admin3

Μεσοπολεμικά Χρόνια

Το θρυλικό "Σχέδιο πόλεως Σερρών"

Το θρυλικό "Σχέδιο πόλεως Σερρών" και οι δια μέσου των χρόνων "περιπέτειες" του!

Λίγους μήνες ύστερα από την τρομακτική και αδηφάγα πυρκαγιά των Βουλγάρων (28.6.1913) που είχε σαν αποτέλεσμα να αποτεφρωθεί όλο το κεντρικό και σπουδαιότερο τμήμα της πόλης των Σερρών και τη σύναψη ειρήνης ανάμεσα στους αντιμαχόμενους, το πρόβλημα του καταρτισμού «νέου σχεδίου» βάσει του οποίου θα ανοικοδομούνταν η καμένη πόλη, γίνεται ανάγκη άμεση και επιτακτική. 

Τότε και μέσα στον «πυρετό" που επικρατούσε για τα νεοαπελευθερωτικά ελληνικά, εδάφη, κάποιοι υπάλληλοι του αρμόδιου υπουργείου ξέθαψαν κυριολεκτικά ένα παλιό "σχέδιο" που είχε εκπονήσει επί τουρκοκρατίας ένας Αρμένιος μηχανικός. Το "σχέδιο" αυτό ανέλαβε να τροποποιήσει και ει δυνατόν να εφαρμόσει στη συνέχεια, ο τότε διευθυντής των δημοσίων έργων στη Μακεδονία, Μοσχίδης. 

Εν τω μεταξύ και όσο ο Μοσχίδης μελετούσε το παλιό εκείνο σχέδιο, αρκετοί Σερραίοι πιεζόμενοι από τις αφόρητες συνθήκες διαβίωσης ανάμεσα στα ερείπια, συγκεντρώθηκαν στο μέγαρο του Διοικητηρίου για να εκλέξουν μία επιτροπή που θα φρόντιζε τόσο για τον καθορισμό των οικοπέδων όσο και των συναφών οικονομικών προβλημάτων. 

Στις 8 Νοεμβρίου 1913 εκλέχτηκε η επιτροπή με τον τότε Νομάρχη Ευγένιο Καβαλιεράτο ως επίτιμο πρόεδρο και μέλη τους προέδρους Γκίνη καιΧ"Στογιάννη, τον γραμματέα Πολυμέρου, τους Σχοινά, Μόσχο, Μαρούλη, Αζαρία, τον τούρκο Δήμαρχο Ακήλ - Μπέη και τους Ταβτζή Εφένδη,Φερίτ Μπέη, Τριανταφύλλου και Ζαγκαρόλα.

"Τοιούτον κτηματολόγιον..."

Το πρώτο δύσκολο πρόβλημα που αντιμετώπισε η εν λόγω επιτροπή ήταν η εφαρμογή του σχεδίου και κυρίως ο τρόπος αποζημίωσης των οικοπέδων που τυχόν θα έχαναν ορισμένοι από τους κατοίκους. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε να σταλούν στην Αθήνα εκπρόσωποι της επιτροπής για να ζητήσουν από την τότε κυβέρνηση 

α) Δάνειο 12 - 15 εκατομμυρίων 
β) χρηματική αρωγή από τον ετήσιο προϋπολογισμό του ελληνικού κράτους 
γ) την μετατόπιση ορισμένων οικοπέδων και 
δ) την αποστολή μηχανικών. 

Πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου 1913 μετέβησαν στην Αθήνα οι Γκίνης, Σχοινάς και Φερίτ Μπέης. Εκεί αφού συναντήθηκαν με τους Δέλιο, Αλεξάνδρου και Θεοδωρίδη, παρουσιάσθηκαν όλοι μαζί πρώτα στον υπουργό Ρέπουλη, ύστερα στο Διομήδη και τέλος στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, χωρίς όμως κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μόνο ο Δούσμανης και ύστερα από προσωπική επέμβαση του Γκίνη κατάφερε να αποσπάσει από κάποια βασιλική υπηρεσία τρεις μηχανικούς της χαρτογραφικής υπηρεσίας που με επικεφαλής το γερμανό διοργανωτή του κτηματολογίου της Ελλάδας Κραφτ, ήρθαν στα Σέρρας για μια προσπάθεια καταρτισμού ενός κτηματολογίου της πόλης. Ταυτόχρονα και όσο χρονικό διάστημα οι μηχανικοί της χαρτογραφικής υπηρεσίας κατάρτιζαν το νέο σχέδιο, η επιτροπή των Σερραίων είχε αποδυθεί σε έναν άνευ προηγουμένου αγώνα προκειμένου να βρει οικονομικούς πόρους που θα βοηθούσαν στην ανοικοδόμηση. 

Εν τω μεταξύ, ο θάνατος του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Ιωάννη Βαλαωρίτη είχε σαν αποτέλεσμα να κόψει τις μέχρι τότε διαπραγματεύσεις με την Τράπεζα. Την ίδια εποχή έρχεται στα Σέρρας ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και στη Θεσσαλονίκη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. 

Οι υποσχέσεις προς την επιτροπή ανανεώνονται, αλλά οι άνθρωποι που την αποτελούν δε φαίνεται να τις πολυπιστεύουν γιατί ταυτόχρονα αναζητούν απ' όπου είναι δυνατόν οικονομικούς πόρους και μετέρχονται χίλιους δυο τρόπους για την οριστική τους εξεύρεση. Έτσι και με πρόταση του Γκίνη αποφασίζεται η σύσταση ελληνικής εταιρείας με 10 εκ. κεφάλαιο, η οποία με την εγγύηση της κυβέρνησης θα ανελάμβανε την ανοικοδόμηση της πόλης χρεωλυτικώς. 

Αλλά, αν η εξεύρεση των απαιτούμενων οικονομικών πόρων δεν ήταν υπόθεση που προχωρούσε εύκολα; ο γερμανός Κραφτ, o ταγματάρχης Ροντίρης και ο ίλαρχος Μπενάκης, που αποτελούσαν την επιτροπή προς καταρτισμό του κτηματολογίου, προχωρούσαν δουλεύοντας μεθοδικά και ακατάπαυστα, με αποτέλεσμα η αποτύπωση της καταστραφείσας πόλης να γίνει με πρωτοφανή ακρίβεια. 

Σχετικά μ' αυτήν, o τότε δημοσιογράφος Μάνος Βατάλας έγραψε στην εφημερίδα «ΦΩΣ» της Θεσσαλονίκης (12.7.1914): «... είδον το σχέδιον και εθαύμασα την επιστημονικότητά του. Όλα τα οικόπεδα μετρημένα, ηριθμημένα, χωροσταθμισμένα, με τα υψόμετρα και με τας ελαχίστους λεπτομερείας των. Φαντασθείτε, ότι έχουν χαραχθεί ακόμη και οικόπεδα... τριών μέτρων επιφανείας!!! Διότι υπάρχουν πολλά τέτοια οικόπεδα. Ακόμη και αι βρύσεις και τα πηγάδια και η παραμικρότερη κλίσις ή καμπή έχουν κανονισθεί με τον διαβήτην. Τοιούτον κτηματολόγιον πρώτην φοράν καταρτίζεται εν Ελλάδι. Ήργησεν, αλλά έγινε...».

