admin3

Ο ανέκδοτος περιγραφικός κατάλογος
των ελληνικών χειρογράφων της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας
(Αρχείο Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών "Ivan Dujcev" του Πανεπιστημίου Σόφιας)
και η συμβολή του στην προσπάθεια για την ανασύνθεση
του "σκορπισμένου ψηφιδωτού" των χειρογράφων των δύο μονών

 

prodromos small

Εισαγωγή

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ
ΣΤΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ IVAN DUJCEV ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ,
ΤΑ FRAGMENTA ΚΑΙ Ο ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ VL. SIS.



Όταν πριν από 6 περίπου χρόνια αποφάσισα να μελετήσω ελληνικά χειρόγραφα στη Βουλγαρία και ιδιαίτερα στο νεοσύστατο Κέντρο Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών1 Ivan Dujcev, σαν απόηχο άκουγα τα λόγια του μακαρίτη δασκάλου μου Λ. Πολίτη: "κι όμως πρέπει πάση θυσία να ξαναβγούν αυτά τα χειρόγραφα στο φως και να αποδοθούν στην επιστημονική έρευνα. Η γενιά σας δεν πρέπει να λησμονεί αυτό το χρέος".

Θυμούμαι τα παραπάνω λόγια του δασκάλου στις ευκαιριακές συζητήσεις που είχα μαζί του και, σήμερα, η αφιέρωση αυτής της εργασίας στη μνήμη του είναι ελάχιστη απόδοση τιμής στον επιστήμονα που μόχθησε τόσο πολύ γι' αυτή την υπόθεση.

Στο Κέντρο Dujcev γνώρισα την ανθρώπινη φιλόξενη ατμόσφαιρα από όλο το προσωπικό, και πρέπει να πω ότι αυτό δεν το ξεχνώ ποτέ. Κι όταν μιλώ κι όταν ακόμη σιωπώ. Χωρίς τη συμπαράσταση του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής και του πρύτανη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η έρευνα αυτή θα ήταν πολύ δύσκολο να προχωρήσει. Το λέω αυτό γιατί στη χώρα μου έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα αντίδρασης για την ανάμειξη μας σ' αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα, εξαιτίας του γεγονότος ότι τα χειρόγραφα αυτά συνδέονται με άσχημες ιστορικές μνήμες που κεντρίζουν το εθνικό φρόνημα της κοινής γνώμης2. Όμως το επιστημονικό χρέος δεν υπακούει και δεν πρέπει να πειθαρχεί στις συναισθηματικού τύπου αποχρώσεις τέτοιων ζητημάτων. Αυτήν την άποψη που έχει ως μόνο στόχο την ανεύρεση της αλήθειας ενστερνίστηκα από την αρχή.

Γι αυτό θέλω να τονίσω μια για πάντα ότι και οι απόψεις που θα διατυπώσω εδώ σήμερα δεν διαπνέονται από κανενός είδους νοσηρό σωβινισμό. Πειθαρχούν μόνο στην επιστημονική δεοντολογία. Παρακαλώ, λοιπόν, πάρα πολύ να θέσετε κάτω από αυστηρότατη επιστημονική κριτική τις επιστημονικές προτάσεις που θα διατυπώσω. Η αποδεικτική της θεωρία μου υπόκειται στην ψυχρή λογική των αριθμών.

Η ανακοίνωση μου περιλαμβάνει τρία θέματα: α). το περιεχόμενο των χειρογράφων, β) τα fragmenta και γ) τον περιγραφικό Κατάλογο των χειρογράφων από τον Vladimir Sis. 

Για το περιεχόμενο των χειρογράφων δεν θα πω πολλά πράγματα. Αρκούν οι ως τώρα γνώσεις μας να καταλάβουμε ότι έχουμε να κάνουμε με συνήθεις μοναστηριακές βιβλιοθήκες, όπου κυριαρχούν τα εκκλησιαστικά εν γένει χειρόγραφα με ελάχιστες παραχωρήσεις σε έργα κοσμικής γραμματείας3. Ωστόσο μένει η "αθέατη πλευρά" στο εσωτερικό των χειρογράφων. Στον κωδ. 253 π.χ. κανείς δεν υποπτευόταν ότι το χειρόγραφο κρύβει στο εσωτερικό του το "Επαρχικόν Βιβλίον" και αναδεικνυόταν έτσι το δεύτερο πλήρες χειρόγραφο που μας παραδίδει αυτό το έργο4.

Άλλα σημαντικά κείμενα, όπως τα Πρακτικά της Συνόδου της Κύπρου (1406), αυτόγραφο έργο του Ιωσήφ Βρυεννίου, την έκδοση του οποίου έχω ήδη ετοιμάσει, τα γνωρίζουμε ήδη από την παλαιότερη έρευνα. Έτσι θα περιοριστώ εδώ να επισημάνω τη σημασία της συστηματικής προσέγγισης του περιεχομένου στην κατηγορία των χειρογράφων που αποκαλούμε "Κωδικές μονών", από το περίφημο βυζαντινό Αρχείο- το Χαρτουλάριο Β - ως τα μεταβυζαντινά χειρόγραφα. Επίσης τα κείμενα των πάσης φύσεως σημειωμάτων αξίζει να μελετηθούν για τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες και για τη γλώσσα τους. Τέλος, έχουμε ξεκικήσει το συστηματικότερο έλεχγο του περιεχομένου όλων των χειρογράφων της συλλογής Dujcev που κάλυψε τα 35 πρώτα χειρόγραφα. Σ' αυτά αν προστεθούν 25 χειρόγραφα Νομικού περιεχομένου (των οποίων ο Κατάλογος που εκπονήσαμε σε συνεργασία με τον καθηγ. Χ.Παπαστάθη και τον Βούλγαρο ερευνητή κ. D. Getov βρίσκεται στο τυπογραφείο)5, 33 μουσικά χειρόγραφα (που μελετήθηκαν από τον καθηγ. Chr. Hannick και την Sv. Kujumdzieva), 15 Κώδικες της μονής Προδρόμου,Regesten των οποίων ετοιμάζουμε με τον κ. Χ. Παπαστάθη6, και 5 αντιστοίχων χειρογράφων της μονής Κοσίνιτσας που μελέτησε ο καθηγ. Β. Άτσαλος, προσεγγίζουμε τον αριθμό των 110 χειρογράφων, σ'αυτά αν προστεθεί ο αριθμός των σπαραγμάτων (84), καλύπτουμε ως σήμερα τα μισά περίπου χειρόγραφα της "Συλλογής" Dujcen. 

Ο αριθμός των σπαραγμάτων που υπάρχουν στη "Συλλογή" Dujcev φαίνεται υπερβολικά υψηλός. Αν εξαιρέσει κανείς όμως τους αριθμούς που εμφανίζονται μετά το Νο 406, όπου κλείνει συμβατικά το όριο της "fonds ferme", η παρουσία των αποσπασμάτων - και μάλιστα περγαμηνών - είναι παραδομένη ιστορία και από τις βιβλιοθήκες των μονών και από άλλους χώρους (εννοώ τα 8 σπαράγματα, τα μονά που κατέχει η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών το 1916, γνωστά μάλιστα από έντυπο κατάλογο του VI. Sis7 που δεν εμφανιζόταν στη βιβλιογραφία και που ανακαλύψαμε με περιπετειώδη τρόπο). Η μελέτη αυτών όλων των σπαραγμάτων που φαίνονται στους πίνακες με απασχολεί ιδιαίτερα στα θέματα ταύτισης των κειμένων τους, προέλευσης και ταξινόμησης τους.

Δεν θα επεκταθώ σκόπιμα περισσότερο πάνω σ'αυτά τα θέματα στα οποία υπαινικτικά αναφέρθηκα προηγουμένως. Θα προχωρήσω αμέσως στο τρίτο θέμα της ανακοίνωσης μου. Τα μεγαλύτερα ζητήματα δεν είναι ούτε το περιέχομενο ούτε τα fragmenta8. Το μεγάλο ζήτημα στο οποίο αξίζει να αφιερώσω τον υπόλοιπο χρόνο είναι η απάντηση στο ερώτημα "πως μπορούμε να ξεκλειδώσουμε, με αντικειμενικά στοιχεία που μας παρέχονται τόσο από τα ίδια τα χειρόγραφα όσο και από άλλες πηγές, τον βασικό κώδικα που ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα των συγκεκριμένων χειρογράφων που προέρχονται από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου (της Κοσίνιτσας)";

Στο σημείο αυτό θα επιστήσω την προσοχή σας. Πρόκειται για μια -επιτρέψτε μου τη φράση- "ανακάλυψη" που ήρθε μετά από δύσκολη, όπως θα δούμε, ερευνητική προσπάθεια και αδιάκοπο μόχθο και έγνοια. 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, βρήκα το "κλειδί" για να προσεγγίσουμε όχι μόνο τη "Συλλογή" Dujcev αλλά και το σύνολο των χειρογράφων που προέρχονται από τα δύο προαναφερόμενα βυζαντινά μοναστήρια και αποτελούν ένα "σύστημα" που έμεινε ως σήμερα "κλειστό". Η ως τώρα ερευνητική αναζήτηση έμοιαζε λιγάκι με "παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού". Ύστερα όμως από πολλές δοκιμασίες και περιπέτειες τα στοιχεία που έρχονται στο φως, ένα-ένα κι όλα μαζί, συμπλήρωναν ένα puzzle της πραγματικότητας, από το οποίο διακρίνεται τι και πως συνέβη, ο προσωπικός προβληματισμός και η διαρκής αναζήτηση μου επιφύλασσαν διαδοχικές εκπλήξεις. 

Θα προσπαθήσω λοιπόν εδώ, για πρώτη φορά, να εκθέσω τα συμπεράσματά μου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οδηγήθηκα στη λύση του όλου ζητήματος. Θα προσπαθήσω να δώσω, ει δυνατόν, μαθηματική ακρίβεια στη λύση όλων των ζητημάτων που σχετίζονται με βασικά θέματα, όπως είναι τα θέματα προέλευσης, ταύτισης, στατιστικών κ.λπ.δεδομένων. 

Όταν μου έδειξαν 7 ελληνικά χειρόγραφα κατά την πρώτη επίσκεψη μου τον Ιούνιο του 1988 στο Κέντρο Dujcev9 αναγνώρισα πολύ εύκολα ότι τα χειρόγραφα προέρχονταν από τη μονή Κοσίνιτσας. Ομολογώ ότι η λογική μου επηρεάστηκε από τη φαντασία και αυτό που έκανε -όπως έμαθα δύο χρόνια αργότερα - τον Λίνο Πολίτη (από ένα μόνο φωτογραφημένο φύλλο που είδε στα χέρια του Βούλγαρου ελληνιστή φιλιλόγου μακαρίτη τώρα Ghristo Kondov10) να σκεφθεί "εξ όνυχος τον λέοντα"11 πέρασε αστραπιαίως από το νου μου. Τη σκέψη μου κοινοποίησα αμέσως στην Διευθύντρια του Κέντρου καθηγ. Αx. Dzurova. 

Στα επόμενα δύο χρόνια είδα τα χειρόγραφα, που είχαν ήδη εκτεθεί στα εγκαίνια του Κέντρου Dujcev, και είχε εκδοθεί μάλιστα και μικρός κατάλογος από τους Dzurova-Stancev12. Όλα εκείνα τα χειρόγραφα προέρχονταν, χωρίς να δηλώνεται στον μικρό κατάλογο η πρόελευση τους, από τις μονές Προδρόμου και Κοσίνιτσας. 

Αργότερα ρυθμίστηκε η συνεργασία μας για τη μελέτη των Νομικών χειρογράφων. Η μελέτη αυτή περείχε τη δυνατότητα να δω στο σύνολο της την ως τότε "κλειστή" συλλογή. Ύστερα η "κλειστή " συλλογή άνοιξε διάπλατα και σε συνεργασία με τον καθηγ. Β. Άτσαλο και την, τότε ερευνήτρια του Κέντρου Dujcev, Helena Velkovska ελέγξαμε όλα τα χειρόγραφα13. Από αυτό το σημείο και εξής τα πράγματα είναι γνωστά από την Table Ronde της Σόφιας. 

Είδα όλα τα χειρόγραφα αρκετές φορές το καθένα, σημειώνοντας κυρίως τα στοιχεία που ήταν απαραίτητα για την ταύτιση τους. Ο ρυθμός εργασίας, κάτω από διάφορες πιέσεις, δεν με ικανοποιούσε ιδιαίτερα, και το πρόγραμμα των εργασιών διαρκώς μεταβαλλόταν. Ωστόσο το ιδιαίτερο βάρος που έδωσα από την αρχή στη μοναδικότητα των σημειωμάτων των χειρογράφων δεν παρέλειψα και από ένα άλλο σημείο, το να συγκεντρώνω, ομολογώ με πολλή επιμονή, όλες τις αριθμήσεις που υπήρχαν πάνω στα χειρόγραφα.

Στο διάστημα της παραμονής μου κατά το β' εξάμηνο του 1990 στη Σόφια, παραμονή που οφειλόταν αποκλειστικά στη φιλοξενία του Πανεπιστημίου Sv.Kliment Ohridski και του Κέντρου Dujcev, έμαθα, ομολογώ πολύ αργά ( στα τέλη Ιουλίου), ότι στο Κέντρο υπήρχε ένας χειρόγραφος περιγραφικός Κατάλογος χειρογράφων, γραμμένος από τον VI. Sis, τον άνθρωπο δηλ. που σχεδίασε, οργάνωσε και εκτέλεσε την επιχείρηση μεταφοράς των ελληνικών χειρογράφων στη Σόφια. Έμεινα εμβρόντητος.

Ζήτησα επίσημα την άδεια να μελετήσω προσωπικά αυτόν τον Κατάλογο. Αυτή η απόφαση έγινε γνωστή και στο επιστημονικό Συμπόσιο της Σόφιας. Μάλιστα ο "Κατάλογος Sis" εκτέθηκε για τους συνέδρους την πρώτη κιόλας μέρα του Συμποσίου14.

Στο συνέδριο εκείνο εξέφρασα την άποψη ότι πρέπει να εκδοθεί ο Κατάλογος αυτός σε πανομοιότυπη-φωτογραφική έκδοση και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης πείστηκε να αναλάβει αυτήν την υπέρογκη δαπάνη. Η "δημοσίευδη αυτού του καταλόγου είναι πρόβλημα επιστημονικό και ηθικό", έγραφα τότε15.

Επιμένω ακόμη σ'αυτήν την άποψη. Ποιος ο λόγος; Ένας και βασικός: η επιστημονική δεοντολογία. Όταν εμφανιστεί κάθε σχετική εργασία δεν πρέπει να είναι διαβλητή (π.χ. αντλούνται στοιχεία από εκεί). Γι αυτό παρακαλώ θερμά και από το βήμα αυτό την κ. A. Dzurova να προχωρήσει το συντομότερο -θα έλεγα τάχιστα- στη δημοσίευση αυτού του υλικού, είτε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είτε όπως το Κέντρο Dujcev κρίνει καλύτερα.

Είδα λοιπόν και μελέτησα αυτόν τον κατάλογο κι έχω την αίσθηση (ή αν θέλετε την ψευδαίσθηση) ότι για πρώτη φορά επετράπη σε ξένο ερευνητή να εμβαθύνει σ'αυτό το υλικό16. Το υλικό ήταν ανάκατο, αλλά προστατευμένο πολύ καλά μέσα σε τέσσερεις (4) φακέλλους Αρχείου λυτών εγγράφων, οι οποίοι βρίσκονταν ανά δύο μέσα σε φροντισμένα μπλε κουτιά που είχαν εξωτερικά μορφή καλαίσθητου δεμένου βιβλίου. 

