ελεηλάτησαν τα πάντα

Οι Αυτοκράτορες Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος ο Πρεσβύτερος και ο εγγονός αυτού Ανδρόνικος ο νεώτερος θερμότατον ενδιαφέρον επέδειξαν δια την πόλιν. Η εμφυλία, όμως, διαμάχη κατ' αρχάς μεν μεταξύ των δύο Ανδρονίκων και εν συνεχεία η από του θανάτου του Ανδρονίκου Παλαιολόγου, επισυμβάντος την 15η Ιουνίου 1345, αρξαμένη νέα διχόνοια μεταξύ των υιών αυτού και του διεκδικητού του θρόνου Ιωάννου του Καντακουζηνού, εταλαιπώρησεν πολύ το Κράτος και την πόλιν των Σερρών ιδιαιτέρως. 

Αι Σέρραι ταχθείσαι τότε με το μέρος των Παλαιολόγων, παντοιοτρόπως ενίσχυσαν και μετά μεγάλου φανατισμού Άνναν την Παλαιολογίναν, μητέρα και κηδεμόνα του ανήλικου Ιωάννου του Ε' εις τον κατά Καντακουζηνού αγώνα, ο οποίος μάλιστα ησθάνετο πολλήν πικρίαν δια τούτο,δεδομένου ότι και κτήματα πολλά είχεν εκεί, και έφορος της Μονής Προδρόμου διορισμένος παρά του ιδρυτού αυτής ήτο, και παντοίους άλλους δεσμούς με την πόλιν των Σερρών είχεν, ως ο ίδιος εν τη ιστορική του συγγραφή, αναφέρει. 

Ο Καντακουζηνός κατ' επανάληψιν απεπειράθη να καταλάβη την πόλιν των Σερρών και δια τους ανωτέρω λόγους αλλά και διότι του ήτο αυτή αναγκαία και δια το κύρος του ως αυτοκράτορος, θεωρών αυτήν "ού φαύλην και οίαν καταφρονηθήναι, αλλά μεγάλην τε και θαυμαστήν και αναγκαίαν τη Ρωμαίων αρχή". 

Πλειστάκις, βοηθούμενος και υπό των Σέρβων, μετά των οποίων είχεν συνάψει συμμαχίαν, επεχείρησεν δια πολιορκίας να καταλάβη την πόλιν, πλην όμως απέτυχεν οικτρώς, τόσον εκ της πείσμονος αντιστάσεως των Σερραίων, όσον και εκ της ενσκηψάσης εις τα Σερβικά στρατεύματα επιδημίας, η οποίαν προήλθεν από την βουλιμίαν και την άκρατον πολυφαγίαν, και η οποία κυριολεκτικώς τα εσάρωσε. "Μέλιτος γαρ, εμφορούμενοι και κρεών -λέγει ο ίδιος ο Καντακουζηνός- ων η χώρα μάλιστα ευπόρει, είτα αποθλίβοντες και σταφυλάς και του απορρέοντος αυτίκα εμφορούμενοι, εις πυρετούς ενέπιπτον και φθόας, έπειτα απέθνησκον υπό της νόσου". Χίλιοι πεντακόσιοι Σέρβοι στρατιώται απέθανον τότε εκ της επιδημίας, ενώ εκ της στρατιάς του Καντακουζηνού ούτε απέθανεν, ούτε ησθένησε τις. 

Ενδεικτικόν εξ άλλου των έναντι του Καντακουζηνού διαθέσεων και αισθημάτων των Σερραίων είναι και ο τρόπος με τον οποίον υπεδέχθησαν τον υπό αυτού αποσταλλέντα πρεσβευτήν του, εν τη προσπαθεία προσαιτερισμού αυτών προς αποφυγήν περαιτέρω αιματοχυσίας. Εξηγριωμένοι εκ της επιμονής του Καντακουζηνού, κατέσφαξαν τον πρεσβευτήν και τεμαχίσαντες εις τέσσαρα τεμάχια το σώμα αυτού, εκρέμασαν ταύτα δια σχοινίου εις τους τέσσαρας Πύργους. 