Όλα αυτά βέβαια, αφορούσαν το αρχικό σχέδιο, που συμπληρωμένο και από το ρυμοτομικό, δεν θα ήταν παρά ένα "σχέδιο" που αν και ατελέσφορο εν τούτοις θα πρέπει να πούμε πως επρόκειτο για την πρώτη ρύθμιση που έγινε στη χώρα μας μετά το 1909 και μέσα στο πλαίσιο μιας γενικότερης ανανέωσης, χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς για εκείνη την χρονική περίοδο. Ένα σχέδιο, που όμως δεν κρίθηκε ικανό να εξυπηρετήσει επαρκώς την πόλη των Σερρών. Και γιατί, η ανοικοδόμηση που θα ακολουθούσε, χρειαζότανε ριζικότερα μέτρα και βαθύτερες τομές. 

Πάντως, γεγονός είναι ότι και από αυτό προέκυψε τελικά κάποιο κέρδος: Η κτηματογράφηση που είχε πια ολοκληρωθεί από τη χαρτογραφική υπηρεσία του στρατού. Γι' αυτό και παρά τις εγγενείς δυσκολίες, ακολούθησε η σύνταξη ενός δεύτερου ρυμοτομικού σχεδίου, για ν' αρχίσει πάνω σ' αυτό η κατά κάποιο τρόπο τακτοποίηση των ιδιοκτησιών.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Η όλη προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης πόλης των Σερρών θα σταματήσει άδοξα στα 1915. 

H Αλεξάνδρα Καραδήμου Γερόλυμπου γράφει σχετικά: "... ο νόμος 455/1914 και το πρώτο σχέδιο των Σερρών δεν επρόκειτο να εφαρμοστούν ποτέ. Αφ' ενός το γεγονός της ανακαταλήψεως της πόλης από τον βουλγαρικό στρατό και αφ' ετέρου η έλλειψη ρεαλισμού στην αντιμετώπιση της αξιοποίησης που επιφέρει η πολεοδόμησις, οδήγησαν στην υποκατάστασή τους από τον νόμο 2517/1920 και το δεύτερο σχέδιο...". 

Να μείνουμε, όμως, για λίγο στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη δεύτερη βουλγάρικη κατοχή. Όπως ήταν επόμενο, όλες οι σχετικές εργασίες τήν εποχή αυτή διεκόπησαν και όταν η πόλη ανακαταλήφθηκε στα 1918, ελάχιστα πολεοδομικά στοιχεία απ' ό,τι μέχρι τότε είχαν συγκεντρωθεί κατορθώθηκε να ανεβρεθούν. 

Αλλά είχε πια διαμορφωθεί και μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Η κοιλάδα γενικότερα του Στρυμόνα είχε υποστεί μια μεγαλύτερη καταστροφή σε σχέση με την υπόλοιπη Μακεδονία, που είχε πάθει μικρότερες ζημίες. Κι αυτό γιατί μεγάλο μέρος της περιοχής υπήρξε θέατρο αιματηρών και καταστροφικών πολεμικών συγκρούσεων. Και ακόμη μετά το πέρας του πολέμου άρχισαν να επανέρχονται στις εστίες τους όλοι εκείνοι οι πληθυσμοί που είχαν αναγκασθεί σε προσωρινή απομάκρυνση, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της στέγης και της ανοικοδόμησης να παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονο. 

Όμως, ούτε και τότε το ελληνικό Υπουργείο Συγκοινωνιών αποφάσισε να λάβει υπ' όψη του την ανάγκη ανοικοδόμησης ολόκληρης πλέον της πόλεως των Σερρών, αλλά και "τας μελλούσας αυτής επεκτάσεις" και όχι μόνο το κατεστραμμένο της τμήμα. Αλλά τώρα κοντά στα όσα προβλήματα που ήδη αναφύονταν προέκυπτε και εκείνο που θα "επιλαμβάνονταν τα του χειρισμού των ιδιοκτησιών", η λύση του οποίου θα ήταν ότι σπουδαιότερο στην όλη υπόθεση. Γιατί η «λύση» αυτή προέβλεπε να "αποφευχθεί η οιονεί ατομική τακτοποίησις εκάστου οικοπέδου" και να επιδιωχθεί "η δια κληρώσεως τακτοποίησις εξ ενός ιδανικού συνόλου ιδιοκτησιών...". Έτσι στα 1920, συντάσσεται ένα καινούργιο συνολικό σχέδιο και ειδική νομοθεσία για την εφαρμογή του. Πρόκειται για το νόμο 2517 "Περί ανοικοδομήσεως της πόλεως Σερρών επί νέων σχεδίων (ΦΕΚ (Α) 231 της 9.10.1920)". "Πραγματοποιείται έτσι, γράφει η Αλ. Γερόλυμπου, η αργή προσαρμογή των νέων ιδεών στην ελληνική πραγματικότητα...". 

Αν όμως στα χαρτιά φαίνεται πως οι περιπέτειες του θρυλικού πλέον "Σχεδίου της πόλεως των Σερρών" πήραν κάποιο τέλος, στην πράξη τα πράγματα για αρκετά χρόνια αργότερα εξακολουθούν να είναι κάπως συγκεχυμένα. Στα 1928 τα ερείπια και τα χαλάσματα θα εξακολουθούν να κατέχουν το κέντρο της πόλης και πολλοί από τους Σερραίους γηγενείς και τους πρόσφυγες να είναι άστεγοι. Από τις 3.000 οικογένειες που λόγω του εμπρησμού της στα 1913 είχαν μείνει άστεγες, μέχρι τα 1928 μόνο οι 300 είχανε καταφέρει να αποκτήσουν μια κάποια στέγη. Οι υπόλοιποι "άποροι γηγενείς διαβιούν σαρδεληδόν" στα διάφορα τσιφλίκια της περιοχής και κάτω από άθλιες και ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης. Την ίδια χρονιά, η νομαρχία Σερρών προτείνει την όσο το δυνατόν γρηγορότερη κατασκευή 1100 κατοικιών για τους "γηγενείς" και 500 για τους «αστούς πρόσφυγες». Τέλος στην ίδια πρόταση τονίζονταν με τα μελανότερα χρώματα το πρόβλημα των κατοίκων της Ηράκλειας και η άμεση ανάγκη κατασκευής 500 κατοικιών σ' αυτήν καθώς και η άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα χωριά Σέμαλτο, Προβίστα και Λακοβίκια. Στις 25 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς η "Δημοκρατική Νεολαία των Φιλελευθέρων" εισηγείται προς το αρμόδιο υπουργείο τρεις "υποδείξεις":

"...1) Τον καταρτισμόν μιας επιτροπής υπό την Προεδρείαν δικαστικού και τη συμμετοχή ίσου προς τους πρόσφυγας αριθμού αντιπροσώπων των γηγενών. Η επιτροπή αύτη να επαναλάβει την εκτίμησιν των Μουσουλ. οικοδομών η πραγματική αξία των οποίων δεν φέρεται αναγεγραμμένη εις το προχείρως και αβασανίστως καταρτισθέν.κτηματολόγιον της Εθνικής Τραπέζης.

2) Την αποπληρωμήν του τμήματος των ανταλλαξίμων ουχί κατά τον τρόπον καθ' ον ορίζει η υπό τροποποίησιν σύμβασις Εξηντάρη, αλλά δια της καταβολής του αντιτίμου εις δέκα ίσας ετησίας δόσεις.

3) Τον καθορισμόν όπως δια δημοπρασίας εκποιώνται αι οικίαι αι αξίας ανωτέρας των 250 χιλ. δρχ. και τα μαγαζεία τα εκτιμηθησόμενα άνω των 100.000 δραχμών... ".