Η πρώτη μου δουλειά ήταν να αποκαταστήσω την τάξη στο παρατοποθετημένο εδώ και εκεί υλικό. Ύστερα ψυχρά και υπομονετικά, αν και κάτω από φοβερή πίεση χρόνου που είχα στη διάθεση μου ως το τέλος Αυγούστου, προσπάθησα να αποδελτιώσω όλο το απαραίτητο υλικό που θα μου επέτρεπε να αναζητήσω μετά τα περιγραφόμενα χειρόγραφα. Καταλάβαινα ότι το υλικό κάπου μου ήταν γνώριμο και άλλες φορές εντελώς άγνωστο. Αντίγραφο εκείνης της εργασίας κατέθεσα τότε στο Κέντρο Dujcev. Την ίδια εποχή μου παραχωρήθηκαν και μερικά φωτοαντίγραφα από αυτόν τον Κατάλογο17

Το περιεχόμενο του Καταλόγου Sis, που εκτείνεται σε 1.700 σελίδες περίπου18, περιγράφει σε τέσσερεις τόμους τα χειρόγραφα με την ακόλουθη διάταξη: 

      α) Χειρόγραφα περγαμηνά μονής Προδρόμου: 99 

      β) Χειρόγραφα χαρτώα μονής Προδρόμου: 160 

      γ) Χειρόγραφα περγαμηνά μονής Κοσίνιτσας: 154 

    δ) Χειρόγραφα χαρτώα μονής Κοσίνιτσας: 124 σύνολο: 537
Βρισκόμουν μπροστά σ΄ένα μοναδικό ντοκουμέντο! Με την ελπίδα ότι η φωτογράφηση του καταλόγου θα μου παρείχε τη δυνατότητα να μελετήσω με άνεση τα στοιχεία του περιεχομένου του άφησα στην άκρη το υλικό που αποδελτίωσα, γιατί και η αξιοποίηση του χρειαζόταν ειδική επεξεργασία. Επί πλέον έπρεπε να κοπάσει και η πρώτη εκτυφλωτική εντύπωση. Γρήγορα αντιλήφθηκα ότι η αρχική έκταση του καταλόγου είχε περικοπεί και η ανασελίδωση του σε ορισμένα σημεία ήταν εμφανής. Επίσης ότι έλλειπαν περιγραφές 222 περγαμηνών χειρογράφων, όπως φαινόταν από τη συνέχεια των αριθμών. Προχώρησα ωστόσο στη συγκέντρωση και άλλων στοιχείων που θα βοηθούσαν στη μελέτη του Καταλόγου. Έπρεπε να συνταχθούν πίνακες για τα χειρόγραφα των Αθηνών και του Κέντρου Dujcev και όσων χειρογράφων ήταν σκορπισμένα στο εξωτερικό με προέλευση από τις δύο μονές, κι έπρεπε να ερευνηθεί αν τα χειρόγραφα που περιγράφονται στον Κατάλογο Sis μπορούν να ταυτιστούν. 

Τον έλεγχο των χειρογράφων του Κέντρου Dujcev τον είχα από τη σχετική εργασία που έγινε πάνω στη Συλλογή. Τα χειρόγραφα των Αθηνών-και μετά την έκδοση του Καταλόγου Λίνου Πολίτη με συνεργασία της Μαρίας Πολίτη στο τέλος του 199119-ήταν δύσκολο να μελετηθούν στο αδημοσίευτο τμήμα του Καταλόγου. Εδώ πρέπει να τονίσω τη γενναία συμβολή της κ. Μαρίας Πολίτη, που έθεσε υπόψη μου το ανέκδοτο τμήμα του Καταλόγου. Χωρίς αυτό η εργασία δεν θα μπορούσε να προχωρήσει. Για να ολοκληρωθεί η εικόνα των δεδομένων έπρεπε να τελειώσει μια φοβερή σε όγκο προεργασία.

Με δεδομένη την ύπαρξη μιας αρίθμησης που φαινόταν στα χειρόγραφα των Αθηνών (γνωστά από τον Λ. Πολίτη ως χειρόγραφα "Σερρών")20 και τους αριθμούς που βλέπαμε στα χειρόγραφα του Κέντρου Dujcev, άρχισα να ξαναπροβληματίζομαι πάνω στη λειτουργία των αριθμών που υπήρχαν ή καλύτερα συνόδευαν το κάθε χειρόγραφο στην περιγραφή του Sis. Κράτησα στις σημειώσεις μου ελέγχοντας προσωπικά σε κάθε ταξίδι στη Σόφια όλους του αριθμούς πάνω στα χειρόγραφα. Αργότερα όλη αυτή την εργασία την υλοποίησε και σε πίνακες το Κέντρο Dujcev. Όμως κανείς δεν γνώριζε τι σημαίνουν. Και οι Βούλγαροι συνάδελφοι δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Δεν γνώριζαν τίποτα. Και πράγματι τα δεδομένα ήταν τόσο συγκεχυμένα. Βλέπαμε ένα προτασσόμενο αριθμό στις εξωτερικές ετικέτες που μοιάζουν με εκείνες των παλιών μαθητικών τετραδίων21, βλέπαμε την αρίθμηση στο εσωτερικό των χειρογράφων και κυρίως την πρόταξη λατινικής αρίθμησης πριν από την αρίθμηση με αραβικούς αριθμούς. Σε άλλα χειρόγραφα απουσίαζε το ένα ή το άλλο από αυτά τα στοιχεία είτε και τα δύο μαζί.

Αλλά και κατά την επεξεργασία του Καταλόγου Sis τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο αινιγματικά. Εδώ ο αριθμός -broj δεν ήταν απλός και εμφανιζόμενος για μία φορά. Στους φακέλλους μάλιστα που αφορούσαν περιγραφές χειρογράφων της μονής Προδρόμου γινόταν κομφούζιο. Στη θέση ενός αριθμού που βρισκόταν εντός παρενθέσεων γινόταν διαγραφή του, και, στη συνέχεια, πάνω στο διαγεγραμμένο αριθμό γινόταν διόρθωση, κάποτε με το ίδιο χέρι και το ίδιο μελάνι και άλλοτε με ευδιάκριτο μπλε μολύβι22 και το σύνολο απαιτούσε προσεκτική ανάγνωση. Είχα μπροστά μου μια στρωματογραφία των αριθμών, για να χρησιμοποιήσω έναν αρχαιολογικό όρο. Αναγνώριζα επίσης την ίδια διορθωτική εργασία και στη σελιδαρίθμηση του Καταλόγου και εύκολα διαπυστωνόταν ότι υπήρχαν χάσματα στη συνέχεια της αρίθμησης των περιγραφομένων χειρογράφων, που συνέπιπταν με τις ελεγχόμενες αλλαγές.

Η λογική των αριθμών, που με βασάνιζε από την πρώτη επαφή μου με τα χειρόγραφα, απαιτούσε ένα άλλο επίπεδο έρευνας: την αποκρυπτογράφηση της λογικής συνέχειας, έστω μέσα από το δαιδαλικό λαβύρινθο των διαφόρων αριθμήσεων. Όταν απαλλάχτηκα από την παραπλανητική τελικά αναγραφή broj κι ενός συνοδευτικού αριθμού που προτασσόταν από το νούμερο που ήταν σε παρένθεση ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ο "πρώτος" αυτός broj λειτουργούσε ως αύξων αριθμός και ο "δεύτερος", που ακολουθούσε μέσα στην παρένθεση, ήταν ένας σταθερός "σιωπηρός" αριθμός. Το χέρι μου διόρθωνε τους αριθμούς αποκαθιστούσε τελικά τη συνέχεια ύστερα από κάποια διατάραξη. Το πιο σημαντικό ήταν η διαπίστωση ότι ο αριθμός που βρισκόταν πάνω από τον διαγραμμένο "σιωπηρό"-εντός παρενθέσεων-αριθμό ανταποκρινόταν στην αρίθμηση που ο Λίνος Πολίτης ονόμαζε "Σ ε ρ ρ ώ ν" στα χειρόγραφα που επιστράφηκαν στην Αθήνα. Σ'αυτό το σημείο είχε συντελεστεί μπροστά μου η λύση του όλου ζητήματος23. Γιατί όσο ο προτασσόμενος broj δεν συμφωνούσε με τον broj που είχαν τα ίδια τα χειρόγραφα ήταν δύσκολο να συλλάβει κανείς τη σημασία του "σιωπηρού" αριθμού, που βρισκόταν στο β' στρώμα κάτω από το νεότερο.

Στο επόμενο στάδιο μπήκε στη σκέψη μου η έρευνα της συνέχειας όλων των αριθμών broj εντός των παρενθέσεων, αυτών που μέχρι εκείνη τη στιγμή ονόμαζα "σιωπηρούς" αριθμούς. Ευτυχώς κάποιοι από αυτούς διακρίνοταν καθαρά, στην αρχή ιδίως του Καταλόγου. Όταν είδα ότι ορισμένοι από αυτούς ταίριαζαν με τους αριθμούς των χειρογράφων στην Αθήνα ή στο Κέντρο Dujcev προχώρησα στην επαλήθευση αυτής της υπόθεσης εργασίας.

Ως αφετηρία γι' αυτή την προσπάθεια είχα ένα εκπληκτικό επίσης στοιχείο. Πρόκειται για μια σημείωση, αυτήν που βλέπετε24, που βρίσκεται στο εσωτερικό (contre-plat) του πρώτου προστατευτικού καλύμματος του φακέλλου μέσα στον οποίο φυλάσσονται τα γραπτά του VI.Sis (ο οποίος ας σημειωθεί ότι προέρχεται κι αυτός από τη μονή Κοσίνιτσας, όπως δηλώνει η ροζ ετικέτα που επικαλύπτεται από την μπλε ετικέτα)25. Στο σημείωμα αυτό, που δεν είναι τίποτ'άλλο από μια σούμα αριθμητικών δεδομένων που καταλήγει σ'ένα σύνολο 827, αναγνωρίζω το χέρι του VI. Sis, που καταγράφει- τί άλλο;-...χειρόγραφα. Όταν είδα την σημείωση για πρώτη φορά πολλοί συνειρμοί και υποθέσεις μου δημιουργήθηκαν. Την έδειξα στον καθηγ. Α. Guillou και στη συνάδελφο Μαρία Πολίτη, που βρισκόταν τότε στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Dujcev, μια μέρα μετά το συνέδριο της Σόφιας. Ο καθηγ. Guillou αναφώνησε: "αυτό και μόνο είναι αρκετό για να ξανακάνουμε το συνέδριο!".

Με βάση αυτόν τον top αριθμό ως όριο στην υπόθεση εργασίας σχημάτισα έναν πίνακα αριθμών, τοποθετώντας στις αντίστοιχες θέσεις χειρόγραφα με αριθμούς broj από την Αθήνα και το Κέντρο Dujcev. Η αρίθμηση έφτασε στον αριθμό 51826.

Το παραστατικό διάγραμμα έδειξε ότι υπήρχαν εδώ χειρόγραφα περγαμηνά και χάρτινα από τη μονή Προδρόμου, περγαμηνά από τη μονή Κοσίνιτσας, όπως τα γνωρίζουμε από τη μέχρι τώρα έρευνα, που κάλυπταν όλο το φάσμα των περγαμηνών χειρογράφων των μονών Κοσίνιτσας και Προδρόμου, καθώς επίσης και τον αριθμό γνωστών χάρτινων χειρογράφων της μονής Προδρόμου. Απέμεινε μόνο το ερωτηματικό: τι απέγιναν τα χάρτινα χειρόγραφα της μονής Κοσίνιτας;

Η αναζήτηση αυτών των χειρογράφων λογικά έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα χειρόγραφα της "Συλλογής" Dujcev. Εδώ είχαμε ήδη διαπιστώσει ότι σ'ένα ποσοστό , που προσεγγίζει το 100%, η προέλευση των χειρογράφων αυτής της "Συλλογής" ήταν από τις δύο μονές και κυρίως από την Κοσίνιτσα. Η προσωπική μου άποψη, που διατυπώθηκε πολλές φορές στις μεταξύ μας συζητήσεις με τους συνεργάτες στο πρόγραμμα καταλογράφησης, είναι ότι μόνο ένα από τα χειρόγραφα της "κλειστής συλλογής"/Dujcev δεν φαίνεται να προέρχεται από τις μονές27. Με τη στροφή και την αναζήτηση των χαρτώων χειρογράφων της Κοσίνιτσας στη "Συλλογή" Dujcev παρατήρησα τα εξής: 

α) Ότι μέσα στο υλικό των χειρογράφων της ¨Συλλογής" Dujcev δεν συναντούμε την αφθονία των περγαμηνών χειρογράφων που υπήρχε στην προηγούμενη, όπως είδαμε, λίστα. 

β) Το σπουδαιότερο, τα πολλά χειρόγραφα που έφυγαν προς την Αθήνα απουσίαζαν φυσικά από τη σημερινή "Συλλογή" Dujcev, κι όταν συγκρίνει κανείς ταυτισμένα χειρόγραφα στην Αθήνα εύκολα βλέπει ότι απουσιάζει εκεί- με δύο τρεις εξαιρέσεις όχι αναιτιολόγητες28 - η λατινική αρίθμηση πριν από την αρίθμηση με αραβικούς αριθμούς, όπως τη βλέπουμε κατά κανόνα στα χειρόγραφα του Κέντρου Dujcev. 

γ) Ότι η αρίθμηση με τους αραβικούς αριθμούς δεν επηρεαζόταν από την αλλαγή του λατινικού αριθμού που ήταν μπροστά του. Ήταν επομένως η αρίθμηση αυτή, η δεύτερη, μια συνεχής αρίθμηση σε τέτοιο σημείο, ώστε να μου επιτρέπεται ακόμη και να διαγράψω προς στιγμήν τους λατινικούς αριθμούς που ήταν μπροστά.

Η σύνταξη ενός άλλου πίνακα, που μέσα σ' αυτόν εντάσσονταν όλοι οι αριθμοί με αύξουσα σειρά από το 441-το 66529,έδειξε το εξής αποτέλεσμα: αυτά τα χειρόγραφα που χαρακτηρίζαμε ως χειρόγραφα της ΒΑΝ καταλάμβαναν αντίστοιχες θέσεις και κάλυπταν το σύνολο των χειρογράφων που υπάρχουν στο Κέντρο Dujcev. Δηλ. παραμένουν εδώ τα περγαμηνά χειρόγραφα της Κοσίνιτσας και η κατηγορία των χάρτινων εμφανίζεται πιο ενισχυμένη. Είναι ενισχυμένη από κάποια άλλα χειρόγραφα που έχουν και αυτά τη δική τους πρόκληση. Αλλά τώρα ο δρόμος είναι εύκολος για να μας οδηγήσει στο τέρμα.

Όταν απομονωθούν τα χειρόγραφα που εμφανίζονται στη δεύτερη λίστα, αλλά δεν έχουν αριθμό broj έχουμε ως αποτέλεσμα ένα τρίτο πίνακα -μέρος του οποίου βλέπετε30 -, όπου διαπιστώνουμε ότι: 

α) Τα χειρόγραφα που δεν έχουν broj πρωτοεμφανίζονται στην αρίθμηση ΒΑΝ, απουσιάζουν δηλ. από τον πρώτο πίνακα. 