Των διενέξεων τούτων, όμως, επωφελούμενος ο Κράλης των Σερβών Δουσάν και της αντιπάθειας των Σερραίων προς τον Καντακουζηνόν ήρχισεν δι' ίδιον πλέον λογαριασμόν δηώσεις της υπαίθρου χώρας, δια να αναγκάση τους Σερραίους προς υποταγήν, όπερ τελικώς και επέτυχεν δια παρασπονδίας και προδοσίας

Ούτω την 24 Σεπτεμβρίου του 1345, εισήλθεν ο Κράλης εις την πόλιν των Σερρών, ότε και λειτουργηθείς εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, ανηγορεύθη Αυτοκράτωρ

Το υπ' αυτού συγκροτηθέν τότε μέγα Κράτος, ο Δουσάν διεμοίρασε εις οκτώ Ηγεμόνας υποτελείς εις αυτόν, κατά το σύστημα των Βυζαντινών τίτλων, τους οποίους εμιμήθη και διετήρησεν και αυτός, εκαλούντο Δεσπόται και Σεβαστοκράτορες. Ο Δουσάν μάλιστα, συζευχθείς την θυγατέρα του Ανδρονίκου Ελένην, εκολακεύετο να αποκαλή εαυτόν Αυτοκράτορα και των Ρωμαίων. 

Η περίοδος αυτή, της βασιλείας τουτέστιν του Δουσάν και των διαδόχων του, οι οποίοι μετά τον κατά το 1356 επισυμβάντα θάνατον αυτού, εκηρύχθησαν ανεξάρτητοι, είναι λίαν ενδιαφέρουσα. Άξια δε ιδιαιτέρας μελέτης και τα διασωθέντα διάφορα, συντεταγμένα εις την Ελληνικήν και Σερβικήν, Χρυσόβουλα και Διατάγματα, τα αφορώντα την πόλιν των Σερρών, και την Μονήν Προδρόμου και άλλους ιδιώτας

Υπό Σέρβον Σεβαστοκράτορα, τον Ιωάννην Ούγκλεσην, η πόλις των Σερρών ως πρωτεύουσα αυτού, διετέλεσε μέχρι του έτους 1371, οπότε αύτη, μετά τον κατά την 26 Σεπτεμβρίου 1371 θάνατον αυτού και του αδελφού του Βουλκασίνου, Δεσπότου και Σεβαστοκράτορος επίσης τμήματος της Μακεδονίας, εις την κατά των Τούρκων μάχην του παρά το Έβρον Τζερνομιάνου, την γνωστήν εκ των Τουρκικών κειμένων ως "Σίρπ Σιντουγί", δηλαδή "Ήττα των Σέρβων", περιήλθεν και πάλιν υπό την εξουσία των Βυζαντινών, ιδία δε υπό την εξουσίαν του Δεσπότου της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Παλαιολόγου

Επί δωδεκαετίαν περίπου, ο Μανουήλ ηγωνίζετο όπως διατηρήση την επί των Σερρών εξουσίαν του. Αλλά ο εκχυθείς ανά την Ευρώπην εξ Ασίας χείμαρρος, δεν ήτο δυνατόν να αναχαιτισθή προ των τειχών των Σερρών, και ούτω τη 19 Σεπτεμβρίου του 1383, ήτοι εβδομήκοντα έτη προ της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, υπετάγησαν και αυταί εις τους Τούρκους και έζησαν τον μακραίωνα ζυγόν της δουλείας, μαζύ με ολόκληρον το Γένος, υπό συνθήκας, αι οποίαι αποτελούν το αντικείμενον των εφεξής κεφαλαίων της παρούσης συγγραφής. 