Δεν ξέρουμε τι ακριβώς έλαβε τότε, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν, υπ' όψη του το αρμόδιο υπουργείο. Εκείνο, όμως, που γίνεται πασιφανές από τη σημερινή πραγματικότητα είναι ότι τελικά χάθηκε η "χρυσή" εκείνη ευκαιρία να γίνει η πόλη των Σερρών μια πόλη οικιστικά και πολεοδομικά μοναδική και ακριβοθώρητη. Μια πόλη ευρωπαϊκού επιπέδου, κάτι σαν αντίγραφο της Φραγκφούρτης, όπως διατυμπάνιζαν σε πρωτοσέλιδα δημοσιεύματά τους οι τότε εφημερίδες, έναν μόλις χρόνο ύστερα από την πυρκαγιά που κυριολεκτικά την αφάνισε !...

Ετικέτες

Σερραίοι Αγωνιστές

 

Εισαγωγή
Από την ημέρα που η πόλη των Σερρών πέρασε στα χέρια των Τούρκων έως την ημέρα της Απελευθέρωσής της οι Σερραίοι αγωνίστηκαν για να διαφυλάξουν την θρησκεία , την παράδοσή τους και να αποτινάξουν το ξένο ζυγό. Οι συνθήκες ζωής των Σερραίων την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν βασανιστικές. 

Ο Παπασυναδινός στη Χρονογραφία του, περιγράφοντας τη συμβίωση τους με τους Τούρκους κάνει λόγο για κρεμάλες, διαρπαγές, παλουκώματα και εξισλαμισμό.

Ο Ν. Πέτροβιτς αναφέρει πως στην περιοχή της Ζίχνης για να μην μαθαίνουν τα μικρά παιδιά ελληνικά τους έκοβαν τη γλώσσα.

Στις αρχές του 19ου αιώνα αγωνίστηκε εναντίον του Ισμαήλ μπέη ο Σερραίος Οπλαρχηγός Τσέλιος Ρουμελιώτης στο βουνό Μενοίκιο. Πλήθος έγγραφα αλλά και τραγούδια του λαού μαρτυρούν πως υπήρχαν ένοπλες επαναστατικές ομάδες στα Σερραϊκά βουνά πριν και μετά την επανάσταση.

Ο πιο σημαντικός αγωνιστής της Μακεδονίας την προεπαναστατική περίοδο θεωρείται ο Νίκος Τσάρας που καταγόταν από την περιοχή της Ζίχνης.

Η πόλη των Σερρών ήταν από τις πρώτες πόλεις της Μακεδονίας που η Φιλική Εταιρεία ίδρυσε πυρήνα και μύησε μεγάλο αριθμό ανθρώπων όπως τοΜητροπολίτη Χρύσανθο, τους αδελφούς Σκανδάλη, τον Κώστα Κασομούλη και άλλους πολλούς. 

Μετά την κήρυξη της επανάστασης η πόλη των Σερρών και η περιοχή της παίζει σπουδαίο ρόλο στην προεργασία του κινήματος.

Σπουδαία μορφή του 1821 θεωρείται ο Εμμανουήλ Παπάς που γεννήθηκε το 1772 στη Δοβίστα Σερρών (σημερινή κοινότητα Εμμανουήλ Παπά). Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν παπάς και έτσι πήρε το επώνυμο η οικογένεια. Παρά το γεγονός πως γνώριζε λίγα γράμματα ο Εμμανουήλ Παπάς κατόρθωσε να αποκτήσει σπουδαία κοινωνική θέση. Το 1793 μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε στις Σέρρες και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Απέκτησε μεγάλη περιουσία και σύντομα έγινε τραπεζίτης και δανειστής των πιο ισχυρών μπέηδων.

Ο Παπάς μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του από τον Κιαζήμ μπέη ,που του χρεώσταγε πολλά χρήματα, έφυγε κρυφά το 1817 στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ,αφού του επέστρεψαν τα χρήματα αγόρασε -εκτελώντας εντολές του Υψηλάντη- όπλα και πολεμοφόδια και στις 23 Μαρτίου του 1821 αναχώρησε για το Άγιο Όρος που είχε επιλεγεί ως το ορμητήριο και τόπος επανάστασης στη Μακεδονία. Από εκεί έστειλε μήνυμα στην Υδρα να στείλουν καράβια για να προσβάλουν τη Θεσαλονίκη από τη στεριά και τη θάλασσα.

Μάταια προσπάθησε να συντονίσει τη δράση των οπλαρχηγών της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, αφού μόνο ο Διαμαντής Νικολάου που η δράση του ήταν ξακουστή στον Όλυμπο, συνέπραξε μαζί του. Ακολούθησαν δραματικά γεγονότα όπως έλλειψη οπλισμού, τροφής καθώς και η αποχώρηση του ελληνικού στόλου. Μετά την εισβολή του Μεχμέτ πασά Θεσσαλονίκης στην Κασσάνδρα, η επανάσταση της Χαλκιδικής έληξε άδοξα. Ο Εμμανουήλ Παπάς μαζί με το γιο του και λίγους συντρόφους έφυγε από το Άγιο Όρος με κατεύθυνση τη Νότιο Ελλάδα. Στο καράβι όμως έπαθε αποπληξία και έχασε τη μάχη με το θάνατο. Μεταφέρθηκε στην Ύδρα, όπου και έγινε η ταφή του στις 5 Δεκεμβρίου του 1821 με τιμές στρατηγού.

Ο τάφος του δεν σώθηκε, παρά μόνο μια σπασμένη πλάκα με επίγραμμα που μεταφέρθηκε στις Σέρρες το 1957 και αργότερα όταν στήθηκε στην πλατεία Ελευθερίας το άγαλμά του μπήκε στην πρόσοψη της οστεοθήκης.

Μεγάλος είναι ο κατάλογος με τους Σερραίους που θυσιάστηκαν για τον αγώνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ζαχαρίας Αθανασίου που γεννήθηκε το 1798. Παρά το γεγονός πως πριν την επανάσταση κατείχε σημαντική κοινωνική και επαγγελματική θέση στην Αίγυπτο, την εγκατέλειψε για να λάβει μέρος στην επανάσταση. Πολέμησε στα Δερβενάκια και σε μια μάχη έχασε το ένα του χέρι. Πέθανε το 1850.

Γκογκαλάκης Γ. Μητρούσης - Καπετάν Μητρούσης

(1882-1907)

Ήρωας του Μακεδονικού αγώνα από το Άνω Χομόντος Σερρών. Ξεκίνησε από φιλήσυχος γεωργός και παλαιστής των πανηγύρεων, για να γίνει πράκτορας του Μακεδονικού αγώνα. 

Όταν στις 1/9/1906 οι Βούλγαροι έκαψαν το σπίτι του και σκότωσαν την γυναίκα του, έφυγε και κατατάχτηκε στο ένοπλο αντάρτικο σώμα του καπετάν - Γιαγκλή. 

Ύστερα από τα γεγονότα της Μονοκκλησιάς πήγε στην Αθήνα όπου εκπαιδεύτηκε στα όπλα και επέστρεψε για να οργανώσει τη δική του ομάδα. 

Στις 14/7/1907 κυκλώθηκε με άλλα τέσσερα παλικάρια του προδομένος , στο σπίτι του Ιερέα Παπαθανάση, δίπλα στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας στα κάτω Καμενίκια Σερρών. Στη μάχη που ακολούθησε πήρε μέρος ολόκληρη η τουρκική φρουρά Σερρών και 500 άτακτοι. Σκοτώθηκαν 35 Τούρκοι στρατιώτες, ένας αστυνομικός και ο διοικητής της αστυνομίας. Από τους πέντε Έλληνες, ο Τουρλεντές που ήταν φοιτητής της νομικής, σκοτώθηκε στο καμπαναριό της εκκλησίας, ο Μητρούσης και ο Μιχάλης Ουζούνης αυτοκτόνησαν και οι Ούρδας και Παναγιώτου πιάστηκαν για να κρεμαστούν στις 3/12/1907. 