β) Η αρίθμηση τους αρχίζει από το Νο 671 και φθάνει ως το 827, ως τον αριθμό δηλαδή που είδαμε στο σημείωμα του Sis. Αρχίζει δηλαδή κάτω από έξι νούμερα κενά στον δεύτερο πίνακα, όπου τοποθετείται μια σειρά από σπαράγματα τα οποία έχουν broj, και περατώνεται σ'ένα σημείο όπου ακολουθούν τρεις κενές θέσεις χειρογράφων (τα νούμερα 828, 829 και 830) και στη συνέχεια επανεμφανίζονται χειρόγραφα της "Π ρ ώ τ η ς" (;) Γενικής Καταγραφής, χειρόγραφα ως φαίνεται από τη μονή Προδρόμου, που επιβεβαιώνουν τις υποψίες του Λίνου Πολίτη για την κατακράτηση στη Σόφια την εποχή της επιστροφής των χειρογράφων στην Αθήνα, ορισμένων χειρογράφων από τα Προδρομηνά31, εμφανίζονται ωστόσο μεταξύ των χειρογράφων αυτών που φθάνουν στον υψηλότερο αριθμό ΙΙ 860 και δύο χειρόγραφα από τη μονή Κοσίνιτσας. 

γ) Πολλές θέσεις στον τ ρ ί τ ο πίνακα32 παραμένουν κενές. Δεν έχουμε για την ώρα τα στοιχεία που χρειάζονται για να καταλάβουν τη θέση τους εδώ χειρόγραφα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απίθανο να υπάρχουν στα τόσα αταύτιστα χειρόγραφα που διαθέτουμε. 

Ας συνοψίσουμε: 

Δεν είναι πια υπόθεση εργασίας το σύστημα που αποκρυπτογραφήσαμε και ακτινογραφήσαμε. Μας παρέχει την ακόλουθη διάταξη και σχέση των, ας τα ονομάσουμε συμβατικά, συγκοινωνούντων δοχείων:

Υπάρχουν οι συλλογές χειρογράφων των δύο μεγάλων βυζαντινών μοναστηριών

ΜΕ ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

(Προδρόμου)

(Κοσίνιτσας)

Περγαμηνά: 100-103

Περγαμηνά: 161

Χαρτώα: 161-210

Χαρτώα: 262 
 
Σλαβικά: 8

Σύνολο: 261-313

Σύνολο: 43133

Τα χειρόγραφα αυτά έρχονται στη Σόφια. Εδώ γίνεται συγχώνευση των χειρογράφων των δύο μονών και στη συνέχεια ανάμειξη των χειρογράφων τους. Στην αρχή τοποθετήθηκαν ανάμικτα τα περγαμηνά κατά μέγεθος και ακολουθούν κατά τον ίδιο τρόπο τα χάρτινα σε μια γενική καταγραφή, όπου όλα τα καταγεγραμμένα χειρόγραφα παίρνουν και αριθμό ταυτότητος. Την γενική αυτή καταγραφή ας την ονομάσουμε 
δεξαμενή Α

Σ'αυτή τη δεξαμενή κυκλοφορούν χειρόγραφα όπως τα περγαμηνά των μονών Προδρόμου και Κοσίνιτσας, ένα μεγάλο μέρος από τα χαρτώα της μονής Προδρόμου. Λείπουν τα πολλά χαρτώα της Κοσίνιτσας. Το σπουδαιότερο: υπάρχουν εδώ χειρόγραφα που αργότερα μετακινούνται από τη Σόφια. Όταν ο μεγάλος αριθμός των 259 χειρογράφων μετακινείται στην Αθήνα η δεξαμενή στερεύει. Τότε ακριβώς φαίνεται να διοχετεύεται το περιεχόμενο της δεξαμενής Α σε μίαν άλλη δεξαμενή, τη
δεξαμενή Β

Από τη δεξαμενή Α, δημιούργημα του VI. Sis, χτίστηκε η δεξαμενή Β, η δεξαμενή της ΒΑΝ η οποία το 1916 είχε μόνο 10 χειρόγραφα! Γιατί αρχίζει από τον αριθμό 441 αυτή η σειρά των χειρογράφων της; υπάρχουν ορισμένες εξηγήσεις, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αναγνωρίζουμε στην μικρή ετικέτα του χφ ΒΑΝ 429-1 που περιέχουν το Χρονικό του Δωροθέου Μονεμβασιάς, τον αριθμό 1 και μπορούν να ακολουθήσουν στη συνέχεια μετά τα σπαράγματα που υπήρχαν στην κατοχή της ΒΑΝ το 1916. Αλλά κι αν ακόμη οι Βούλγαροι συνάδελφοι δεν μας διαφωτίσουν επακριβώς για το λόγο που η αρίθμηση αυτή ξεκινά δέκα νούμερα πάνω από τον αριθμό τον παραδομένο για το σύνολο των χειρογράφων της μονής Κοσίνιτσας, δεν έχει και τόση σημασία το τι προηγείται σ'αυτήν την αρίθμηση. Η ανάγκη να συμπυχτεί και να ξανασυγκροτηθεί με ενιαία αρίθμηση η "Συλλογή" ΒΑΝ μετά την έλλειψη των χειρογράφων που πήγαν στην Αθήνα μπορεί να κατανοηθεί παραστατικά με την εικόνα μιας βιβλιοθήκης από τα ράφια της οποίας αφαιρέθηκαν ενδιάμεσα πολλά βιβλία συγκεντρωμένα σε συνεχείς θέσεις ή σποραδικά εδώ κι εκεί. Προέκυψε δηλ. η ανάγκη να συμπληρωθούν τα κενά για να μην χαίνουν τα ανοίγματα και η συλλογή αριθμήθηκε ξανά. Εδώ εντάχθηκαν χειρόγραφα από την "Πρώτη" (;) Γενική Καταγραφή, αλλά και χειρόγραφα, όλα χαρτώα, που δεν αριθμήθηκαν καν την πρώτη φορά, περιέργως όμως διατηρούν πιο καθαρά τα στοιχεία της ταύτισης τους.
Η δεξαμενή Γ του Κέντρου Dujcev

Από τη δεξαμενή της ΒΑΝ διοχετεύτηκαν τα χειρόγραφα στο Κέντρο Dujcev, του οποίου η "Συλλογή" μέχρι το όριο που χαρακτηρίστηκε "κλειστή συλλογή" κατέχει χειρόγραφα αποκλειστικά της ΒΑΝ, η οποία, όσο είμαστε σε θέση να ξέρουμε, διεκδικεί την επιστροφή τους από το Κέντρο Dujcev στη Βιβλιοθήκη της (για να συνεχίσει την παράδοσή της στην παραπλάνηση του επιστημονικού κόσμου), ενώ θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα, δημοσιεύοντας το σχετικό με τα χειρόγραφα αρχειακό της υλικό. Εμείς θα δημοσιεύουμε ό,τι σχετικό αρχειακό υλικό υπάρχει.

Με διάφορους πίνακες μπορεί κανείς να δείξει, ύστερα από τη συνολική διευθέτηση του κώδικα στη διαδοχική λειτουργία των Συλλόγων, και τη ροή των συγκεκριμένων χειρογράφων μέσα ή έξω από αυτές, πάρα πολλά στοιχεία -δείγματα της ιστορικής περιπέτειας αυτών των χειρογράφων. Τη μεταβλητή ή αμετάβλητη θέση τους μπορεί να καταγράψει κανείς με αντίστροφους πίνακες όπου φαίνεται ο τρόπος επιλογής και τοποθέτησης των χειρογράφων στις νέες τους θέσεις. Φαίνεται η λογική συνάφεια ή η τυχαία σχέση τους στη συνολική λειτουργία των συλλογών, παρακολουθώντας την κινητικότητα τους στις γραμμές πορείας τους, τις περιπέτειές τους και την επιβίωσή τους. 

Με τους τρόπους αυτούς έχουν λυθεί πολλά αινίγματα. Αλλά το πιο βασικό είναι ότι τώρα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε το "σταθερό αριθμό" της ταυτότητας του κάθε χειρογράφου με απόλυτη ακρίβεια.

Τα ποσοτικά δεδομένα προσεγγίζονται πια με καθαρότερη ακρίβεια, κι όσο θα γεμίζει το puzzle, αφού υπάρχει ακόμη η λίστα των "αγνοουμένων χειρογράφων", τόσο θα δικαιώνεται η άποψη μου που υπακούει σε μια συστηματική λογισμική προσέγγιση του όλου προβλήματος. Η τελειότητα με την οποία λειτουργεί το όλο σύστημα επιτρέπει να δοθούν λύσεις σε άλυτα ως τώρα ζητήματα και να φτάσει κανείς στην ανασυγκρότηση των διαλυμένων βιβλιοθηκών των δύο μεγάλων μοναστηριών.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Με τη βεβαιότητα ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής θα μορφοποιήσει όλες τις λεπτές αποχρώσεις των ζητημάτων με όλα τα δεδομένα, που τα επεξεργάστηκα μόνος και χωρίς υπολογιστή και που με οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια στην ορθή διασταύρωση όλων των στοιχείων, θα ήθελα να κλείσω με μία έκκληση προς τους επιστήμονες όλου του κόσμου, αν βρουν χειρόγραφα προερχόμενα από τις δύο μονές να συνεισφέρουν σ'αυτήν την προσπάθεια ανασυγκόλλησης του "σκορπισμένου ψηφιδωτού", παραθέτοντας και τους αριθμούς (br.+no)34.

Υπάρχουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ότι ένα μεγάλο τμήμα από τη λίστα των "αγνοουμένων χειρογράφων" μας βρίσκονται σήμερα στη βιβλιοθήκη της πρώην βασιλικής οικογένειας της Βουλγαρίας35. Θα ήταν ευχής έργο να δοθούν και αυτά τα χειρόγραφα στην επιστήμη*.


* Οι ακόλουθες σημειώσεις συνοδεύουν εξυστέρου το κείμενο της ανακοίνωσης μου στο Δ' Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Παλαιογραφίας, που δημοσιεύεται εδώ ως εισαγωγικό.

1. Η όλη εμπλοκή μου στο πρόγραμμα έρευνας των ελληνικών χειρογράφων στη Βουλγαρία είχε ως αφετηρία τη συμφωνία Επιστημονικής Συνεργασίας μεταξύ του Αριστοτελιού Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου της Σόφιαςπου υπογράφτηκε το 1987. Αρκετοί επιστήμονες συνάδελφοι "εγγυήθηκαν" εκείνη την εποχή εν αγνοία μου για την επιστημονική ετοιμότητα μου να εργαστώ ερευνητικά στη Σόφια. Ανάμεσα τους ήταν, όπως πληροφορήθηκα αργότερα, οι καθηγ. Ι. Καραγιαννόπουλος, Φ. Μαλιγκούδης, Χ. Παπαστάθης και Ihor Sevcenko. Ο κ. Μαλιγκούδης με έφερε σε άμεση επαφή με τους Βούλγαρους συναδέλφους. Σε όλους οφείλω να εκφράσω και από τη θέση αυτή τις ευχαριστίες μου. 

2. Οι αντιδράσεις αυτού του χαρακτήρα αποτυπώθηκαν αργότερα σε "λιβέλλους", για να διαιωνίζουν την εμβέλεια της σκέψης και το εύρος του επιστημονικού ήθους των συντακτών τους (βλ. σχετικά Γ.Κ.Παπάζογλου, Χειρόγραφα και βιβλιοθήκες, επίμετρο, σ. 33-47 πρβλ. τώρα περιοδ. Αντί, περ. Β', τεύχ. 579, σ. 56). 

3. Βλ. τώρα Α. Dzurova, Kr. Stancev, V. Atsalos, V. Katsaros, Checklist, σ. 81-85. 

4. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen, Wien 1991,σ. 51 κ.ε. 

5. Βλ. D. Getov, Β. Κατσαρού, Χ.Κ.Παπαστάθη, Κατάλογος (1994). 

6. Βλ. Β. Κατσαρού, Χ.Κ.Παπαστάθη, "Ο Νέος Μέγας Κώδηξ" σ. 173. 

7. Βλ. γι'αυτόν παρακάτω, σ. 49. 

8. Για τα fragmenta της συλλογής του Κέντρου Ivan Dujcev ελπίζω ότι θα είμαι σε θέση να δώσω σύντομα περισσότερα στοιχεία. 

9. Η επίσκεψη αυτή έγινε σε μια χρονική περίοδο πριν από τα επίσημα εγκαίνια του Κέντρου, τα οποία συνόδευσε η γνωστή έκθεση και ενός μικρού τμήματος των ελληνικών χειρογράφων από τις δύο μονές (βλ. σημ. 12 εδώ). 

10. Από παραδρομή στην προφορική ανακοίνωση μου στην Οξφόρδη διάβασα το όνομα του Βούλγαρου ερευνητή λανθασμένα {Nikolaj}, στην καθηγ.Ax. Dzurova οφείλω την άμεση διόρθωση.

11. Βλ. Λ. Πολίτη, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 377. 

12. Βλ. A. Djurova-Kr. Stancev, Slavjanski, Grecki i Orientalski rakopisi..., Sofia 1988. 

13. Η εργασία αυτή ολοκληρώθηκε πριν από το Διεθνές Συμπόσιο της Σόφιας. 

14. Η άποψη ότι ο κατάλογος εξακολουθεί να είναι "απόρρητο δημόσιο έγγραφο του Βουλγαρικού κράτους, που θα δικαιολογούσε τηνπροέκταση της σιγής γύρω από την ύπαρξη και κατά συνέπεια το απρόσιτο για την επιστημονική του μελέτη, δεν υφίσταται πλέον (βλ. Ax. Dzurova, Erytheia 13, 1992), σ. 122, σημ.12). 

15. Βλ. V. Katsaros, Actes, σ. 79: "IIy a aussi un probleme grand et moral: la publication du Catalogue de Vladimir Sis". 

16. Είναι δύσκολο να πιστέψω ότι δεν υπάρχει και άλλο αρχειακό υλικό σχετικό με τα ελληνικά χειρόγραφα στη Βουλγαρία. Ας ελπίσουμε ότι με την πρόοδο των ελληνιοβουλγαρικών σχέσεων και η επιστημονική έρευνα θα έχει πιο πολλά να ωφεληθεί. 

17. Βλ. π.χ. εικ. 1-4.

18. Με βάση τις ενδείξεις των διαδοχικών σελιδαριθμήσεων του ο Κατάλογος αυτός εκτεινόταν αρχικά στις 2.350 περίπου σελίδες. 

19. Βλ. Λ. Πολίτη, Κατάλογος, σ. 389-501. 

20. Βλ. Λ. Πολίτη, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 363 και 373. Πρβλ. του ίδιου, Κατάλογος, ο.π. passim.

21. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στα "επιστραφέντα" χειρόγραφα που βρίσκονται στην Αθήνα, βλ. Λ. Πολίτη, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 363. Πρβλ. Κατάλογος, σ. κβ'. 

22. Οι διαφορετικές επεμβάσεις στους αριθμούς δεν είναι ευδιάκριτες στον "Συνοπτικό" κατάλογο του VI.Sis που πρωτοδημοσιεύεται εδώ. Μόνο η χρωματική εναλλαγή δείχνει καθαρότερα το είδος αυτών των επεμβάσεων, αλλά στην ουσία δεν επηρεάζεται η ακολουθία των αριθμών. 

23. Στην τέλεια ανταπόκριση αυτού του συστήματος μπορεί να δει τώρα κανείς στο μελέτημα μου "Θεωρια για τη συνολική επιστημονική διευθέτηση του ζητήματος της ιστορίας των Συλλόγων ελληνικών χειρογράφων των μονών Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζομένης Κοσίνιτσας (νεωτ. Εικοσιφοινίσσης), και του Τιμίου Προδρόμου Σερρών" στα υπό έκδοσιν Πρακτικά του Διεθνές Συνεδρίου "Οι Σέρρες και η περιοχή τους. Από την Αρχαία στη Μεταβυζαντινή Κοινωνία" που έγινε στις Σέρρες 29 Σεπτεμβρίου 3 Οκτ. 1993. 