Πριν ή όμως εισέλθουμεν εις το κύριον θέμα της παρούσης συγγραφής μας, δηλαδή της εξιστορήσεως της κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας τύχης της πόλεως των Σερρών, ως και των συνθηκών διαβιώσεως και των ιστορικών περιπετειών των Σερραίων, σκόπιμον όπως δώσωμεν την κατά τους χρόνους της αλώσεως τοπογραφίαν αυτής, καθώς και της Ακροπόλεως, βάσει των αφηγήσεων των κατά καιρούς επισκεφθέντων την πόλιν περιηγητών, και των σωζωμένων ήδη ερειπίων.

 

Ετικέτες

 

Από τον τουριστικό οδηγό του Δήμου Σερρών "Σέρρες" - Δεκέμβριος 1994 Η πόλη των Σερρών, κτισμένη σ' ένα από τα πιο ταραγμένα σταυροδρόμια της Ευρώπης, πέρασμα αναρίθμητων στρατών και λαών, είναι μια από τις λίγες αρχαίες πόλεις του πολύπαθου ελληνικού χώρου που κατόρθωσε να διατηρήσει αδιάλειπτη ζωή από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι σήμερα. Πρώτη φορά εμφανίζεται στην ιστορία στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Την αναφέρει ο Ηρόδοτος με το όνομα Σίρις και τον εθνικό προσδιορισμό ¨Παιονική¨, τους δε κατοίκους Σιροπαίονες. Μετά τον Ηρόδοτο, τη μνημονεύει ο Θεόπεμπος ως Σίρρα, το εθνικόν Σιρραίος. Αργότερα, ο Ρωμαίος Τίτος Λίβιος την αποκαλεί Siras (= Σίραι, στον πληθυντικό) και την εντοπίζει στην Οδομαντική. Τέλος, ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει: ¨Σίρις εν Παιονία¨ και ¨Σιριοπαίονες¨.

Το αρχαιότερο επιγραφικό μνημείο που διασώζει τη γραφή ¨Σιρραίων πόλις¨ είναι ρωμαΐκής εποχής και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Με το όνομα Σέρραι μνημονεύεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα με την παραλλαγή Φέρραι. Το όνομα Σίρις προέρχεται, ίσως, από την λέξη σίριος = ήλιος.

Αρχαιολογικά ευρήματα από την πρώτη ιστορική εποχή των Σερρών ελάχιστα διασώθηκαν: μερικά μελανομβαφή όστρακα του 6ου ή του 7ου αιώνα π.Χ. στην Ακρόπολη. Πλουσιότερα είναι τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής: μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και επιγραφές επιτάφιες, τιμητικές και αναθηματικές.

Κατά τον 5ο αιώνα, οι Σέρρες αναφέρονται σαν έδρα Επισκοπής και τον 6ο αιώνα είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της 7ης Επαρχίας του Βυζαντινού κράτους. Από τον 8ο αιώνα, ο ρόλος των Σερρών στην Ελληνική ιστορία γίνεται πρωταγωνιστικός και η πόλη θεωρείται η πιό επίσημη ανάμεσα στο Νέστο και Στρυμόνα. Οι βυζαντινοί συγγραφείς την αποκαλούν: «μέγα και θαυμαστόν άστυ», «ισχυράν», «αναγκαίαν», «καλήν», «πλουσίαν», «μεγίστην», «αρίστην», «μητρόπολιν», «θεοφρούρητον» κ.λ.π.