Η λαϊκή μούσα αποτύπωσε τον αγώνα του Καπετάν Μητρούση σε ένα θαυμάσιο Δημοτικό τραγούδι:

"Μητρούσης Καπετάνιος
Θεόν παρακαλεί,
να έμπει μέσ' τα Σέρρας
να σύρει το σπαθί..."

 

Δούκας Γ. Δούκας - Καπετάν Ζέρβας

(1879 - 1938)

Σερραίος οπλαρχηγός και γενικός αρχηγός των ανταρτών της περιοχής Ζίχνης και Παγγαίου κατά το Μακεδονικό Αγώνα. Πολύ νέος πιάστηκε από τις τουρκικές αρχές, δραπέτευσε και πήγε στην Αθήνα (1903). Εκπαιδεύτηκε σ' ένα κρυφό στρατόπεδο για αντάρτες και μπήκε στην ομάδα του καπετάν Βάρδα στη Δ. Μακεδονία. 

Στα 1905 άρχισε τη δράση του στην επαρχία Φυλλίδας με σώμα 20 ανδρών. Υπήρξε από τους μεγαλύτερους αρχηγούς του Μακεδονικού Αγώνα. Εύστροφος, ψύχραιμος, έντιμος, γρήγορος και μυαλωμένος. Κατά την είσοδό του στην πόλη των Σερρών (1908) με την ανακήρυξη του Συντάγματος, η μητέρα του τον στεφάνωσε με χρυσό στεφάνι, δώρο της ελληνικής κοινότητας Σερρών. 

Με την κήρυξη του Βαλκανοτουρκικού πολέμου επιστράτευσε 100 παγγαιοχωρίτες και κατέλυσε τις τουρκικές αρχές, υψώνοντας την ελληνική σημαία και απελευθερώνοντας πρώτος το διαμέρισμα Παγγαίου και Τσάγεζι εν ονόματι του ελληνικού κράτους.

 

Εμμανουήλ Παπάς

 Ο Εμμανουήλ Παπάς (1772 - 1821) ξεκίνησε από το χωριό Δοβίστα Σερρών, σημερινό Εμμ. Παπάς, με πολύ λίγες γραμματικές γνώσεις, για να εξελιχθεί σε μεγαλέμπορα των Σερρών με καταστήματα στη Βιέννη και στην Κωνσταντινούπολη. 

Η περιουσία του, κινητή και ακίνητη, γρήγορα ξεπέρασε τις 300.000 τάλιρα εποχής. Η τεράστια αυτή οικονομική επιφάνεια επέτρεψε στον Εμμ. Παπά να γίνει ο κατ' εξοχήν δανειστής των τούρκων μπέηδων και αγάδων της πόλης των Σερρών αλλά και της περιφέρειας. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να έχει στενές σχέσεις αλλά και να επηρεάζει τον τότε πανίσχυρο τοπάρχη Ισμαήλ Μπέη, που υπήρξε ένας άλλος σχεδόν Αλή Πασάς των Ιωαννίνων για τα Σέρρας. Ο Εμμ. Παπάς χρησιμοποίησε τις "σχέσεις" του αυτές προς όφελος των συμπατριωτών του που δοκιμάζονταν σκληρά, υποστηρίζοντας και προφυλάσσοντάς τους. 

Τον Ισμαήλ Μπέη, ύστερα από τον θάνατό του, διαδέχθηκε ο γιος του Γιουσούφ Μπέης Σέρεσλης, άτομο ιδιαίτερα επιρρεπές και έκδοτο σε ασωτείες και σπατάλες. Αυτό τον ανάγκασε να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερα χρέη από ότι ο πατέρας του, χρέη που έφτασαν τις 40.000 μαχμουντιέδες, δηλαδή ένα περίπου εκατομμύριο χρυσές δραχμές με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους. Μόνο ύστερα από πιέσεις και κατόπιν επιμονής του Εμμ. Παπά για εξόφληση των χρεών του ο "αισχροκερδής διοικητής" θα του δώσει τα μισά από όσα του χρωστούσε αλλά ταυτόχρονα θα τον απειλήσει και με θάνατο. 

Έτσι, τον Οκτώβριο του 1817, ο Εμμ. Παπάς θα αναγκασθεί να φύγει κρυφά από τα Σέρρας με προορισμό του την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας τη φύλαξη της οικογενείας του στο μητροπολίτη Χρύσανθο. Στην Κωνσταντινούπολη ο Σερραίος προύχοντας γνωρίζεται με τον φιλικό Κων/νο Παπαδάτο, που ύστερα από δύο χρόνια και συγκεκριμένα στις 21 Δεκεμβρίου 1819 και σε ηλικία 47 χρονών, θα μυήσει στη Φιλική Εταιρεία. Στη διάρκεια της μύησης, ο Εμμ. Παπάς θα υποσχεθεί με "αφιερωτικόν" του προς τον Χρύσανθο ότι θα καταθέσει στο ταμείο της 1000 γρόσια με το αιτιολογικό όπως αυτό χρησιμοποιηθεί για "την δημιουργουμένην και μάλλον ήδη ενεργουμένην Σχολήν της Πατρίδος". Η μύηση αυτή του Εμμ. Παπά σημειώνεται με τον εξής αριθμό και χαρακτηριστικά: "Εμμανουήλ Παπάς, Σέραλης, Χρονών 47. Δια Κωνσταντίνου Παπαδάτου. 1819 Δεκεμβρίου 21 Κωνσταντινούπολις. Τω Αγίω Σερρών Χρυσάνθω εις Σέρρας Γρ. 1000". 

Όμως, στην Κων/πολη, ο Εμμ. Παπάς καταφέρνει εκτός των άλλων και μέσω της παρέμβασης της Υ. Πύλης να εισπράξει τελικά και το χρέος του Γιουσούφ. Στα Σέρρας, την απουσία του προσπαθεί να καλύψει ο μεγαλύτερος γιος του ο Αθανάσιος, ο οποίος τον αντικαθιστά στις διάφορες εργασίες του και ο οποίος δε θα διστάσει να δανείσει ακόμη και άτοκα (9.843 και 14 παράδες) στους κατοίκους της ιδιαίτερης πατρίδας του πατέρα του, χρήματα που τελικά δεν εισπράχθηκαν ποτέ και σε εποχή που κυριολεκτικά οργίαζε η τοκογλυφία.

Περιγραφή

Δεν υπάρχει κάποια αποτύπωση της φυσιογνωμίας του μεγάλου αυτού τέκνου της Σερραϊκής γης ούτε σε ζωγραφιά, ούτε σε κάποια γκραβούρα της εποχής. Αλλά, ούτε και κάποια περιγραφή του. Η μοναδική αναφέρεται από τον Ευάγγελο Στράτη στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στα 1914. Και από αυτό δανειζόμαστε τα όσα γράφει γι' αυτόν ο Σερραίος λόγιος και ιστορικός. Ο Εμμ. Παπάς - γράφει ο Ευ. Στράτης - "...ην μέτριος το ανάστημα και ωκύπους. Ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά φέρονται, ο μακρύς λαιμός, οι μακροί ωσαύτως δάκτυλοι των χειρών, το ευρύ μέτωπον, το αέτειον όμμα, οξύ και εταστικόν όσον ουδενός άλλου εν Δοβίστη και Σέρραις. Ην προς τούτοις τους λόγους μειλίχιος, μετά μειδιάματος πάντοτε λαλών βραδέως δε και ησύχως τας λέξεις προφέρων. Έλεγεν ολίγα και σοβαρά, αναμένων πάντοτε τους άλλους να ομιλήσωσι και ερωτώμενος μόνον να απαντά. Εν συνεδριάσει η συναναστροφή ελάμβανε τον λόγον τελευταίος, εκφέρων γνώμην πάντοτε ορθήν, ην ευλαβώς παραδέχοντο οι παρεστώτες..."