24. Βλ. εικ. 2. 

25. Βλ. εικ. 1. 

26. Βλ. σελ. 138 εδώ.

27. Πρόκειται για το χφ. D. gr. 275.Πρβλ. Checklist, σ. 16. 

28. Πρόκειται μόνο για τη λατινική αρίθμηση των σπαραγμάτων που συγκεντρώθηκαν όλα κάτω από το υπ'αριθ. ΕΒΕ 2643, τελευταίο αριθμό της ενότητας των "Σερραϊκών χειρογράφων".

29. Βλ. σ. 147 εδώ. 

30. Βλ. σ. 151-155 εδώ.

31. Δεν είμαι βέβαιος αν η κατακράτηση ήταν σκόπιμη ή υπάρχουν άλλοι λόγοι που ερμηνεύουν αυτή την ανάμειξη (βλ. σ. 242 εδώ). 

32. Βλ. σ. 151-155 εδώ.

33. Δεν γνωρίζουμε αν στη φράση "ενοις και οκτώ σλαβικά" του Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, Έρευναι, σ. 52α, υπονοείται αφαίρεση ή πρόσθεση των εν λόγω οκτώ χειρογράφων από τον ή στον συνολικό αριθμό των 431 χειρογράφων της μονής. 

34. Οφείλω να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στον αγαπητό συνάδελφο Arnold Van Gemert, ο οποίος ανταποκρίθηκε πρόθυμα στο αίτημα μου να με πληροφορήσει ότι "δυστυχώς δεν υπάρχει καμία αρίθμηση ή άλλη ένδειξη στο χφ. του Αμστερνταμ, και στην αρχή και στο τέλος έχουν αφαιρεθεί φφ." [πρβλ. Ελληνικά 25 (1972) 200-203].

35. Η ατεκμηρίωτη αυτή άποψη μου φαίνεται τώρα μάλλον απίθανη. Δεν αποκλείεται τα ελλειπόντα χειρόγραφα να βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας. Εν πάση περιπτώση η έκκληση διατηρεί τη δύναμη της προς κάθε κατεύθυνση.

Προλεγόμενα

Τον Αύγουστο του 1990 πραγματοποιήθηκε στη Σόφια ένα επιστημονικό Συμπόσιο με δύο σημαντικές διαστάσεις. Η μία διάσταση ήταν καθαρά επιστημονική, ένα επιστημονικό ζήτημα που παρέμεινε ως αίνιγμα για επτά και πλέον δεκαετίες έβρισκε τη μόνη ορθή και ενδεδειγμένη λύση του1. Ένα μεγάλο μέρος από τα χειρόγραφα που συναποκόμισαν το 1917 οι Βούλγαροι από τις μακεδονικές Βυζαντινές μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου (της επανομαζόμενης Κονίσιτσας, μτγν. Εικοσιφοίνισσας) και για τα οποία "ουδένα ποτέ έκαμαν λόγο"2, βρίσκονταν, όπως υπέθεταν ως τότε πολλοί ειδικοί επιστήμονες, στη Σόφια, εναποκείμενα στον πρόσφατο σταθμό του ταξιδιού τους, στο Ερευνητικό Κέντρο Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών "Ivan Dujcev" του Πανεπιστημίου της Σόφιας. Ένα "από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της βυζαντινολογίας και της ελληνικής κωδικολογίας"4 είχε λυθεί. Το ηθικό πρόβλημα που βάραινε με τη σιωπή τους Βούλγαρους επιστήμονες3 είχε, έστω αργά, διευθετηθεί χάρη στις προσπάθειες ορισμένων ακαδημαϊκών κύκλων της γειτονικής χώρας και την τόλμη που επέδειξε για την πραγματοποίηση τους η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Σόφιας Axinia Dzurova.

Η άλλη διάσταση του προβλήματος ήταν εξωεπιστημονική. Είναι γνωστά τα ιστορικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία συνέβησαν τα γεγονότα της διάλυσης των βιβλιοθηκών των δυό, κυρίως, μεγάλων σταυροπηγιακών μονών του μακεδονικού χώρου, μη αμφισβητήσιμα ιστορικά γεγονότα τα οποία κάλυψε για εβδομήντα σχεδόν έτη "μετά τη βουλγαρικήν διαπραγήν"5 ένα πέπλο σιγής, παράλληλο προς το "ανεξιχνίαστον μυστήριον"6 που συνδέθηκε με την "πολύτιμον συλλογήν των χειρογράφων, της μονής Κοσινίτσας"7, ιδίως, αφού η συλλογή των χειρογράφων της μονής του Τιμίου Προδρόμου Σερρών είχε τυπικά επιστραφεί το 1923 στην Ελλάδα και κατέληξε στην Εθνική της Βιβλιοθήκη. 

Η απόφαση, λοιπόν, να δοθεί στη δημοσιότητα η είδηση για την ύπαρξη των υπολοίπων ελληνικών χειρογράφων στη Σόφια ήταν ταυτόχρονα εκ μέρους των Βουλγάρων και μια απόφαση "πολιτική", δεδομένου ότι η αποκάλυψη του επτασφράγιστου-και για τον επιστημονικό κόσμο και για την πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας-μυστικού δήλωνε ταυτόχρονα, εμμέσως πλην σαφώς, και την παραδοχή των συμβάντων που βάραιναν την πλάτη του ομόδοξου βουλγαρικού λαού με ευθύνες άλλων υπευθύνων της πολιτικής ηγεσίας του και με δομές αντιλήψεων άλλων εποχών. Έτσι η τρίτη διάσταση του προβλήματος παρουσιάζει συνθετότερη μορφή, αφού η στάση και των επιστημόνων και των ηγεσιών έπρεπε να δοκιμαστεί απέναντι στη νέα πραγματικότητα. Ένα ζήτημα με δύο κατευθύνσεις ανέκυπτε ως νέα πρόκληση μέσα στο κλίμα ενός διαλόγου που, ύστερα από τόσα χρόνια σιωπής ήταν ανάγκη να ξαναρχίσει στο πλαίσιο της πολιτιστικής και επιστημονικής συνεργασίας των δύο γειτονικών χωρών, με το βλέμμα προσηλωμένο τόσο στο σεβασμό των εθνικών παραδόσεων των δύο λαών και στην αυτογνωσία του παρελθόντος, όσο και στις προοπτικές του μέλλοντος, με βάση τα απολύτως σεβαστά και καλώς εννοούμενα εθνικά συμφέροντα των δύο κρατών. 

Ως Έλληνας επιστήμονας με απόλυτη προσήλωση στο χρέος, που είναι η αναζήτηση της αλήθειας, μαζί και με άλλους συναδέλφους, πρόθυμα ανταποκρίθηκα στην πρόκληση και πρόσκληση της συνεργασίας των Βουλγάρων συναδέλφων μας που είχαν "δείξει ποικιλοτρόπως την επιθυμία των να διασπάσουν την επιστημονικήν απομόνωσιν, εις την οποίαν είχον καταδικάσει εαυτούς κατά το παρελθόν"8, έχοντας επίγνωση ταυτόχρονα ότι απομένει σε εκκρεμότητα η οριστική διευθέτηση του άλλου σκέλους του προβλήματος. Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στους Βουλγάρους συναδέλφους μας να μην αποβάλλουν την εθνική τους ταυτότητα, όπως απαιτεί η αμοιβαία κατανόηση, με προέκταση και προς τη δική μας πλευρά, έχουμε χρέος να αναζητούμε τους τρόπους επικοινωνίας των δύο γειτονικών χωρών μας, διδάσκοντας το πνεύμα της επιστημονικής συνεργασίας μας και των εφαρμογών της και σε άλλους τομείς, που θα παραμερίσουν οριστικά όσα χωρίζουν τους δύο λαούς και θα καλλιεργήσουν εκείνα που τους ενώνουν. 

Με αυτό το πνεύμα παρουσιάζουμε σήμερα το αποτέλεσμα των ερευνών που βασίστηκε στο άνοιγμα αυτής της συνεργασίας, πιστοί στην επιστημονική επιταγή για την αναζήτηση της αλήθειας των πραγμάτων. Εκφράζουμε την ευχή ότι αυτό το πνεύμα θα συνεχιστεί και θ'αποτελέσει πρόκληση και πρόσκληση στις πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών να αναζητήσουν τη δίκαιη και σωστή λύση και στο άλλο σκέλος του προβλήματος, στο οποίο εμείς ως επιστήμονες δηλώνουμε αναρμοδιότητα, δεν παύουμε όμως να πιστεύουμε ότι οι δύο λαοί έχουν δικαίωμα να συνεργάζονται ειρηνικά και σε τελευταία ανάλυση να μην ευθύνονται για τα σφάλματα που τους φόρτωσαν οι διάφορες επιλογές των κατά καιρούς υπευθύνων για τις τύχες των ηγεσιών τους. Ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλεται διαρκώς για τη λύση της σιωπής και τη διάλυση κάθε είδους μυστηρίου, ώστε, με λόγους καθαρούς και αξιόπιστους, να μπορέσουμε να στεριώσουμε τον αλληλοσεβασμό και την αμοιβαία κατανόηση. Με άλλα λόγια να συνεχίζουμε τον διάλογο, το μόνο μέσο για την επίλυση των όποιων προβλημάτων μας. 

Η έκδοση αυτή δεν αποτελεί οριστική σύνθεση όλων των θεμάτων που σχετίζονται με τις βιβλιοθήκες των δύο μακεδονικών μονών. Αποτυπώνει κυρίως την εξελικτική διαδικασία μιας συγκεκριμένης έρευνας. Από την άποψη αυτή παραμένει ακόμη εν ενεργεία ερευνητική εργασία, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως "κατάθεση" γύρω από τους προβληματισμούς για το μεγάλο ζήτημα της "αποκατάστασης" των δύο μοναστηριακών βιβλιοθηκών στον τομέα των χειρογράφων. Με τη δεύτερη ιδιότητα της η εργασία αυτή παρέχει στον αναγνώστη, με τον σαφέστατο και σχεδόν μαθηματικό τρόπο, την εικόνα των συνόλων (ή καλύτερα των ολοτήτων), ύστερα μάλιστα και από τις διάφορες μεταβολές που παρατηρούνται στην κατάσταση των συγκεκριμένων χειρογράφων από τη στιγμή της μεταφοράς τους στη Σόφια μέχρι σήμερα. Ο αναγνώστης επίσης έχει τη δυνατότητα πλέον να κατανοήσει πλήρως το status ύστερα από κάθε επέμβαση ή μεταβολή, πάνω απ'όλα όμως καθίσταται εγρήγορος στο να παρτηρεί και να ανιχνεύει τις τύχες και του συνόλου και των επί μέρους. Τοποθετείται στην ουσία του προβλήματος. 

Στη δομή αυτής της εργασίας προτάσσεται ως εισαγωγικό κεφάλαιο το κείμενο μιας προφορικής ανακοίνωσης μου που έγινε στην Οξφόρδη και στο πλαίσιο του Δ' Διεθνούς Συνεδρίου για την Ελληνική Παλαιογραφία (22-28 Αυγ. 1993). Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται εδώ σε παραλληλισμό με το ελληνικό αντίστοιχο του. Πρόθεσή μου με τη συνδημοσίευση αυτή είναι: α) να καταγραφεί στη διαχρονική της εκδήλωση η πορεία της έρευνας, όπως εκτέθηκε σ'ένα άκρως επιστημονικό διεθνές forum τον Αύγουστο του 1993, χωρίς να τροποποιούνται καθόλου οι απόψεις που εκφράστηκαν εκεί και β) να δοθεί η δυνατότητα και στους Έλληνες αναγνώστες να γνωρίσουν αυτό το κείμενο, που οριοθετεί ένα terminum στην ενασχόληση μου με τα εν λόγω χειρόγραφα στη Σόφια. 

Κατά την περίοδο της δύσκολης- από κάθε άποψη-και πιεστικής προσπάθειας μου υπήρξαν αρωγοί και συμπαραστάτες στους οποίους χρωστώ αμέσως ή εμμέσως πάρα πολλά. Χωρίς την πληροφορία του συναδέλφου Kr.Stancev για την ύπαρξη των χειρογράφων του "καταλόγου VI.Sis" και την άδεια για την έρευνα, σε μια πρώτη φάση, του καταλόγου αυτού από τη Διευθύντρια του Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών "Ιvan Dujcev", την καθηγ. A. Dzurova, το έργο αυτό δεν θα ξεκινούσε. Χωρίς επίσης, σε μια δεύτερη φάση προβληματισμού, το αδημοσίευτο υλικό του περιγραφικού καταλόγου των προερχομένων από τη μονή Προδρόμου Σερρών ελληνικών χειρογράφων που είναι κατατεθειμένα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (αριθ. 2396-2643) του Λίνου Πολίτη, στην άμεση ανταπόκριση της συνεργάτισσάς τους, συναδέλφου Μαρίας Πολίτη, η έρευνα αυτή δεν μπορούσε να προχωρήσει. Η αφιέρωση του πονήματος αυτού στη μνήμη του Λίνου Πολίτη αποτελεί ελάχιστο δείγμα τιμής στον αείμνηστο διδάσκαλο, που τόσο κοπίασε για την υπόθεση των χαμένων χειρογράφων. Χωρίς, τέλος, τη συμπαράσταση των συναδέλφων του Τομέα Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών και του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, καθώς και της Πρυτανείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η έρευνα αυτή θα παρέμενε ανολοκλήρωτη.

Σε όλους αυτούς που εξασφάλισαν τρεις καθοριστικούς παράγοντες για την προώθηση της εργασίας εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου. Ανάλογες ευχαριστίες οφείλω και σε πολλούς άλλους που ενθάρρυναν ή και βοήθησαν σ'αυτό το εγχείρημα, και πρώτα πρώτα στους άμεσους συνεργάτες μου στο ερευνητικό πρόγραμμα της Σόφιας, τους καθηγητές Β. Άτσαλο και Χαράλ. Παπαστάθη, για την αμέριστη συνδρομή τους σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων ταξιδιών μας στη βουλγαρική πρωτεύουσα, μεταξύ των ετών 1990-1993. Στο ερευνητικό και το υπόλοιπο διοικιτικό προσωπικό του Κέντρου "Ivan Dujcev" για την ανθρώπινη ζεστασιά που μου πρόσφεραν κατά τις μακρόχρονες επισκέψεις εκεί. Στους συναδέλφους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθηγ. Γ. Παράσογλου,Θεοδοσία Παυλίδου, Παναγιώτη Σωτηρούδη, Σοφία Κοτζάμπαση, και ιδιαίτερα στο συνάδελφο και φίλο Τάσο Καραναστάση, για την αδιάκοπη έγνοια τους για κάθε πληροφορία σχετική με τα χειρόγραφα. Για την επανεξέταση και την τελική γραπτή διατύπωση του αγγλικού κειμένου ευχαριστώ τους W.J. Lillie, Μιχάλη Χρυσανθόπουλο και Γιώργο Παράσογλου για τη συνδρομή τους. Δεν πρέπει να ξεχνώ τη συμβολή των οικείων, της γυναίκας μου και των παιδιών μου, για την υπομονή και τη συγκατάβαση που έδειξαν σε όλες εκείνες τις στιγμές που οι έγνοιες μου για την τύχη αυτής της έρευνας τους στέρησαν πολλά, όπως και η μακρόσυρτη απουσία μου στη φιλόξενη γειτονική χώρα. 