Κατά τον Μεσαίωνα έπαθε πολλές καταστροφές, μερικές ολοκληρωτικές και σκλαβώθηκε αρκετές φορές, μα τελικά επέζησε. Το φθινόπωρο του 1204, παραδόθηκε στους Φράγκους σταυροφόρους, που ξεκίνησαν να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους και σκλάβωσαν ένα χριστιανικό κράτος. Το 1205 ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωάννης Α΄ κυρίευσε τις Σέρρες αιχμαλώτισε τη φραγκική φρουρά, αποκεφάλισε τους αξιωματούχους της και κατέστρεψε συνθέμελα την πόλη. Το 1221 περιήλθε στο Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο, το 1230 όμως, ο Βούλγαρος τσάρος Ιωάννης Β΄ αιχμαλώτισε και τύφλωσε το Θεόδωρο στη μάχη της Κλοκοτινίτσας και κατέλαβε τις Σέρρες. Την πόλη αναγκάστηκε να παραδώσει ο Βούλγαρος φρούραρχος Δραγωτάς μετά από ξαφνική επίθεση το 1245 στον Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Βατάτζη. Από τους Ελληνες, που κατάφεραν στο μεταξύ να ξαναπάρουν την Κωνσταντινούπολη, απέσπασε τις Σέρρες το 1345, ύστερα από μακρά πολιορκία, ο κράλης της Σερβίας Στέφανος Ντουσιάν. Απομεινάρια της Σερβικής κατοχής είναι μέρος των τειχών της Ακρόπολης και ο μεγάλος πύργος, που σύμφωνα με την επιγραφή του "έκτισεν ο Ορέστης" πιθανά ο γνωστός από έγγραφα Ελληνας "καθολικός κριτής" και "ο επι του στρατού".

Το σερβικό κρατίδιο των Σερρών, μετά την ήττα των Σέρβων από τους Τούρκους στο Τζερνομιάνο (Έβρου) το 1371 διαλύθηκε και η πρωτεύουσα του Σέρρες περιήλθε στο Βασιλιά της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β΄. Μα δεν έμεινε σε ελληνικά χέρια πολύ καιρό. Την κατέλαβαν οι Τούρκοι προσωρινά το 1373 και οριστικά το1383, εβδομήντα χρόνια πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης.

Τα αρχαιότερα έργα γλυπτικής που βρέθηκαν στις Σέρρες είναι της ρωμαϊκης εποχής. Δείγματα ζωγραφικής δεν έχουμε από την αρχαιότητα. Η ζωγραφική παρουσίασε ακμή στις Σέρρες κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Σπουδαίο κέντρο μιας αδιάλειπτης ζωγραφικής κίνησης υπήρξε το περίφημο μοναστήρι του Προδρόμου Σερρών, που ιδρύθηκε το 1276. Στο μοναστήρι υπάρχουν εικονογραφίες του 14ου αιώνα, από τις πιο ενδιαφέρουσες στη χώρα μας.

Το παλιότερο και πολυτιμότερο κτίριο των Σερρών είναι ο αναστηλωμένος ναός των Αγίων Θεοδώρων (Παλιά Μητρόπολη), μεγάλη ορθογώνια ελληνιστική βασιλική, τρίκλιτη. Η αρχική κατασκευή της ανάγεται σε χρόνους παλαιοχριστιανικούς και κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες προσθήκες και επισκευές. Κτίριο αξιόλογο είναι και ο Άγιος Νικόλαος στην Ακρόπολη, κοιμητηριακός ναός με κρύπτη, πιθανόν του 11ου αιώνα . Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά μνημεία των αρχών ίσως του 14ου αιώνα είναι και οι ναοί του Αγίου Γεωργίου Κρυονερίτη και του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Προδρομούδι).

Παλιά αρχοντικά και ιδιωτικά κτίρια δε διασώθηκαν στις Σέρρες εξαιτίας των πολλών καταστροφών και ιδιαίτερα της τελευταίας πυρπόλησης του 1913. Χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής μακεδονικού ρυθμού, είναι το σπίτι του Ζαπάρα που σώζεται στην Απάνω Καμενίκια.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Σέρρες μεγαλώνουν πολεοδομικά. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Τούρκος συγγραφέας Χατζηκάλφας τις αποκαλεί ¨πόλη των σοφών¨ και το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Ελβιγιά Τσελεμπί τις αναφέρει σαν τρίτη σε μέγεθος και σπουδαιότητα ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες πόλεις της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Αξιόλογα είναι πολλά τουρκικά οικοδομήματα, που δείχνουν την επιμιξία της ανατολικής και βυζαντινής τέχνης. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα και ομορφότερα τεμένη της Ευρωπαικης Τουρκίας, φημισμένο άλλοτε για την χάρη και κομψότητά του είναι τοτέμενος Αχμέτ Πασά, του 1492. Ενα άλλο μνημείο, το Τζιντζιρλί Τζαμί, παρουσιάζει επίσης σημαντικά αρχιτεκτονικά χαρίσματα. Από τα παλιότερα κοσμικά τουρκικά κτίσματα διασώθηκε το Μπεζεστένι, που χρησιμοποιούνταν για κλειστή αγορά πολυτελών εμπορευμάτων και σήμερα είναι Αρχαιολογικό Μουσείο. Κτίστηκε πιθανότατα το 1385.