Ο αγώνας του

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Εμμ. Παπάς και κατόπιν εντολής του Αλέξ. Υψηλάντη, προκειμένου να προετοιμάσει τον ξεσηκωμό των κατοίκων της Μακεδονίας, αγοράζει όπλα και πολεμοφόδια και στις 23 Μαρτίου 1821 τα φορτώνει σε καράβι και αναχωρεί για το Άγιο Όρος, που θεωρούνταν σαν ο πλέον "κατάλληλος τόπος" για τον επικείμενο ξεσηκωμό. Εκείνη την εποχή στα 20 μοναστήρια της Χερσονήσου του Άθω μόναζαν 3.000 άνδρες, αριθμός κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος για στρατολόγηση, ενώ αρκετοί από αυτούς είχαν κιόλας μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. 

Ο Εμμ. Παπάς αποβιβάζεται στην Μονή Εσφιγμένου και αμέσως δίνει το έναυσμα της Επανάστασης πρώτα στα γύρω χωριά και ύστερα σχεδόν σε όλα. Στις 2 Ιουνίου οι ελληνικές δυνάμεις προελαύνουν προς τη Θεσσαλονίκη αλλά στην ουσία πρόκειται για "ρέπελο ασκέρι" που δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ενισχύσεις, πολεμοφόδια και το κυριότερο ηγεσία. Γι αυτό και η Επανάσταση στη Χαλκιδική θα συρρικνωθεί γρήγορα και οι επαναστάτες θα περάσουν 4 ½ μήνες (Ιούνιος - Οκτώβριος 1821) αποκλεισμένοι στις δύο χερσονήσους. Είναι η εποχή που ο Δημ. Υψηλάντης ονομάζει τον Παπά "πληρεξούσιον αρχηγόν και διοικητήν των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης". 

Αλλά το επαναστατικό κίνημα του Εμμ. Παπά όπου να 'ναι φτάνει στο τέλος του. Η πτώση της Κασσάνδρας και "η αντιδραστική στάση" των μοναχών κάνουν την κατάσταση απελπιστική, ενώ άγριος, αποφασιστικός ακάθεκτος εισβάλλει ο Μεχμέτ Εμίν πασάς της Θεσσαλονίκης καταστρέφοντας, καίγοντας, σφάζοντας και ισοπεδώνοντας τα πάντα. Και τότε ο Εμμ. Παπάς θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Μονή Εσφιγμένου, να μπει σε ένα καράβι και να πάρει την κατεύθυνση της Ύδρας, έχοντας μαζί του, το μικρό του γιο τον Γιαννάκη καθώς και το προσωπικό του αρχείο.

Όμως, οι μέχρι τότε κακουχίες, η κούραση αλλά και η απογοήτευση είχαν φθείρει την υγεία του Σερραίου επαναστάτη, με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή και να πεθάνει, πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, στην οποία και θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου 1821 με τιμές στρατηγού. Στις 17/5/66 τα οστά του μεταφέρθηκαν στα Σέρρας και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα, που κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας.

Τα παιδιά του

Ο Εμμ. Παπάς είχε έντεκα παιδιά (8 αγόρια και 3 θυγατέρες). Παραθέτουμε τα ονόματά τους, έτσι όπως αυτά αναφέρονται από τον ίδιο μαζί με την ημερομηνία γέννησης τους στο προσωπικό του αρχείο:

1. Αθανασάκης (25 Αυγούστου 1794) - Αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα.
2. Αναστασάκης (13 Ιουνίου 1796) - Αγωνίστηκε στην άμυνα του Μεσολογγίου
3. Γιαννάκης (29 Σεπτεμβρίου 1798) - Σκοτώθηκε με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι
4. Νεραντζή (13 Απριλίου 1801)
5. Νικολάκης (7 Μαρτίου 1803) - Σκοτώθηκε στο Καματερό Αττικής πολεμώντας με αρχηγό τον Γ. Καραϊσκάκη
6. Μιχαήλος (24 Μαίου 1805)
7. Γιώργης (25 Αυγούστου 1807)
8. Ελένη (19 Μαίου 1809)
9. Αλέξανδρος (23 Οκτωβρίου 1811)
10. Ευφροσύνη (23 Οκτωβρίου 1813)
11. Κωστάκης (26 Αυγούστου 1816)


Σημείωση: Τα στοιχεία για τον Εμμ. Παπά καθώς και τα ονόματα των παιδιών του είναι από το βιβλίο του καθηγητή της Ιστορίας Αποστόλου Ε. Βακαλόπουλου: "Εμμανουήλ Παπάς - "Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας" - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ", έκδοση: "Ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου" Θεσσαλονίκη 1981.

 

Ετικέτες

Τουρκοκρατία

Τον καιρό των Σουλτάνων

Στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάληψη της πόλης των Σερρών από τους Τούρκους (19 Σεπτεμβρίου 1383, εβδομήντα δηλ. χρόνια πριν από την άλωση της Πόλης) και την υποδούλωση ολοκλήρου της "σκληρώς και πεισμόνως ανθισταμένης Ανατολικής Μακεδονίας" από τον Μπεκλέρμπερη Τιμουρτάς, συγκαταλέγεται και η άτυχη προσπάθεια του Μανουήλ να επανακαταλάβει τα Σέρρας το 1385. 

Έκτοτε και μέχρι της απελευθερώσεως της (1913) η πόλη και η ύπαιθρος χώρα θα ακολουθήσουν την τύχη των νέων κυριάρχων αλλά και όλες τις φάσεις και διακυμάνσεις της ιστορικής πορείας που διέγραψε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και από κοντά οι σφαγές, οι απαγχονισμοί ο κεφαλικός φόρος, η καταπίεση, ο εξανδραποδισμός, το κνούτο, οι αρπαγές και δηώσεις, και τέλος το παιδομάζωμα και ο βίαιος εξισλαμισμός αλλά και να εξαλείψουν το βαθύ θρησκευτικό τους συναίσθημα. 

Δεν ήταν λίγες οι φορές που η κεντρική οθωμανική διοίκηση αποφάσιζε τις αθρόες τιμωρίες ασυνείδητων διοικητών της επαρχίας. Έτσι το Μάιο του 1626 ο νεαρός σουλτάνος Μουράτ ο Δ' έστειλε γενικό του επίτροπο στα Σέρρας τον Κενάν Πασά, που ύστερα από σύντομες ανακρίσεις και διαδικασίες καταδίκασε στον δια πνιγμού θάνατο στους τοπάρχες (Αγιάννηδες) Κούλογλου (Σιδηροκάστρου), Τοπάλην (Θεσσαλονίκης) και Γιουσούφ Αγάν (Δράμας), ρίχνοντας τα πτώματά τους σε κοινή θέα προς παραδειγματισμό και τρομοκράτηση των Τούρκων, στους δρόμους των Σερρών. 