Στον Πρόεδρο κ. Μ. Μπόλαρη και τα μέλη της Εφορείας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, που κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για να στεγάσουν στην εκδοτική σειρά της Βιβλιοθήκης το έργο αυτό, αισθάνομαι βαρύ χρέος: και για την τιμή που μου έγινε με την πρόταση να εκδοθεί η εργασία αυτή,και για την εμπιστοσύνη τους στη διαίσθηση της προσφοράς του έργου στους σκοπούς που υπηρετεί το εκδοτικό πρόγραμμα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης των Σερρών.

Τέλος, οφείλω να ευχαριστήσω το προσωπικό του τυπογραφείου Γιώργου Δεδούση για τον μόχθο που κατέβαλε, ώστε να γίνει αρτιότερη* η εμφάνιση του βιβλίου.

Δεκέμβριος 1994

Βασίλης Κατσαρός
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 


1. Bλ.Actess, passim. 

2. Λ. Πολίτης, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 376. 

3. Μάταιες είναι οι διεκδικήσεις γύρω από το θέμα του εντοπισμού των χειρογράφων στη Σόφια. Απορρέουν, πιστεύω, από το γεγονός ότι κατά τη στιγμή της επανεμφάνισης των χειρογράφων ήταν απόντες ορισμένοι από εκείνους που επιθυμούσαν σφόδρα να γευτούν αυτό το ανεπανάληπτο συναίσθημα της χαράς και της συγκίνησης, αντικρύζοντας τα εξαφανισμένα για εβδομήντα και πλέον χρόνια ελληνικά κειμήλια των δύο μεγάλων μακεδονικών μονών. Η ουσία, συνεπώς, των επικλήσεων "προσωπικών φιλοδοξιών", "εθνικού χρέους" κ.α. παρομοίων ηχηρών μεγαλοστομίων βρίσκεται αλλού (πρβλ. σ.44 σημ.2 και σ.219 σημ.4 εδώ). 

4. Λ. Πολίτης, Έκθεση και υπόμνημα, σ. 376. 

5. Ο. π. σ. 376. 

6. Αυτόθι 

7. Ο. π., σ. 

8. Ο. π., σ. 378. 

* Για λόγους τεχνικούς δεν έγινε διάκριση βαρείας και οξείας στο πολυτονικό σύστημα γραφής του βιβλίου

Εφορεία Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών

 
Πρόεδρος

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΛΑΡΗΣ

Μέλη

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΠΗΛΙΤΣΗΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΑΒΒΑ

ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΨΑΡΡΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ

ΜΑΡΙΑ ΖΑΠΑΡΑ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΛΥΤΙΔΗΣ

Διευθυντής της Βιβλιοθήκης

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΠΟΥΝΤΖΗΣ

 

Πρόλογος του Προέδρου της Εφορείας της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σερρών

Οι επιστημονικές εργασίες που σχετίζονται με την ιστορία και τον πολιτισμό της πόλης των Σερρών και της ευρύτερης περιοχής της είναι πάντα ευπρόσδεκτες στον ανήσυχο πνευματικό ιστό των κατοίκων, στους ανθρώπους που διψούν να γνωρίσουν τη διαχρονική τους ταυτότητα. Γι'αυτό είναι κάτι παραπάνω από δώρημα η έρευνα που αγγίζει την ιστορία των χειρογράφων της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών, την πολιτιστική παράδοση που δέθηκε μ'αυτόν τον τόπο. Το ενδιαφέρον κεντρίζει περισσότερο και τους πνευματικούς και τους απλούς ανθρώπους του χώρου που γνωρίζουν τον τρόπο να θυμούνται και να παραδίδουν τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στο Σερραϊκό μοναστήρι και τη γειτονική Ιερά Μονή της Παναγίας του Παγγαίου (Εικοσιφοινίσσης) την άνοιξη του 1917. 

Στις μέρες μας γνωρίζουμε αρκετά για την υπόθεση των εξαφανισμένων χειρογράφων, ύστερα μάλιστα από την ξαφνική επανεμφάνιση τους στην ελληνική και διεθνή επιστημονική σκηνή το Φθινόπωρο του 1990 και εξής, όταν αποκαλύφτηκε το γεγονός της επανεύρεσης των ελληνικών χειρογράφων στη γειτονική Σόφια. Εδώ για εβδομήντα και πλέον χρόνια κρατήθηκε επτασφράγιστο μυστικό η κατοχή του ελληνικού πολιτιστικού θησαυρού που αφαιρέθηκε κυρίως από τις δύο ιστορικές μονές του μακεδονικού χώρου. 

Στην πόλη μας ο αχός αυτών των γεγονότων δεν ήταν απόμακρος. Αγγίξαμε τον παλμό τους από την πρώτη στιγμή και δεχτήκαμε τους ερευνητές που έλαβαν μέρος στην προσπάθεια της αποκάλυψης, άξιους ακαδημαϊκούς δασκάλους του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για να μας εκθέσουν δια ζώσης φωνής το χρονικό και να αποτιμήσουν τα ευρήματα. Και ξεκαθαρίσαμε καλύτερα πολλά ζητήματα και πράγματα. Ήταν εξ άλλου πολλές και οι ευκαιρίες που δόθηκαν στην κοινωνία των Σερρών να παρακολουθήσει διαλέξεις, συζητήσεις και επιστημονικά fora. 

Με την έκδοση αυτή η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών δεν συνεχίζει απλώς την εκδοτική της δραστηριότητα στεγάζοντας ένα ακόμη έργο, πραγματοποιεί αυτό που αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα ως επιστέγασμα όλων των προσπαθειών που απέβλεψαν ή αποβλέπουν στο να φωτίσουν πιο καθαρά το τοπίο και να διακριβώσουν τις συνθήκες ζωής του πολύτιμου υλικού των χειρογράφων μετά τη λεηλασία του 1917, μια οπτική που πλησιάζει το παρόν και το μέλλον των χειρογράφων και την οφείλουμε στον ακαταπόνητο μόχθο ενός από τους βασικούς συντελεστές για την πραγματοποίηση της δύσκολης έρευνας στη γειτονική μας χώρα. Για όλους αυτούς τους λόγους η Εφορεία της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών είναι υπερήφανη που με την πραγματοποίηση της έκδοσης ψηλαφεί την ουσία των στόχων της. 

Παραδίδοντας στο Εληνικό αλλά και στο Διεθνές αναγνωστικό κοινό το βιβλίο αυτό εκφράζουμε την ευχή να συνεχιστεί η προσπάθεια πολιτισμένου διαλόγου με τον ομόδοξο γειτονικό λαό, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την αλληλοκατανόηση των πολιτιστικών επιτευγμάτων που ανήκουν στην πνευματική ιστορία και εκφράζουν τους ανθρώπους και τους χώρους που τα δημιούργησαν. Τότε ίσως γίνει περισσότερο κατανοητή η φωνή της άδειας βιβλιοθήκης στον πύργο της Μονής του Τιμίου Προδρόμου ή το μήνυμα του ορθόδοξου μοναχισμού και ανθρωπισμού που αρθρώνει φιλόξενα τον λόγο της αγάπης μέσα στην νέα εποχή της ανάπτυξης του στους ίδιους χώρους των ιστορικών μοναστηριών, των δύο σταυροπηγιακών βυζαντινών μονών οι οποίες στερούνται τα πολύτιμα κειμήλια τους. 

Ως Πρόεδρος της Εφορείας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, διερμηνεύοντας τα αισθήματα και όλων των μελών, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όλους τους συντελεστές που μόχθησαν για την ολοκλήρωση του έργου από τον συγγραφέα, του οποίου το έργο αναπτύσσεται στις επόμενες σελίδες, εώς το προσωπικό του τυπογραφείου Γ. Δεδούση, που εργάστηκε με αυταπάρνηση για την καλύτερη τυποτεχνική παρουσίαση της έκδοσης. 

Το έργο είναι μια προσφορά λατρείας αυτού του χώρου με τη μαρτυρική συνεισφορά στη ζωή και τον πολιτισμό.

Σέρρες, Δεκέμβριος 1994 

Μάρκος Μπόλαρης

 

Βραχυγραφίες και Βασική Βιβλιογραφία

Actes: Actes de la Table Ronde: Principes et methodes du cataloguage des manuscrits grecs de la collection du Centre Dujcev, Sofia 21-23 aout 1990, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Thessalonique 1992.

Αγαθαγγέλου Μάγνητος, Μητροπολίτου Δράμας, Εικοσιφοίνισσα Παγγαίου Ανατολικής Μακεδονίας, ήτοι Συνοπτική ιστορία και περιγραφή της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, της επιλεγομένης Εικοσιφοινίσσης, ιδρυθείσης το 450 μ.Χ. και αριθμούσης βίον πολυκύμαντον και εθνωφελή δέκα και πέντε αιώνων, ήτινι συνάπτονται κατάλογος των χειρογράφων και εντύπων βιβλίων της νυν Βιβλιοθήκης και των εν τω Σκευοφυλακείω σωζομένων κειμηλίων, Δράμα 1916 (πρβλ. βιβλιοκρ. Σωφρ. Ευστρατιάδη, Γρηγόριος Παλαμάς 3, 1919, 161-196).

Aland: K Aland, Kurzgefasste Liste der griechischen Handschriften des Neuen Testaments. I. Gesamtubersicht. (Arbeiten zur Neutestamentliche Textforschung gerausgegeben vom Institut fur Neutestamentliche Textforschung an der Westfalischen Wilhelms-Universitat Munster/Westfalen, Band I),Berlin 1963.Βλ. και Gregory.

Δημήτρη Γ. Αποστολοπούλου, Ένα "ίσον", "εκβληθέν από του μεγάλου Νομίμου". Ροδωνιά, Τιμή στον Μ.Ι.Μανούσακα, τομ. Α', Ρέθυμνο 1994, σ. 25-35. 

Μάχης Παϊζη-Αποστολοπούλου, Ένα, ακόμη, χειρόγραφο από την Κοσίνιτσα (Princeton, χφ Garrett 6), Ελληνικά 43 (1993) 403-407. 

Astruc: Ch. Astruc, Le parisinus suppl. gr. 1386 (ex-Kosinitsa 27). Recueil des Petites Catecheses de Theodore Stoudite, Scriptorium 38 (1984) 272-287 και πιν. 14 και 15. 

Άτσαλου, Τα χειρόγραφα: Β Άτσαλος, Τα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής της Κοσίνιτσας (ή Εικοσιφοίνισσας) του Παγγαίου, [Δήμος Δράμας, Ιστορικό Αρχείο, (Σειρά Δημοσιευμάτων, αρ.1)], Δράμα 1990. 

Βασίλη Άτσαλου, Η ονομασία της ιεράς μονής της Παναγίας της Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζόμενης της Κοσινίτσης ή Εικοσιφοινίσσης, Δράμα-Θεσσαλονίκη 1994. 

Β. Άτσαλου-Β. Κατσαρός, Η παραγωγή ελληνικών χειρογράφων στις βυζαντινές μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Εικοσιφοινίσσης Δράμας κατά την Παλαιολόγεια εποχή, Πρακτικά Β' Συμποσίου για τη Μακεδονία, "Η Μακεδονία κατά την εποχή των Παλαιολόγων", Θεσσαλονίκη 14-20 Δεκεμβρίου 1992, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (υπό εκτύπωσιν). 

Ν. Βασικύρου, Κατάλογος των επί μεμβράνης χειρογράφων της παρά τα Σέρρας μονής του Ιωάννου του Προδρόμου, Νέος Ελληνομνήμων 17 (1923) 97-99. 

W.H. Bond-C.U. Faye, Supplement to the Census of Medieval and Renaissance Manuscripts in the United States and Canada, N.York 1962. Βλ. και De Ricci-Wilson, Census. 

B. at P.: Byzantium at Princeton. Byzantine Art and Archaeology at Princeton University. Catalogue of an Exhibition at Firestone Library, Princeton University August 1 Through October 26, 1986, Ed. SI. Curcic-Arch. St. Clair,Princeton 1986 (βλ. κυρίως Νatalia Teteriatnikov, Ιlluminated Manuscripts, σ.139 κ.ε.). 

Checklist, βλ. Dzurova, Atsalos, Katsaros, Stancev. 

Χριστοφόρου Προηγουμένου ιεροδιδασκάλου (Δημητριάδου), Κατάλογος των χειρογράφων της παρά τα Σέρρας Ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής Ιωάννου του Προδρόμου, επιμ. Γερμανού Σελευκείας, Νέος Ποιμήν 2 (1920) 193-208, 338-353, 3 (1921) 83-93, 325-334, 459-466, 717-726, 4 (1922) 40-49. 

Census, βλ. S.De Ricci-W.J.Wilson. 

K.W.Clark, A Descriptive Catalogue of Greek New Testaments Manuscripts in America, Chicago 1937. 

Costas N. Constantinidis-R.Browning, Dated Greek Manuscripts from Cyprus to the Year 1570, Nicosia 1993. 

Διοδώρου Καμπανίας, Κατάλογος των εκ της μονής του Τιμίου Προδρόμου υπό των Βουλγάρων αφαιρεθέντων ιερών σκευών, αμφίων, βιβλίων, επίπλων κ.λπ., Γρηγόριος Παλαμάς 2 (1918) 650-653. 

Ivan Dujcev, Cartulary A of the Saint John Prodromos Monastery (Var. Repr.), London 1972. 

Ax. Dzurova-Kr. Stancev, Slavjanski, grecki i orientalski rakopisi ot sbirkata na centara za slavjanovizantiski prouc vanija "Ivan Dujcev", Sofija 1988. 

Ax. Dzurova,Erytheia: A. Djurova, Les manuscrits grecs du Centre "Ivan Dujcev". Notes peliminaires, Erytheia 13 (1992) 117-157. 

Axinia Dzurova, L. Evangeliaire Dujcev 272 (olim Kosinitza 115) du Centre d'etudes Slavo-Byzantines "Ivan Dujcev", Bolletino della Badia Graeca di Grottaferrata, N.S., τομ.XLIV, 1990-Luglio-Dicembre [Giugno 1993, σ. 187-200. 

Α. Dzurova-E Velkovska, "Manoscritos griecos datados de la coleccion del centro de investigaciones eslavobizantinas "Ivan Dujcev" (siglos XII-XIV), στο: Simposio Sobre el Tiempo, Madrid 1990, σ. 11-138.

Dzurova-Velkovska, Mss dates: A. Dzurova-E. Velkovska, Manuscrits grecs dates provenant de la collection du Centre de Recherches Slavo-Byzantines "Ivan Dujcev" (XII-XIVe ss.), στο Ex Oriente Lux. Melanges offerts en hommage au proffeseur Jean Blankoff, aI'occasion de ses soixante ans. Volume II.Litterature et linguistique, Bruxelles 1991, σ. 95-110. 

Αx. Dzurova, Quelques observations sur les manuscrits enlumines de l'epoque des Paleologues (Cod. D. gr. 132=Kos. 218 et Cod.D. gr. 212=Kos, sans cote), Πρακτικά Β' Συμποσίου για τη Μακεδονία "Η Μακεδονία κατά την εποχή των Παλαιολόγων", Θεσσαλονίκη 14-20 Δεκεμβρίου 1992, έκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (υπό εκτύπωσιν). 

A. Dzurova, V. Atsalos, V. Katsaros, Kr. Stancev, Cheklist de la collection de manuscrits grecs conservee au Centre de Recherches Slavo- Byzantines "Ivan Dujcev" aupres de l'Universite "St. Clement d'Ohrid" de Sofia, έκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Thessalonique 1994.
 
 
 
Ετικέτες

Αφιερούται προς τους απανταχού Σερραίους 

Περιληπτική Εξιστόρησις των μέχρι της Αλώσεως υπό των Τούρκων ιστορικών περιπετειών της πόλεως των Σερρών 


Σπανίως συναντά κανείς πόλιν, διαρκώς υφισταμένην τας καταιγίδας του χρόνου και των πολεμικών περιπετειών, αλλά και διαρκώς εκ της τέφρας και των ερειπίων αναθάλλουσαν εκάστοτε ωραιοτέραν, ως η πόλις των Σερρών. 