Οι Σερραίοι πήραν μέρος σε όλες τις προεπαναστατικές κινήσεις των υποδούλων Ελλήνων κατά το απίστευτα μεγάλο χρονικό διάστημα της σκλαβιάς και πλήρωσαν ακριβά τον ασίγαστο έρωτά τους στην ελευθερία. Ηρωϊκές σερραϊκές μορφές της Επανάστασης του 1821, αναδείχτηκαν ο Εμμανουήλ Παπάς, με την τραγική τύχη ολόκληρης της οικογένειας του και ο συγγραφέας του Αγώνα Νικόλαος Κασομούλης. Κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, τότε που δεν υπήρχε ο σιδηρόδρομος, κυριαρχούσε στη θάλασσα η πειρατεία και οι μεταφορές γίνονταν με καραβάνια, η χρυσή πεδιάδα των Σερρών και ο απέραντος πλούτος της σε δημητριακά και κτηνοτροφικά προϊόντα συντέλεσαν ώστε η πόλη να γνωρίσει μεγάλη εμπορική ακμή.

Εγινε σπουδαίο διακομιστικό κέντρο συγκεντρώνοντας εμπόρους και αγοραστές απ' όλο τον κόσμο. Ξακουστά ήταν τα υφαντά των Σερρών, το βαμβάκι, τα άλογα, τα βουβάλια και τα εξαίρετης τέχνης πήλινα αγγεία της.

Στις Σέρρες, κυρίως από τον 17ο αιώνα του Διαφωτισμού, ανυψώθηκε η παιδεία και καλλιεργήθηκαν εντατικά τα γράμματα. Περίφημες ήταν οι Σχολές των Σερρών, που συντέλεσαν στην ανάπτυξη σπουδαιότατης πνευματικής κίνησης. Σ' αυτές δίδαξαν κατά καιρούς πολλές φωτεινές προσωπικότητες. Εδώ ιδρύθηκε και το πρώτο διδασκαλείο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Τουρκία και Ελλάδα, το 1872. Απ' αυτό αποφοίτησε μεγάλος αριθμός δασκάλων, οι οποίοι σκορπίζοντας σε όλα τα μέρη του Ελληνισμού, έγιναν αποφασιστικά εθνικά όργανα διαφωτισμού και αφύπνισης του Γένους. Για την ίδρυση και συντήρηση των σχολείων βοήθησαν οικονομικά πολλοί Σερραίοι ευεργέτες.

Η πόλη κατά την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα (1904 - 1908), υπήρξε μαζί με την Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, βασικό κέντρο οργάνωσης και καθοδήγησής του. Στο τέλος του Β΄ Βαλκανικού πολέμου, ένα μεγάλο τμήμα των Σερρών πυρπολήθηκε και ερειπώθηκε από τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Αλλά, είχαν σημάνει πια οι καμπάνες της ελευθερίας ύστερα από δουλεία 530 χρόνων. Έφτασε η πιό μεγάλη ώρα των Σερρών. Στην τυραννισμένη πολιτεία μπήκε η VII Ελληνική μεραρχία. Ο μέραρχος Ναπολέοντας Σωτήλης με προκήρυξη που εξέδωσε στις 28 Ιουνίου 1913, εξήγγειλε ότι «απελευθερώνει και καταλαμβάνει τας Σέρρας και προσκαλεί τους κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθουν εις τας ειρηνικάς των ασχολίας».

 

Ετικέτες