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ζόφου και παράλληλα με την κακοδιοίκηση και την ανάλγήτη εξουσία του τούρκου κατακτητή, οι κάτοικοι των Σερρών κατάφεραν να δημιουργήσουν την "Πολιτεία των Σερραίων" ή "Κάστρο" ένα «σύστημα» και μια σειρά από εσωτερικές διαταγές, έναν δηλαδή «δρώντα οργανισμόν» που θα επιμελούνταν την εσωτερική δημοτική διοίκηση μέσα στη γενικότερη προσπάθειά τους να διατηρήσουν το "συμπαγές" αλλά και το "εθνικώς αμιγές" του πληθυσμού που ανέμενε την ανάσταση του Γένους και την δια παντός αποτίναξη του ζυγού, ο οποίος και τον περιέσφιγγε επικινδύνως. 

Έτσι, κατάφεραν οι Σερραίοι μέσα στην αχανή Οθωμανική αυτοκρατορία να κρατήσουν σα μύρο ακριβοθώρητο τις παραδόσεις του Γένους των Ελλήνων, διατηρώντας "εν ζωή" τους ίδιους εκείνους "κοινοτικούς θεσμούς" που είχαν κληροδοτηθεί σ' αυτούς από τα ένδοξα χρόνια της Βυζαντινής αίγλης και που όλοι, με μεγάλη θλίψη, έφερναν στη μνήμη τους. Σπουδαίο και καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της κοινοτικής οργανώσεως έπαιξε και o Κώδικας της Μητροπόλεως Σερρών. Ταυτόχρονα, η Αρχιεπισκοπή καθίσταται και κοινοτικό κατάστημα καθώς οι ρυθμίζοντες τα κοινά "Δημογέροντες", "Πρόκριτοι" και "Έφοροι" της "Πολιτείας" και του "Κάστρου", οι οποίοι εκλέγονται δια ψηφοφορίας, θα συγκεντρώσουν στα χέρια τους εξουσίες τέτοιες που σήμερα γεννούν τουλάχιστον την απορία για την από μέρους των τουρκικών αρχών επιδεικνυομένη αδιαφορία, με αποτέλεσμα κάποτε όλα αυτά όχι μόνο να τα ανεχθούν αλλά να τα νομιμοποιήσουν κιόλας. 

Και αυτές θα είναι οι ίδιες εκείνες εξουσίες που στα χρόνια 1888 - 1892 θα φέρουν μια πρώτη εσωτερική σύγκρουση, όταν ο ανελθών στον Μητροπολιτικό θρόνο των Σερρών Κωνσταντίνος Βαφείδης "επωφελούμενος ορισμένων ατελειών του κανονισμού" θα θελήσει να τον θέσει στο περιθώριο με αποτέλεσμα οι κάτοικοι της πόλης να διαιρεθούν σε δύο παρατάξεις. Σε αυτήν των "τσιπλάκηδων" και σε αυτή τον "τσορμπατζήδων", δηλαδή των πλουσίων. Και υπήρξε τέτοια η οξύτητα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις (που θύμιζε λίγο ως πολύ την αργότερα "πάλη των τάξεων"), ώστε τελικά αυτή να οδηγήσει στην απομάκρυνση του Μητροπολίτη, αλλά και στη σύνταξη νέου κανονισμού, από επιτροπή που διόρισαν οι πατριαρχικοί έξαρχοι και που επικυρώθηκε από την Ιερά Σύνοδο στα 1892. Για να λήξει τελικά η σύγκρουση με την απόλυτη επικράτηση των "λαϊκών" και να αποκατασταθεί η γαλήνη και η παραπέρα ευδόκιμος ενασχόληση των κατοίκων με τα κοινά

Ετικέτες

Αμφίπολη

Αμφίπολις, η Μακεδόνων Πρώτη


Η αρχαία Αμφίπολη η "ευφυεστάτη και καλλίστη" ήταν κτισμένη αμφιθεατρικά, επάνω σε ένα συγκρότημα λόφων, εκεί που ο νομός Σερρών συναντάει τη θάλασσα. Η περίβλεπτος αυτή θέση της πρόσφερε δύο όψεις. Η μία προς το εσωτερικό, τον Στρυμόνα και την άλλοτε λίμνη του Αχινού και η άλλη προς τη θάλασσα, από την οποία απείχε 4,5 χλμ. Στο πιο ψηλό της σημείο βρίσκονταν η "Ακρόπολη", η οποία προφυλάσσονταν με τείχος. 

Λόγω της θέσεως της, των εισπραττομένων φόρων και της παραγωγής ναυπηγήσιμων ξύλων, έφθασε σε αξιοζήλευτο επίπεδο πολιτισμού και γρήγορα έγινε σημείο διαμάχης ανάμεσα στους Αθηναίους (των οποίων ήταν αποικία) και στους Σπαρτιάτες.

Η αρχική της ονομασία ήταν «Εννέα οδοί». Όταν ο Ξέρξης βαδίζοντας εναντίον της Ελλάδας μέσω Θράκης και. Μακεδονίας, έφθασε σ' αυτήν, σύμφωνα με περσικό έθιμο, έθαψε ζωντανούς εννέα νέους και εννέα παρθένες για να έχει αίσιο τέλος η εκστρατεία. Επίνειό της υπήρξε η Ηιόνα. Κατά καιρούς έγινε η βάση των Αθηναίων αλλά και των Σπαρτιατών που ενδιαφέρονταν για την εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού και αργύρου, που υπήρχαν στο Παγγαίο. Γι' αυτό και ο Δημοσθένης στους λόγους του δεν παρέλειπε να τονίζει την αξία της Αμφίπολης για το ασφαλές της λιμάνι, την ξυλεία από τα Κερδύλλια όρη, τα πλούσια μεταλλεία, καθώς και την εύφορη ενδοχώρα της, που εκτείνονταν μέχρι τις περιφέρειες της Νιγρίτας, των Σερρών, της Ζίχνης και του Παγγαίου. Ο Αδριανός αναφέρει ότι τα ναυπηγεία της Αμφίπολης (γνωστά από την εποχή ακόμη του Πεισίστρατου, 605 - 527 π.Χ.), ήσαν τα σπουδαιότερα της εποχής. 

Αλλά την ακμή και τη λαμπρή της ανάδειξη οφείλει στους Αθηναίους που αμέσως μετά τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) άρχισαν να ενδιαφέρονται γι' αυτήν, πραγματοποιώντας στα 466 π.Χ. την πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία για την κατάληψή της. Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, ο Άγνων, κατ' εντολή του Περικλή, έφθασε στην Ηιόνα, απώθησε τους Ηδωνούς και έχτισε στη Θέση "Εννέα οδοί" την Αμφίπολη. 

Στα 424 π.Χ. ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός Βρασίδας αποβιβάστηκε στη Χαλκιδική με 1700 στρατιώτες, εγκατέστησε στη συνέχεια φρουρά στο Στρυμόνα, κοντά στην Αμφίπολη, και με «ήπιες προτάσεις»κατάφερε να την πάρει στα χέρια του, ύστερα από έναν αγώνα δρόμου όπως θα λέγαμε, με τον Αθηναίο στρατηγό Θουκυδίδη, που καθυστέρησε μέσα σε μια φοβερή χιονοθύελλα! Έτσι χάθηκε για τους Αθηναίους η Αμφίπολη και κατηγορήθηκε ως δοσίλογος ο Θουκυδίδης για την αργοπορία του, δικάστηκε ερήμην από τους συμπατριώτες του και καταδικάστηκε σε εικοσαετή εξορία. 