Κειμένη εν τω μέσω πλουτοφόρου πεδιάδος, την οποίαν διαβρέχει και γονιμοποιεί ευεργετικώς ο Στρυμών, υπέστη ως εκ της επιζήλου και στρατηγικής θέσεως της, όλας τας περιπετείας και συνεμερίσθη όλας τας συμφοράς της αιματοβρέκτου Μακεδονικής γης, περισσότερον πάσης άλλης Μακεδονικής πόλεως. 

Πόλις παναρχαία κτισθείσα κατά τον Στράβωνα υπό των εκ Φρυγίας της Ασίας μεταναστευσάντων Παιόνων, Τεύκρων και Δαρδάνων πολύ προ του Τρωικού πολέμου, ήτοι προ του 1195 π.Χ., μνημονεύεται ιστορικώς το πρώτον υπό του Ηροδότου κατά το 480 π.Χ. ως πόλις αξιόλογος υπό την ονομασίαν Σίρις η Παιονική

Οι πρώτοι και πανάρχαιοι οικισταί της πόλεως και της υπαίθρου χώρας αυτής, η οποία και εκ του ονόματος του πλεονάζοντος Παιονικού στοιχείου ωνομάσθη Παιονία, είναι ιστορικώς αναμφισβήτητον, οτι υπήρξαν συγγενείς των οικούντων την Τρωάδα

Η υπό τον βασιλέα Ρήσον σταλείσα υπό των Σιροπαιόνων επικουρία προς τους πολιορκουμένους υπό των Αχαιών , Τρώας, ως επίσης και το γεγονός οτι μετά την καταστροφήν της Τροίας μέρος των κατοίκων αυτής συναποκομίζον και τα ιερά αυτού, εγκατεστάθη εν τη πόλει αυτών, χαρακτηρίζει ευλόγως την προέλευσιν των αρχαίων τούτων κατοίκων της ως Τρωικής καταγωγής. 

Συναναμειχθέντες όμως βραδύτερον οι Παίονες μετά των Πελασγών, των Θρακών και των Μακεδόνων συνεχωνεύθησαν και απετέλεσαν το Μέγα Μακεδονικόν Κράτος, το οποίον επί Φιλίππου του Β' και του υιού αυτού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενεσάρκωσεν την ιδέαν του Πανελληνίου και επραγματοποίησεν την ενότητα των Ελληνικών φυλών εις εν Έθνος, το Έθνος το Ελληνικόν, το οποίον εκ των παραλίων προς βορράν εκτεινόμενον, έσχε δια μέσου των αιώνων τοιαύτην εκπολιτιστικήν και αφομοιωτικήν ακτινοβολίαν, ώστε εις ορισμένας ιστορικάς περιόδους, να καλύψη πνευματικώς και πολιτικώς, ολόκληρον σχεδόν τον χώρον της Βαλκανικής χερσοννήσου. 

Μολονότι είναι άγνωστον πότε ακριβώς και υπό τίνος εκτίσθη η Σίρις η Παιονική, εν τούτοις είναι πλέον ή βέβαιον οτι αύτη προϋπήρχεν του Τρωικού πολέμου και οτι συν τω χρόνω λαμβάνει προέχουσαν θέσιν και αξίαν ως πόλεως οικισμένης, ικανής όπως δώση το όνομα της εφ' ολοκλήρου της υπαίθρου και των κατοίκων αυτής, αποκληθέντων Σιροπαιόνων, εκ του ονόματος αυτής. Ακριβώς δε η ανάπτυξις την οποία έλαβεν η πόλις κατά τους μετά τον Τρωικόν πόλεμον αιώνας και δη κατά την περί το 514 π.Χ. εποχήν, κατά την οποίαν έλαβε χώραν η κατά των Σκυθών αποτυχούσα εκστρατεία του βασιλέως των Περσών Δαρείου, συνετέλεσεν όχι ολίγον, εις την υπό του στρατηγού αυτού Μεγαβάζου ερήμωσιν της χώρας, την αιχμαλωσίαν των Σιροπαιόνων και την βιαίαν πανοικεί μεταγωγήν αυτών εις Σάρδεις. 

Τας δραματικάς ή μάλλον τας μυθυστορικάς συνθήκας υπό τας οποίας έλαβον χώραν τα γεγονότα ταύτα, τα οποία είχον ως συνέπειαν την ερήμωσιν εφ' ενός και εν συνεχεία την κατάληψιν της χώρας υπό των βορειοανατολικώτερον οικούντων Οδομάντων, λαού Θρακικής καταγωγής, μας εξιστορεί εν ταις λεπτομερείαις ο Ηρόδοτος. 

Όταν, μετά την αποτυχίαν της κατά των Σκυθών εκστρατείας του ο Δαρείος επανέκαμψεν εις Ασίαν και εγκατεστάθη εις Σάρδεις, δύο φιλόδοξοι νέοι Σιροπαίονες, ο Πίγρης και ο Μαντύης, επιθυμούντες όπως αναγνωρισθούν υπό του Δαρείου ως άρχοντες των Σερρών, αφού παρέλαβον και την αδελφήν των, η οποία και ωραιοτάτη και μεγαλοπρεπής την εμφάνισης ήτο, ήλθον και αυτοί και εγκατεστάθησαν εις τας Σάρδεις. 

Επειδή όμως, άλλως πώς δεν ήτο δυνατόν να προσελκύσωσι την προσοχήν του Πέρσου Βασιλέως, εσκηνοθέτησαν τέχνασμα, του οποίου το αποτέλεσμα υπήρξεν τεράστιον όσον και ανέλπιστον. 

Καθ' όν χρόνον, λέγει ο Ηρόδοτος, ο Δαρείος ανεπαύετο εις το προάστειον των Σάρδεων, το λεγόμενον των Λυδών, οι δύο αδελφοί αφού ενέδυσαν την αδελφήν των όσον ήτο δυνατόν λαμπρότερον και προφανώς με την τοπικήν των ενδυμασίαν, έστειλαν αυτήν να προμηθευθή ύδωρ εκ τινος κρήνης εκεί που πλησίον ευρισκομένης, φέρουσαν, κατά την συνήθειαν της πατρίδος της, επί της κεφαλής μεν υδρίαν, από του βραχίονος έλκουσαν ίππον, κλώθουσαν δε ταυτοχρόνως δια των δύο χειρών της λινόν. Ως ήτο επόμενο, διερχομένη προ του Πέρσου βασιλέως, είλκυσε την προσοχήν και την περιέργειαν του, διότι τα υπό της γυναικός εκείνης πραττόμενα, ούτε Περσικά ούτε Λυδικά ούτε άλλου τινος Ασιατικού Έθνους συνήθεια ήσαν. Στέλλει λοιπόν, κατόπιν αυτής μερικούς της ακολουθίας του, να την παρακολουθήσωσι και να ίδωσι τί θα κάμη τον ίππον. Και οι μεν δορυφόροι του Δαρείου παρηκολούθησαν κατασκοπεύοντες την γυναίκα. Εκείνη δε αφού επότισε τον ίππον της, εγέμισε την υδρίαν με ύδωρ και αφού ετποθέτησε αυτήν επί της κεφαλής της και πάλιν πλήρη ύδατος, επέστρεψεν δια της αυτής οδού, σύρουσα τον ίππον εκ του βραχίονος και κλώθουσα την ρόκαν της. Ο Δαρείος θαυμάσας δι' όσα παρά των κατασκόπων του ήκουσε και δι' όσα ο ίδιος είδεν, διέταξε την προσαγωγήν της κόρης ενώπιον του. Τότε, προ του βασιλέως ενεφανίσθησαν και οι δύο αδελφοί, οι οποίοι μέχρις εκείνης της στιγμής παρηκολούθουν την αδελφήν των εξ αποστάσεως. Ερωτηθέντες δε υπ' αυτού από ποίον μέρος κατάγεται η κόρη, απήντησαν οτι είναι Παίονες, η δε κόρη ήτο αδελφή των. Εν συνεχεία ο Δαρείος ηρώτησεν τους δύο αδελφούς, ποιοί είναι οι Παίονες, εις ποίον μέρος της γης κατοικούσι και προς ποίον σκοπόν ήλθον εις Σάρδεις. Εκείνοι δε τω απήντησαν οτι η Παιονία είναι χώρα έχουσα πόλεις εκτισμένας πλησίον του Στρυμόνος ποταμού, των οποίων οι κάτοικοι ήσαν άποικοι των εκ Τροίας ορμηθέντων Τεύκρων και του εζήτησαν όπως τους αναγνωρίση και τους αποκαταστήση ως άρχοντας αυτής. Όταν, τέλος, ο Δαρείος τους ηρώτησεν αν όλαι αι γυναίκες της πατρίδος των ήσαν φιλόπονοι όσον και η αδελφή των, εκείνοι μετά προθυμίας επιβεβαίωσαν το πράγμα. Τεραστία υπήρξεν η εντύπωσις η προκληθείσα εις τον Δαρείον εξ όσων είδεν και ήκουσεν. Και προφανώς επιθυμών όπως μεταδώση την φιλεργίαν, την προκοπήν και τον πολιτισμόν των γυναικών και των κατοίκων της μακρυνής παραστρυμονίου Παιονίας εις τους υπηκόους του, δια της συναναμίξεως αυτών, συνέλαβεν κατά νουν την βιαίαν και πανοικεί μεταφοράν των εις Σάρδεις. Διέταξεν, λοιπόν, τον στρατηγόν του Μεγάβαζον, τον οποίον είχεν αφίσει εις Θράκην προς καθυπόταξιν αυτής και των Σκυθών, όπως καθυποτάξη τας πόλεις και μεταφέρη τους Σιροπαίονας μετά των γυναικών και των τέκνων τους εις Ασίαν πλησίον αυτού. 

Όταν οι Σιροπαίονες επληροφορήθησαν τας προθέσεις των Περσών, νομίζοντες οτι η εις την χώραν των εισβολή θα εγίνετο από το μέρος της θαλάσσης, συνηθρίσθησαν ένοπλοι εξ όλων των πόλεων και εφύλαττον τας θαλασσίας οδούς. O Μεγάβαζος όμως, επέπεσε μετα του εξ ογδοήκοντα χιλιάδων στρατού του κατά των ερήμων ανδρών, πόλεων της Παιονίας και τας κατέλαβεν αμαχητεί. Μαθόντες τότε οι Παίονες οτι αι πόλεις των κατελήφθησαν, διεσκορπίσθησαν και επορεύθησαν έκαστος προς σωτηρίαν της ιδικής του πόλεως. Αλλά, βεβαίως, διεσπαρμένοι ως ήσαν, δεν ήτο δυνατόν να εκδιώξωσι τους Πέρσας και ηναγκάσθησαν να υποκύψουν. Τοιουτοτρόπως εκ των Παιόνων οι Σιροπαίονες, (δηλαδή οι Σερραίοι), οι Παιόπλαι και όλοι οι κατοικούντες μέχρι της Πρασιάδος λίμνης βιαίως ωδηγήθησαν εις Ασίαν πλησίον του Μεγάλου Βασιλέως. 

Οι ούτω βιαίως εις Ασίαν μεταφερθέντες Σερραίοι και λοιποί της παραστρυμονίου Παιονίας κάτοικοι,εγκατεστάθησαν εις υπ' αυτών εποικισθείσαν πόλιν της Φρυγίας και εις διάφορα άλλα χωρία αυτής. Αλλ' ο ακούσιος ούτος εκπατρισμός και αιχμαλωσία δεν διήρκησεν ειμή μόνον επί μίαν δεκαπενταετίαν. Διότι εκραγείσης εν τω μεταξύ της επαναστάσεως των Ιωνικών πόλεων κατά των Περσών, επωφελήθησαν αυτής και οι μετωκισθέντες Σερραίοι. Ο πόθος του λυτρωμού και του νόστου προς την γενέτειραν, συνετέλεσεν ώστε αδιστάκτως να δεχθώσιν την προς ανταρσίαν προτροπήν και την βοήθειαν τουΑρισταγόρου

Εγκατέλειψαν όθεν την Φρυγίαν και μολονότι κατεδιώχθησαν υπό πολυαρίθμου Περσικού ιππικού, φθάσαντες μετά πολλάς περιπετείας εις τα Μικρασιατικά παράλια, διεπεραιώθησαν συν γυναιξί και τέκνοις, εις την απέναντι νήσον Χίον. 

Οι Χίοι πάλιν, παρά τας Περσικάς απειλάς προς αυτούς και παρά τας δελεαστικάς προτροπάς προς τους Σιροπαίονας όπως επιστρέψουν εις Φρυγίαν, μετέφερον αυτούς δια των πλοίων τους εις την Λέσβον. Εν συνεχεία, οι Λέσβιοι τους εβοήθησαν μεταφέροντες αυτούς εις την επί της Θρακικής παραλίας πόλιν Δορίσκον, εκ της οποίας πλέον πεζοπορούντες, επανήλθον εις την πατρίδα. 

Είναι αξιοσημείωτος η φροντίς, η βοήθεια και η αλληλεγγύη, η επιδειχθείσα υπό των Μιλησίων, των Χίων και Λεσβίων, δια την απελευθέρωσιν και ασφαλή επαναφοράν εις την πατρίδα και τας εστίας, των εις Φρυγίαν απαχθέντων Σιροπαιόνων. 

Είναι αναμφισβήτητον δείγμα του μετά των λοιπών Ελλήνων φυλετικού δεσμού των Σιροπαιόνων, ανεξαρτήτως και της ρητής μαρτυρίας του Ηροδότου, οτι εις την παραστρυμόνιον χώραν "όμιλος πολλός Έλλην παροικέει", δηλαδή οτι εκεί κατοικεί μέγας Ελληνικός πληθυσμός. 

Παρά την επάνοδον όμως των Παιόνων εκ της αιχμαλωσίας, εφεξής η χώρα, καταληφθείσα ως είπομεν υπό των Οδομάντων, ωνομάσθη Οδομαντική, η δε πρωτεύουσα αυτής Σίρις, Σίρις η Οδομαντική, ως αναφέρει αυτήν και ο Λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος

Επ' ευκαιρία αναφέρωμεν ενταύθα οτι η ονομασία της πόλεως των Σερρών εν τη διαδρομή των αιώνων υπέστη πλείστας μεταλλαγάς και αλλοιώσεις. 

Την "Σίριν" του Ηροδότου, ανευρίσκομεν εις τον Θεοπόμπον και Στέφανον τον Βυζάντιον ως "Σίραν" και το εθνικόν "Σιραίους". 

Εις επιγραφήν δε περιέχουσαν αξιολογώτατον ψήφισμα των χρόνων της Ρωμαιοκρατίας, ως "Σιρραίων Πόλις". 

Το ψήφισμα τούτο είναι εγχαραγμένον επί πλακός, η οποία ευτυχώς σώζεται και σήμερον, διαφυγούσης την καταστροφήν κατά το 1913 και την εξαφάνισην. 

Αύτη εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το 1848 εν Αθήναις, εις το πρώτον τεύχος του Φιλολογικού Συνεκδήμου. Κατόπιν, υπό του Cuisinery σ.225 και υπό του Δήμιτσα "η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις" υπ' αριθ. 811. Και ήδη, λόγω της σπουδαιότητας της, μεταφέρω και ενταύθα, ως ο ίδιος την ανέγνωσα και αντέγραψα : 

ΟΙ ΝΕΟΙΑΡΧΙΕΡΕΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΝΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝΑΡΧΙΕΡΕΑ ΔΕ ΚΑΙ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΝΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΙΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣΠΡΩΤΟΝ ΔΕ ΑΓΩΝΟΘΕΤΗΝ ΤΗΣΣΙΡΡΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΣ, ΔΙΣΔΕ ΕΚ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΝΤ ΚΛΑΥΔΙΟΝ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΥΙΟΝΚΥΡΙΝΑ ΔΙΟΓΕΝΗ ΑΡΕΤΗΣ ΕΝΕΚΕΝΕΠΙΜΕΛΗΘΕΝΤΟΣ ΚΑΣΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΚΑΣΑΝΔΡΟΥΥπό των Βυζαντινών συγγραφέων εν τη προσπαθεία των να αρχαϊσουν αναφέρονται ως Φέρραι ή και Φερραί (ο Πεδιάσιμος εις την "Περί του ιερού των Φερρών Έκφρασιν του" και ο Καντακουζηνός εις την ιστορικήν του συγγραφήν). Την ονομασίαν "Σέραι" και "Σέρραι" ευρίσκομεν εν χρήσει από τον μεσαίωνα. Τον δε εν χρήσει και σήμερον, εύχρηστον τύπον "Τα Σέρρας" πλασθέντα εκ της αιτιατικής του πληθυντικού "τας Σέρρας" κατά συνεκφώνησιν των δύο, ευρίσκομεν τόσον εις τον παλαιόν κώδικα της Μητροπόλεως των Σερρών, όσον και εις νεώτερα κείμενα. (Ψαλλίδα, γεωγραφία. Ηπ. χρ. σ. 56 "Πόλεις της Μακεδονίας είναι αι ακόλουθαις...Τα Σέρρας, αρκτικώς της Σαλονίκης... Γεωγραφία Διμητριαίων 1, 261 "Σέρα", πόλι μεγάλη, πολυάνθρωπη, ονομαστή, εμπορική,... Τα Σέρρας είναι τιμημένα με θρόνο μητροπολίτου...-Μελετίου γεωγ, 2, 466. "Σέρραι κοινώς Σέρρας, πόλις περίφημος και μεγάλη...πρότερον εκαλείτο Φέρρα ...είτα Σέρα, Σέραι, ως και Σέρραι". 

Περί της ονομαστικής "ΤΑ ΣΕΡΡΑΣ" βλέπε :

  • εμπεριστατωμένην μελέτην του καθηγητού Β. Δ. Φόρη εν Ν.Εστία τ. 57 τεύχος 665 της 15ης Μαρτίου 1955 σ. 365-369
  • Ν. Πέτροβιτς Σερραϊκά Χρονικά τόμος Β',1957 σ. 147-152
  • Π. Παπαγεωργίου "Αι Σέρραι κ.λ.π." σ. 9

Κατά το 480 π.Χ. ότε δηλαδή ο Ξέρξης, υιός και διάδοχος του Δαρείου, ηττηθείς κατά κράτος υπό των Ελλήνων εις την κοσμοϊστορικήν ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, επέστρεφεν συντετριμένος εις την Περσίαν, διήλθεν και διά της Σερραϊκής χώρας, με τα υπολείματα της αποδεκατισμένης στρατιάς του. Οι Σιροπαίονες όμως εκδικούμενοι αυτόν ήρπασαν τους ίππους και απέκρυψαν το ιερόν άρμα του Διός, το οποίον είχεν αφήσει εκεί πρότερον προς φύλαξιν εκστρατεύων κατά της Ελλάδος. Η σπάνις εξ άλλου ή μάλλον η παντελής έλλειψις τροφών, ηνάγκασε τα Περσικά στρατεύματα προς κορεσμόν της πείνης των να καταφύγωσι εις την χλόην και εις αυτούς ακόμη τους φλοιούς των δένδρων και τα φύλλα, με αποτέλεσμα κυριολεκτικώς να θερισθώσι εκ της εκδηλωσθείσης θανατηφόρου δυσεντερίας. Πολλοί εκ των βαρέως ασθενούντων στρατιωτών τότε, εγκατελήφθησαν υπό του εσπευσμένως αποχωρούντος εκ της χώρας Ξέρξου εις τας διαφόρους πόλεις και χωρία προς περίθαλψιν. Υπολείματα των απογόνων των υπό του Ξέρξου εγκαταλειφθέντων Περσών, δεν είναι δύσκολον και σήμερον έτι να αναγνωρίση τις εν τω προσώπω των εν Αλήμπεκιόϊ, Φυτώκι, Δοξόμπους κ.λ.π. ενοικούντων χριστιανογύφτων, οι οποίοι παρά την επίδρασιν του χριστιανισμού, διατηρούσιν μέχρι σήμερον αλλόκοτα ήθη και έθιμα, μαζί με την παρεφθαρμένην γλώσσαν, την οποίαν χρησιμοποιούν, ιδία κατά τας επικλήσεις των, και τα οποία είναι πανομοιότυπα με τα υπό του Ηροδότου αναφερόμενα. 

Ότε κατά το 422 π.Χ. το θέατρον του Πελοπονησιακού πολέμου μετεφέρθη υπό του στρατηγού των Σπαρτιατών Βρασίδα, εις τα Θρακομακεδονικά παράλια, οι μετά των Οδομάντων συναναμιχθέντες ήδη Παίονες, τάσσονται με το μέρος των Αθηναίων. Κατόπιν πρεσβείας του στρατηγού των Αθηναίων Κλέωνος, βαδίζοντος προς υπεράσπισιν της Αμφιπόλεως από τας επιθέσεις και την πολιορκίαν των Σπαρτιατών ο βασιλεύς αυτών Πολλής, οδηγεί αυτούς μετα΄των άλλων Θρακών εις επικουρίαν των Αθηναίων. 

Αι εις την περιοχήν συγκρούσεις μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών δια την κυριαρχίαν των παραλίων της Θράκης και Μακεδονίας και κυρίως της παραλίας των εκβολών του Στρυμόνος, την κατοχήν της Αμφιπόλεως και της πλουσίας εις μεταλλεία ενδοχώρας, χάριν των οποίων μυριάδες Αθηναίων πολύ πρότερον, επί στρατηγού Άγνωνος του Νικίου εθυσιάσθησαν, και κατά τας οποίας τόσον ο Κλέων όσον και ο Βρασίδας εύρον το θάνατον επί του πεδίου της μάχης, αποτελούν μίαν από τας δραματικωτέρας σελίδας του Πελοποννησιακού πολέμου. Ήσκησαν δ' επι πλέον αποφασιστικήν επιρροήν διά την σύναψιν της ανακωχής κατα την οποίαν απεφασίσθη και συνωμολογήθη και η επίδοσις της υπό του Βρασίδα κατακτηθείσης Αμφιπόλεως εις τους Αθηναίους. 

Των περί την Αμφίπολιν συγκρούσεων και μαχών, μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, λεπτομερή και γλαφυράν αφήγησιν μας δίδει ο Θουκυδίδης, ο οποίος στρατηγός ων τότε, διετάχθη όπως σπεύση προς σωτηρίαν της Αμφιπόλεως. Φθάσας όμως αργά, μόλις ηδυνήθη να περισώσει την επι των εκβολών του Στρυμόνος Ηιόνα. Είναι γνωστόν οτι η βραδύτης αύτη υπήρξεν η αιτία της αυτοεξορίας του εις την "Σκαπτήν Ύλην" της Θράκης, όπου συνέγραψε την πολυτιμοτάτην και αθάνατον ιστορικήν του συγγραφήν. 

Σύμβολον αιώνιον και αψευδές εκμαρτύριον της αναμφισβητήτου ελληνικότητος της παραστρυμονίου ταύτης περιοχής, προβάλλει και σήμερον ακόμη ο Λέων της Αμφιπόλεως, τον οποίον τύχη αγαθή διεφύλαξεν μεν στοργικώς η Σερραϊκή γή, επανέστησεν δε το 1937 δεξιά της από Σερρών εις Αμφίπολιν αγούσης οδού, ο τότε εν Αθήναις πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, φιλέλλην και αρχαιόφιλος Λίνκολν Μακ Βη. 

Προσαρτηθείσης βραδύτερον υπό του Φιλίππου του Β' της μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου Θρακικής χώρας, εις την άλλην Μακεδονίαν, αι Σέρραι και η ύπαιθρος αυτής απετέλεσαν εφεξής αναπόσπαστον μέρος της Μακεδονίας, οι δε κάτοικοι της μετέσχον διακριθέντες, εις όλας τας σπουδαιοτέρας των μαχών, τας οποίας διεξήγαγε ο δορυκτήτων της Ασίας, ο ένδοξος και Μέγας Μακεδών Στρατηλάτης Αλέξανδρος ο υιός Φιλίππου του Β'. 

Υπό την αρχηγίαν Αμύντου του Αρραβαίου κατά την εν Γρανικώ μάχην γενομένην τω 334 π.Χ. οι Παίονες εισέρχονται πρώτοι εις τον Γρανικόν ποταμόν και υπό την χάλαζαν των Περσικών βελών, πρώτοι καραφθάνουσι και καταλαμβάνουσι την απέναντι όχθην, γενναίως αποθήσαντες τους Πέρσας. Την δεδοκιμασμένην ανδρείαν και υπεροχήν των ο Αλέξανδρος εν δημηγορία προς τα στρατεύματα του, προ της εν Ισσώ μάχης, εξαίρει και επαινεί αποκαλών τους Παίονας, ως τους ευρωστοτάτους και μαχιμωτάτους των κατοίκων της Ευρώπης. Κατά την εν Ισσώ μάχην τάσσει τους Παίονας υπό τον Αρίστωνα, προ των Θεσσαλών ιππέων, προς αντιμετώπισιν ολοκλήρου του επερχόμενου Περσικού ιππικού. Εις δε την εν Αρβήλοις και Γαυγαμήλοις μάχην (331 π.Χ.) διαταχθέντες υπό του Αλεξάνδρου επιπίπτουν κατά των Σκυθών και κατανικούσι αυτούς

Ότε κατά το 168 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Αιμίλιος Παύλος κατενίκησε εις την Πύδναν, τον τελευταίο βασιλέα των Μακεδόνων τον Περσέα, ολόκληρος η Μακεδονία υπετάγη εις τους Ρωμαίους. 

Η Ανατολική Μακεδονία τότε, απετέλεσε με πρωτεύουσα την Αμφίπολιν, την μίαν εκ των τεσσάρων επαρχιών την γνωστήν υπό το όνομα "Μακεδόνων Πρώτη" εις την οποίαν συμπεριελήφθησαν και αι Σέρραι. Αλλ' ενώ η Θεσσαλονίκη και η Αμφίπολις εκηρύχθησαν "ελεύθεραι" εις την πόλιν των Σερρών ουδεμία αυτονομία ή αυτοδιοίκησις εχορηγήθη. Λόγοι της τοιαύτης μεταχειρίσεως ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να είναι, ειμή εκδήλωσις εχθρότητος των νέων κατακτητών προς πόλιν ισχυράν και σημαίνουσαν, η οποία προέβαλεν, αντίστασιν και παρέσχεν πράγματα εις αυτούς. Παρά την πόλιν των Σερρών εστρατοπαίδευσαν τότε αι Ρωμαϊκαί Λεγεώνες ως αναφέρει και ο Τίτος Λίβιος, ο οποίος παραδόξως και κατ' εξαίρεσιν όλων των συγγραφέων, αναφέρει αυτήν μεγάλην και πολυάνθρωπον αλλά ως "σκοτεινήν" . 

Μετά τον έκτον μ.Χ. αιώνα, ότε το διαδεχθέν την Ρώμην Βυζαντινόν Κράτος, διηρέθη εις 64 Επαρχίας, αι Σέρραι υπήρξαν μία εκ των 31 Επαρχιών του Ιλλυρικού θέματος, της οποίας πρωτεύουσα υπήρξεν η Θεσ/νίκη. 

Ιδιαίτερον όμως ιστορικόν ενδιαφέρον παρουσιάζουν αι Σέρραι κατά την Βυζαντινήν περίοδον. Ανακαινισθείσαι υπό του αυτοκράτορος Νικηφ. Φωκά, κατά το πρώτον έτος της βασιλείας του, ήτοι τω 803 μ.Χ. και εποικισθείσα υπ' αυτού δια μεγάλου στρατιωτικού πληθυσμού, έγιναν έκτοτε μαζί με την βορειότερον αυτής κειμένην πόλιν του Μελενίκου, ο πραγματικός προμαχών της αυτοκρατορίας, κατά των συνεχών από βορράν σλαυϊκών επιδρομών. Υπό των Βυζαντινών συγγραφέων αποκαλούνται "Μέγα και θαυμαστόν αστύ" , "πόλις οχυρά" , "μεγάλη και πλουσία" , "Μητρόπολις" , "Αρίστη", ένεκα δε των πλεονεκτημάτων της και της από πάσης απόψεως επικέντρου τοποθεσίας της, καθίσταται το μήλον της έριδος. 

Φράγκοι και Βούλγαροι και Σέρβοι και Τούρκοι, αμιλλώνται δια την απόσπασίν της από το Βυζαντινόν Κράτος. Εναλλάσσει κυρίους επί βραχέα χρονικά διαστήματα. Πλειστάκις μεταβάλλεται εις ερείπια και σποδόν, αλλ' ανίσταται και πάλιν, χάρις εις την ευψυχίαν, την δραστηριότητα και το ακατάβλητον φρόνημα των κατοίκων της. 

Τω 976 ο Μωϋσής, ο υιός του Βοεβόδα του Τυρνόβου Σισμάν, πολιορκήσας την πόλιν, οικτρόν ευρίσκει θάνατον υπό τα τείχη της, βληθείς δια λίθου ριφθέντος υπό στρατιωτών εκ των επάλξεων, αι δε Βουλγαρικαί ορδαί των οποίων ηγείτο, απαισχύντως τρέπονται εις φυγήν. 

Βασίλειος ο Μακεδών, ο αποκληθείς Βουλγαροκτόνος ένεκα των μακρών αγώνων του κατά των Βουλγάρων, ηυνόει ιδιαιτέρως την πόλιν των Σερρών. Τρις τας επισκέφθη και διέμεινεν επί μακρόν εν αυτή. Κατά δε την πρώτη παραμονήν του τω 990 μ.Χ., ωχύρωσε αυτάς τελειότερον και τας κατέστησεν ορμητήριον δια τας κατά των Βουλγάρων εκστρατείας του. Όταν τω 1014 κατετρόπωσε εις την παρά τον Στρυμόνα στενωπόν, την λεγομένην Κλειδίον, τα υπό τον Σαμουήλ προς νότον κατερχόμενα Βουλγαρικά στίφη, τας δέκα πέντε χιλιάδας των αιχμαλώτων, τους οποίους συνέλαβεν κατά την μάχην εκείνην, ωδήγησεν εντός της πόλεως των Σερρών, όπου και έλαβε χώραν η υπό των Βυζαντινών μνημονευμένη τρομερά και απάνθρωπος μεν εκδίκησις δια της τυφλώσεως αυτών, πλην δικαιολογημένη εκ των πραγμάτων και των τότε περί πολέμου αντιλήψεων. Όταν τέλος αποκαμόντες οι Βούλγαροι από τας συνεχείς ήττας των, ηθέλησαν να συνθηκολογήσουν και να υποταγούν, ο Αυτοκράτωρ Βασίλειος εις την πόλιν των Σερρών επεφύλαξεν την τιμήν, όπως ίδη συντετριμμένην και λιπόψυχον την Βουλγαρίαν να παραδίδη επί του εδάφους της τας κλείδας των φρουρίων και να κλίνη το γόνυ και τον αυχένα προ του μεγαλείου της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Ο τρομερός Βούλγαρος Κρακράς, φρούραρχος του Πέρνικ. μετά του υιού του, του αδελφού του και τριάκοντα πέντε άλλων φρουράρχων, εν Σέρραις τω 1018, αυτοπροσώπως παραδίδουν εις τον Βασίλειον τας κλείδας των φρουρίων των. Εκεί επίσης αυτοπροσώπως παραδίδει εις τον αυτοκράτορα την χώραν του ο άρχων της Στρωμνίτσης Δραγομούζ, φέρων μάλιστα μεθ' εαυτού και τον Πατρίκιον Ιωάννην Χαλδία, τον οποίον ο Σαμουήλ επί 27 ολόκληρα έτη είχεν έγκλειστον εις τας φυλακάς

Ότε η Κωνσταντινούπολις, μετά την δια της παρασπονδίας κατάληψιν της υπό των Φράγκων τω 1204, μετά της Ανδριανουπόλεως και ολοκλήρου της Θράκης υπήχθη υπό τον Βαλδουϊνον, αι Σέρραι υπήχθησαν εις το Βασίλειον της Θεσσαλονίκης, το οποίον παρεχωρήθη εις τον Μαρκήσιον Βονιφάτιον τον Μονφερατικόν, ο οποίος και κατέλαβε αυτάς αμαχητί. 