Στα 422 π.Χ. ο Κλέων ο Δημαγωγός με τον αέρα της νίκης που είχε πετύχει στην Πύλο, κατάφερε να πείσει τους Αθηναίους και με 30 πλοία, 1200 πεζούς και 300 ιππείς αποβιβάστηκε στη Χαλκιδική και αμέσως κατευθύνθηκε προς την Ηιόνα. Ο Βρασίδας που την υπερασπίζονταν όμως, αφού άφησε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του μέσα στην Αμφίπολη και κάτω από τις διαταγές του Κλεαρίδα, πήρε 2.000 πεζούς περίπου και 300 ιππείς και στρατοπέδευσε στους πρόποδες των Κερδυλλίων, από τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα. Η σύγκρουση των δύο στρατών δε Θα βραδύνει και οι Αθηναίοι του Κλέωνα Θα νικηθούν και Θα τραπούν σε φυγή ενώ ο ίδιος Θα δεχτεί θανάσιμο χτύπημα Μυρκίνιου πελταστή. Ταυτόχρονα όμως τραυματίστηκε βαριά και πέθανε και ο στρατηγός των Σπαρτιατών ο Βρασίδας, που θάφτηκε με μεγαλοπρέπεια και εξαιρετικές τιμές στην αγορά της Αμφίπολης. Εξακόσιους νεκρούς θα θρηνήσουν οι Αθηναίοι σ' αυτή τη σύγκρουση και μόνον επτά οι Σπαρτιάτες, αλλά η προσπάθεια να επιβληθούν στην Αμφίπολη δεν Θα σταματήσει. 

Στα 415 π.Χ. Αθηναϊκά πλοία για μια ακόμη φορά θα πολιορκήσουν την Αμφίπολη, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Οι Αθηναίοι θα κάνουν την τελευταία αποτυχημένη τους προσπάθεια για την κατάληψή της στα 359 π.Χ. 

Ένα χρόνο μετά (358 π.Χ.), η Αμφίπολη κατελήφθη από τον Φίλιππο, για να καταστεί η ναυτική βάση των προπαρασκευών της Ασιατικής εκστρατείας, που τελικά θα πραγματοποιήσει ο Μέγας Αλέξανδρος με 30.000 πεζούς και 5.000 ιππείς για την κατάκτηση του μέχρι τότε γνωστού κόσμου.

Μετά τη μάχη της Πύδνας (167π.Χ.) ο ρωμαίος Αιμίλιος Παύλος έκανε την Αμφίπολη πρωτεύουσα του πρώτου τμήματος της χώρας και την ονόμασε "Η Μακεδόνων πρώτη" και σ' αυτή συνεκλήθη η συνέλευση ύστερα από την επιστροφή του, οι αποφάσεις της οποίας έκριναν την τύχη της Μακεδονίας. Οι ρωμαίοι κατακτητές οργάνωσαν σ' αυτήν γιορτές και αγώνες και από το λιμάνι της αναχώρησαν για τη Ρώμη τα ρωμαϊκά πλοία τα φορτωμένα με τους θησαυρούς των βασιλέων της Μακεδονίας, αφού για μέρες είχαν εκτεθεί σε κοινή Θέα στην Αμφίπολη. Αλλά τα χρόνια αυτά της ρωμαϊκής κατοχής υπήρξαν και τα πλέον σκληρά για τους κατοίκους της Αμφίπολης και της Μακεδονίας γενικότερα, αφού χιλιάδες απ' αυτούς εξορίστηκαν στην Ιταλία από την οποία δεν επέστρεψαν ποτέ. 

Το 51 μ.Χ. από την Αμφίπολη πέρασε και ο Απόστολος Παύλος πηγαίνοντας από τους Φιλίππους στη Θεσσαλονίκη, αφού από αυτήν πέρναγε η Εγνατία οδός που συνέδεε τη Ρώμη με το Βυζάντιο. 

Την παρακμή των Ρωμαίων ακολούθησαν χρόνια δίσεκτα και άγρια κατά τη διάρκεια των οποίων τα ίχνη της Αμφίπολης αρχίζουν να χάνονται. Στην αρχή την κατέλαβαν οι Ερούλοι (267 μ.Χ.), ύστερα οι Βησιγότθοι (395μ.Χ.) και τέλος οι Σλάβοι. 

Ό,τι όμως κατάφερε να διασωθεί από το χρόνο και τους αλλόφυλους επιδρομείς, ισοπεδώθηκε τελικά από τους Νορμανδούς (1185) και αργότερα τους Καταλανούς (1307) που δεν άφησαν πέτρα επάνω στην πέτρα, για να την ξανακτίσει στα 1341 μ.Χ. ο Ανδρόνικος. Στα 1342 κατελήφθη από τους Σέρβους και στα 1373 μ.Χ. μπήκε σε αυτή θριαμβευτής ο τούρκος στρατηγός Γαζή Εβρενός.

Στα 1956, ο αείμνηστος έφορος αρχαιοτήτων Καβάλας Δ. Λαζαρίδης, επιμελήθηκε των ανασκαφών στην Αμφίπολη, που έφεραν στο φως πολλά και αξιοθαύμαστα ευρήματα...

 

Ετικέτες

Σαν πρώτοι κάτοικοι της περιοχής των Σερρών αναφέρονται οι Θράκες. 

Παρά το γεγονός πως είναι άγνωστο πότε ακριβώς και από ποιόν κτίσθηκε η πόλη, είναι βέβαιο πως προϋπήρχε του Τρωϊκού Πολέμου και πως κατείχε σημαντική θέση, τέτοια ώστε να δώσει το όνομά της σε ολόκληρη την ύπαιθρο και τους κατοίκους της, οι οποίοι ονομαζόταν Σιροπαίονες. 
Μετά την άλωση της Τροίας, ο τόπος κατοικήθηκε από διάφορα παιονικά και θρακικά φύλα, όπως : Σιροπαίονες, Παιόπλες, Ηδωνούς, Βισάλτες,Σίντους, Αγρίαντες, Οδόμαντους, Οδρύσες, Μαίδους, Σάτρες κ.ά. 

Οι σημαντικότερες περιοχές που πήραν το όνομα τους από τις φυλές που τις κατοικούσαν ήταν: 

  • Βισαλτία. Περιλάμβανε τη σημερινή περιοχή Νιγρίτας - Σωχού
  • Σιντική. Περιλάμβανε τη σημερινή περιοχή Σιδηροκάστρου - Ηράκλειας
  • Ηδωνίς. Τοποθετείται στη σημερινή περιοχή Ζίχνης - Αλιστράτης και Δράμας.
  • Παιονία. Αποτελούσε τη σημερινή επαρχία Σερρών.

Οι σημαντικότερες πόλεις των περιοχών αυτών, κατά τους αρχαίους χρόνους, ήταν η Σίρις και η Αμφίπολις. 

Η Αμφίπολη ήταν η πιο αξιόλογη πόλη της Ηδωνικής Χώρας. Αρχικά, το όνομα της ήταν "Εννέα Οδοί", από τις εννέα οδούς που έφθαναν σ' αυτήν από διάφορες κατευθύνσεις. 
Το 437 π.Χ. η πόλη κυριεύεται από τους Αθηναίους, οπότε και μετονομάζεται σε Αμφίπολη. Ονομάστηκε έτσι, γιατί ήταν χτισμένη ανάμεσα σε δύο βραχίονες του Στρυμόνα, ο οποίος μαζί με το τείχος που την περιέβαλε, την καθιστούσε οχυρή και απρόσιτη. 
Εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης, της ναυπηγήσιμης ξυλείας, των μεταλλείων χρυσού και αργύρου και του εύφορου εδάφους της, εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο και έγινε μιά βάση πολύτιμη γιά το εμπόριο των Αθηναίων. Τα ίχνη της άρχισαν να χάνονται με την παρακμή των Ρωμαίων. 

Η Σίρις ήταν πρωτεύουσα της περιοχής της Παιονίας. Η ηλικία της υπολογίζεται στις τριάντα (30) περίπου εκατονταετηρίδες. 
Η πρώτη αναφορά της πόλης γίνεται το 480 π.Χ. από τον πατέρα της ιστορίας, τον Ηρόδοτο, με το όνομα "Σίρις" και τον εθνικό προσδιορισμό "Παιονική", τους δε κατοίκους τους ονομάζει "Σιροπαίονες". Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο κατά την εκστρατεία του Πέρση βασιλιά Δαρείου αναγκάστηκαν οι κάτοικοί της να την εγκαταλείψουν και να μεταβούν στις Σάρδεις. 
Η ονομασία "Σίρις" είναι θρακική ή παιονική και ίσως να προέρχεται από τη λέξη "Σίριος" που σημαίνει "ήλιος". 
Μετά τον Ηρόδοτο αναφορά στην πόλη κάνει ο Θεόπομπος, με την ονομασία "Σίρα". Αργότερα, ο ρωμαίος συγγραφέας Τίτος Λίβιος την ονομάζει Siras-Sirae που σημαίνει "Σίραι" και την εντοπίζει στην Οδομαντική, αφού η πόλη έγινε αποικία των Οδομάντων γι αυτό και αργότερα οι Ρωμαίοι την αναφέρουν σαν Σίρις η Οδομαντική. 

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους μνημονεύεται ως Φέρραι ή και Φερραί, που οφείλεται μάλλον σε αρχαϊστικές τάσεις των βυζαντινών συγγραφέων, από τους οποίους, ωστόσο, αρκετοί προτιμούν τον τύπο "Σέρα" και "Σέρραι". 
Τέλος, στους Λατίνους και Φράγκους η γραφή του ονόματος της πόλης έπαθε πολλές μεταβολές. Έτσι, αναφέρεται σαν Serxa, Serra, Ceres καιSerre. Με το σημερινό της όνομα "Σέρραι", μνημονεύεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ., αλλά και κατά τη Βυζαντινή εποχή όταν ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς κατασκεύασε οχυρωματικά έργα στο αρχαίο φρούριο, εναντίον των Βουλγάρων και των Σέρβων. 

Κατά την βυζαντινή περίοδο και συγκεκριμένα από τον 8ο αιώνα, ο ρόλος της πόλης των Σερρών στην ελληνική ιστορία, γίνεται πρωταγωνιστικός και θεωρείται η πιο επίσημη πόλη ανάμεσα στο Νέστο και τον Στρυμόνα. Αξιοσημείωτοι είναι οι χαρακτηρισμοί που δόθηκαν στην πόλη από τους βυζαντινούς συγγραφείς, όπως "μέγα και θαυμαστόν άστυ", "πόλις οχυρά", "μεγάλη και πλούσια", "μητρόπολις", "αρίστη" κ.ά. 
Εξαιτίας της πλεονεκτικής τοποθεσίας και του πλούτου της, η πόλη γίνεται το μήλο της έριδας για τους Φράγκους, Βούλγαρους, Σέρβους και Τούρκους, που προσπάθησαν να την αποσπάσουν από το βυζαντινό κράτος. Γι' αυτό πολλές φορές, έπαθε μεγάλες καταστροφές από τους δυνάστες της, μετατρέποντας την σε ερείπια. Όμως, αναστηλώθηκε και πάλι, χάρις στην ευψυχία, την δραστηριότητα και το ακατάβλητο φρόνημα των κατοίκων. 
Ο Πύργος της Ακρόπολης που στέκει επιβλητικά αιώνες τώρα στο λόφο του Κουλά, αποτελεί χαρακτηριστικό μνημείο των Σερρών που φέρει τη χρονολογία 1350 και την επιγραφή «Πύργος Ανδρόνικου Βασιλέως ον έκτισεν Ορέστης». 

Το 1383 μ.Χ., οι Σέρρες καταλαμβάνονται οριστικά από τους Τούρκους και μένουν κάτω από τον ζυγό τους 530 χρόνια. 
Παρά το γεγονός ότι η ζωή των Σερραίων, κάτω από τον τουρκικό ζυγό ήταν γεμάτη αίμα, δάκρυα και ανασφάλεια, η περίοδος αυτή αποτέλεσε σταθμό για την ανάπτυξη του εμπορίου της πόλης. Συγκεκριμένα, από τις αρχές του 17ου αιώνα έως και τις αρχές του 19ου αιώνα, η πόλη των Σερρών μεγάλωσε πολεοδομικά και παρουσίασε μεγάλη εμπορική ακμή, κάνοντας την ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή εμπορικά κέντρα, στην αγορά της οποίας συνέρεαν έμποροι διαφόρων εθνικοτήτων. 
Οι εμπορικές συναλλαγές γινόταν κάθε Τρίτη, καθώς επίσης, γινόταν και μία εμποροπανήγυρη, το γνωστό "κερβάνι", που ήταν από τις πιο μεγάλες των Βαλκανίων. 
Δικαιολογημένα λοιπόν, το 1688, ο τούρκος περιηγητής Ε.Τζελεπί κατάταξε τις Σέρρες ως τρίτη σε μέγεθος και σπουδαιότητα πόλη, ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. 
Ένα τόσο σημαντικό εμπορικό κέντρο δεν ήταν δυνατόν να μείνει ανεπηρέαστο από τα ισχυρά ρεύματα του διαφωτισμού, που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Γι' αυτό οι Σέρρες αναδείχθηκαν επίσης, σ' ένα από τα πιο σπουδαία πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της Μακεδονίας. 

Οι Σέρρες, στον μεγάλο επαναστατικό αγώνα του 1821 πρόσφεραν πολλά, με γνωστότερους ήρωες τον Νίκο Τσάρα, που έδρασε κατά την προεπαναστατική περίοδο και τον Εμμανουήλ Παπά, του οποίου η δράση και η θυσία στον αγώνα της κολοσσιαίας περιουσίας, αλλά και της ίδιας του της ζωής, συνθέτουν μια από τις πιο μεγάλες τραγωδίες της εποχής εκείνης, γεμάτες πόνο, αίμα μα και μεγαλεία. 

Στην περίοδο 1872-1904 σημειώνεται στην περιοχή δράση των βουλγάρων κομιτατζήδων, οι οποίοι κατά την προσπάθεια τους να εκβουλγαρίσουν τους κατοίκους της πόλης, προκάλεσαν αντιδράσεις από μέρους των Σερραίων, εκφραζόμενες με τη δημιουργία ανταρτικών σωμάτων. 
Το 1912, η πόλη καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους και γνώρισε επώδυνη κατοχή. Οι Βούλγαροι στο τέλος του Β' Βαλκανικού πολέμου, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν μπροστά στην ορμητική προέλαση της Ελληνικής Μεραρχίας στις 29 Ιουνίου του 1913. Κατά την αποχώρησή τους πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. 

Τέλος, στη διάρκεια των Α' και Β' Παγκοσμίων Πολέμων, η πόλη έζησε την βουλγαρική κατοχή και υπέφερε μεγάλα δεινά.

 

Ετικέτες