Μετά δύο όμως έτη, ήτοι τω 1206, ο Βούλγαρος ηγεμών Ιωάννης ο Α. ή Ιωαννίτσης, ο δια την ώμότητα και την απανθρωπίαν του αποκληθείς Σκυλογιάννης, καταλαμβάνει τας Σέρρας κατόπιν ασθενούς αντιστάσεως της Φραγκικής φρουράς, την οποίαν ολόκληρον συγκειμένην το πλείστον εκ Λατίνων, απέστειλεν εις Βουλγαρίαν, αφού απεκεφάλισεν τους αξιωματικούς και ανασκάπτει αυτήν εκ θεμελίων. Όλη την μανίαν, όλον το μίσος των Βουλγάρων κατά των Ελλήνων και της πόλεως η οποία, όπως προηγουμένως ελέχθη έπαιξε πόλον εις όλους τους κατά των Βουλγάρων αγώνας του Βυζαντινού κράτους, το μετέβαλεν εις πυρ και σίδηρον ώστε από την λαμπράν πόλιν δεν έμεινε τίποτε ειμή γη προς άρωσιν. 

Ουδεμία άλλην τοιαύτην ολοκληρωτικήν καταστροφήν αναφέρει η ιστορία. Διότι, οι μεν Καταλάνοι, οι οποίοι εξεχύθησαν ανά τας Μακεδονικάς πόλεις τω 1307 υπό τον Ροκαφόρ, πλην της δηώσεως της χώρας και των ληστρικών πράξεων, ουδεμίαν καταστροφήν επέφερον εις τα κτίρια της πόλεως των Σερρών, η δε κατά το 1913 πυρπόλησις και καταστροφή αυτής υπό των Βουλγάρων και πάλιν, μολονότι εξηφάνισε ολόκληρον το κυρίως άστυ, φαίνεται μηδαμινή συγκρινομένη προς την ολοκληρωτική εκθεμελίωσιν του 1206 υπό του Ιωαννίτση

Δύο μόνο έτη αι Σέρραι διετέλεσαν υπό την εξουσίαν του Ιωαννίτση. Διότι ο εις Ναύπλιον τότε ευρισκόμενος Βανιφάτιος εκστρατεύσας τας επανέκτησεν και διετήρησε την επ' αυτών εξουσίαν μέχρι του 1220. Τότε επανακτά την ελευθερίαν της και μέχρι του 1230 τελεί υπό την εξουσίαν του Δεσπότου της Ελλάδος Θεοδώρου Αγγέλου του Κομνηνού μετέπειτα αυτοκράτορος της Θεσσαλονίκης, όστις κατά το 1224 κατετρόπωσε τους Φράγκους έξωθι των Σερρών, επεχειρήσαντας να ανακαταλάβουν αυτήν και την Θεσσαλονίκην. Ο Θεόδωρος ο Κομνηνός, μολονότι το κράτος του εξετείνετο από του Δυρραχίου μέχρι της Θεσσαλονίκης και από Ναυπλίου μέχρις Ανδριανουπόλεως, επιθυμών να επεκτείνη τα όρια του έτι περισσότερον, επετέθη κατά των Βουλγάρων το 1230. Ηττήθη, όμως, παρά τον Έβρον εν Θράκη και ηχμαλωτίσθη, αι δε Σέρραι, το Διδυμότειχον, η Αδριανούπολις και άλλαι πόλεις περιήλθον υπό την εξουσίαν του Βουλγάρου Ασάν του Β' υιού του Ιωαννίτση. Και η δευτέρα αυτή κατοχή των Σερρών υπό των Βουλγάρων υπήρξε επίσης σύντομος. Διήρκεσεν μόλις 15 έτη, ήτοι από του 1230-1245, οπότε ο αυτοκράτωρ της Νικαίας Ιωάννης Δούκας Βατάτσης, επωφεληθείς της ανηλικότητος του Καλλιμάνη, διαδόχου και υιού του Ασάν, διαπεραιωθείς τον Ελλήσποντον, ανακατέλαβε ολόκληρον την εν τω μεταξύ χώραν και εισήλθεν επεφημούμενος υπό των κατοίκων και εις Σέρρας, παραλαβών ταύτας από το Βούλγαρον φρούραρχον Δραγωτάν. Εκ Σερρών δε πορευόμενος προς Βορράν, ο Βατάτσης κατέλαβε επίσης αμαχητί και τον Μελένικον, κατόπιν της θαυμασίας αγορεύσεως του επιφανούς Μελενικίου Νικολάου Μαγκλαβίτου. Αλλ' αι Σέρραι την εποχήν εκείνην είχον καταντήσει εν άσημον χωρίον

Εν τούτοις, μετά την κατά το 1261 εκδίωξιν των Φράγκων και την εγκατάστασιν εκ νέου της έδρας του Βυζαντινού Κράτους εις την Κωνσταντινούπολιν, αι Σέρραι και πάλιν ηξιώθησαν μεγίστης προσοχής. Από της εποχής εκείνης, ήτοι του ΙΓ' αιώνος, εμφανίζεται πλέον ως πρωτεύουσα ιδίου Θέματος, ήτοι του Θέματος Σερρών ή Σερρών και Στρυμόνος, ενώ πρότερον υπήγετο εις Θέμα Βολερού και Στρυμόνος, της οποίας πρωτεύουσα ήτο η Χριστούπολις, δηλαδή η Καβάλα. Λόγω της σπουδαιότητος αυτής, διοικηταί της ορίζοντο γόνοι και συγγενείς των αυτοκρατόρων, ως Μιχαήλ Παλαιολόγος ο μετέπειτα αυτοκράτωρ και ταχέως επανέρχεται εις την προτέραν αυτής ακμήν. Τον Μιχαήλ Παλαιολόγον αποθανόντα κατά το 1282, διεδέχθη Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος. Η παρ' αυτού όμως πρόσληψις Ισπανών μισθοφόρων, των γνωστών εν τη ιστορία ως Καταλανών, εδημιούργησεν δια τε την αυτοκρατορίαν ολόκληρον και την πόλιν των Σερρών, μίαν ιδιότυπον κατάστασιν, η οποία πολλάς καταστροφάς επέφερεν εις την χώραν. Οι μισθοφόροι ούτοι Καταλανοί στρατιώται μετατραπέντες εις ληστρικήν εταιρείαν, κατήργησαν και εν Σέρραις πάσαν αρχήν νόμιμον και ελεηλάτησαν τα πάντα

Οι Αυτοκράτορες Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος ο Πρεσβύτερος και ο εγγονός αυτού Ανδρόνικος ο νεώτερος θερμότατον ενδιαφέρον επέδειξαν δια την πόλιν. Η εμφυλία, όμως, διαμάχη κατ' αρχάς μεν μεταξύ των δύο Ανδρονίκων και εν συνεχεία η από του θανάτου του Ανδρονίκου Παλαιολόγου, επισυμβάντος την 15η Ιουνίου 1345, αρξαμένη νέα διχόνοια μεταξύ των υιών αυτού και του διεκδικητού του θρόνου Ιωάννου του Καντακουζηνού, εταλαιπώρησεν πολύ το Κράτος και την πόλιν των Σερρών ιδιαιτέρως. 

Αι Σέρραι ταχθείσαι τότε με το μέρος των Παλαιολόγων, παντοιοτρόπως ενίσχυσαν και μετά μεγάλου φανατισμού Άνναν την Παλαιολογίναν, μητέρα και κηδεμόνα του ανήλικου Ιωάννου του Ε' εις τον κατά Καντακουζηνού αγώνα, ο οποίος μάλιστα ησθάνετο πολλήν πικρίαν δια τούτο,δεδομένου ότι και κτήματα πολλά είχεν εκεί, και έφορος της Μονής Προδρόμου διορισμένος παρά του ιδρυτού αυτής ήτο, και παντοίους άλλους δεσμούς με την πόλιν των Σερρών είχεν, ως ο ίδιος εν τη ιστορική του συγγραφή, αναφέρει. 

Ο Καντακουζηνός κατ' επανάληψιν απεπειράθη να καταλάβη την πόλιν των Σερρών και δια τους ανωτέρω λόγους αλλά και διότι του ήτο αυτή αναγκαία και δια το κύρος του ως αυτοκράτορος, θεωρών αυτήν "ού φαύλην και οίαν καταφρονηθήναι, αλλά μεγάλην τε και θαυμαστήν και αναγκαίαν τη Ρωμαίων αρχή". 

Πλειστάκις, βοηθούμενος και υπό των Σέρβων, μετά των οποίων είχεν συνάψει συμμαχίαν, επεχείρησεν δια πολιορκίας να καταλάβη την πόλιν, πλην όμως απέτυχεν οικτρώς, τόσον εκ της πείσμονος αντιστάσεως των Σερραίων, όσον και εκ της ενσκηψάσης εις τα Σερβικά στρατεύματα επιδημίας, η οποίαν προήλθεν από την βουλιμίαν και την άκρατον πολυφαγίαν, και η οποία κυριολεκτικώς τα εσάρωσε. "Μέλιτος γαρ, εμφορούμενοι και κρεών -λέγει ο ίδιος ο Καντακουζηνός- ων η χώρα μάλιστα ευπόρει, είτα αποθλίβοντες και σταφυλάς και του απορρέοντος αυτίκα εμφορούμενοι, εις πυρετούς ενέπιπτον και φθόας, έπειτα απέθνησκον υπό της νόσου". Χίλιοι πεντακόσιοι Σέρβοι στρατιώται απέθανον τότε εκ της επιδημίας, ενώ εκ της στρατιάς του Καντακουζηνού ούτε απέθανεν, ούτε ησθένησε τις. 

Ενδεικτικόν εξ άλλου των έναντι του Καντακουζηνού διαθέσεων και αισθημάτων των Σερραίων είναι και ο τρόπος με τον οποίον υπεδέχθησαν τον υπό αυτού αποσταλλέντα πρεσβευτήν του, εν τη προσπαθεία προσαιτερισμού αυτών προς αποφυγήν περαιτέρω αιματοχυσίας. Εξηγριωμένοι εκ της επιμονής του Καντακουζηνού, κατέσφαξαν τον πρεσβευτήν και τεμαχίσαντες εις τέσσαρα τεμάχια το σώμα αυτού, εκρέμασαν ταύτα δια σχοινίου εις τους τέσσαρας Πύργους. 

Των διενέξεων τούτων, όμως, επωφελούμενος ο Κράλης των Σερβών Δουσάν και της αντιπάθειας των Σερραίων προς τον Καντακουζηνόν ήρχισεν δι' ίδιον πλέον λογαριασμόν δηώσεις της υπαίθρου χώρας, δια να αναγκάση τους Σερραίους προς υποταγήν, όπερ τελικώς και επέτυχεν δια παρασπονδίας και προδοσίας

Ούτω την 24 Σεπτεμβρίου του 1345, εισήλθεν ο Κράλης εις την πόλιν των Σερρών, ότε και λειτουργηθείς εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, ανηγορεύθη Αυτοκράτωρ

Το υπ' αυτού συγκροτηθέν τότε μέγα Κράτος, ο Δουσάν διεμοίρασε εις οκτώ Ηγεμόνας υποτελείς εις αυτόν, κατά το σύστημα των Βυζαντινών τίτλων, τους οποίους εμιμήθη και διετήρησεν και αυτός, εκαλούντο Δεσπόται και Σεβαστοκράτορες. Ο Δουσάν μάλιστα, συζευχθείς την θυγατέρα του Ανδρονίκου Ελένην, εκολακεύετο να αποκαλή εαυτόν Αυτοκράτορα και των Ρωμαίων. 

Η περίοδος αυτή, της βασιλείας τουτέστιν του Δουσάν και των διαδόχων του, οι οποίοι μετά τον κατά το 1356 επισυμβάντα θάνατον αυτού, εκηρύχθησαν ανεξάρτητοι, είναι λίαν ενδιαφέρουσα. Άξια δε ιδιαιτέρας μελέτης και τα διασωθέντα διάφορα, συντεταγμένα εις την Ελληνικήν και Σερβικήν, Χρυσόβουλα και Διατάγματα, τα αφορώντα την πόλιν των Σερρών, και την Μονήν Προδρόμου και άλλους ιδιώτας

Υπό Σέρβον Σεβαστοκράτορα, τον Ιωάννην Ούγκλεσην, η πόλις των Σερρών ως πρωτεύουσα αυτού, διετέλεσε μέχρι του έτους 1371, οπότε αύτη, μετά τον κατά την 26 Σεπτεμβρίου 1371 θάνατον αυτού και του αδελφού του Βουλκασίνου, Δεσπότου και Σεβαστοκράτορος επίσης τμήματος της Μακεδονίας, εις την κατά των Τούρκων μάχην του παρά το Έβρον Τζερνομιάνου, την γνωστήν εκ των Τουρκικών κειμένων ως "Σίρπ Σιντουγί", δηλαδή "Ήττα των Σέρβων", περιήλθεν και πάλιν υπό την εξουσία των Βυζαντινών, ιδία δε υπό την εξουσίαν του Δεσπότου της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Παλαιολόγου

Επί δωδεκαετίαν περίπου, ο Μανουήλ ηγωνίζετο όπως διατηρήση την επί των Σερρών εξουσίαν του. Αλλά ο εκχυθείς ανά την Ευρώπην εξ Ασίας χείμαρρος, δεν ήτο δυνατόν να αναχαιτισθή προ των τειχών των Σερρών, και ούτω τη 19 Σεπτεμβρίου του 1383, ήτοι εβδομήκοντα έτη προ της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, υπετάγησαν και αυταί εις τους Τούρκους και έζησαν τον μακραίωνα ζυγόν της δουλείας, μαζύ με ολόκληρον το Γένος, υπό συνθήκας, αι οποίαι αποτελούν το αντικείμενον των εφεξής κεφαλαίων της παρούσης συγγραφής. 

Πριν ή όμως εισέλθουμεν εις το κύριον θέμα της παρούσης συγγραφής μας, δηλαδή της εξιστορήσεως της κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας τύχης της πόλεως των Σερρών, ως και των συνθηκών διαβιώσεως και των ιστορικών περιπετειών των Σερραίων, σκόπιμον όπως δώσωμεν την κατά τους χρόνους της αλώσεως τοπογραφίαν αυτής, καθώς και της Ακροπόλεως, βάσει των αφηγήσεων των κατά καιρούς επισκεφθέντων την πόλιν περιηγητών, και των σωζωμένων ήδη ερειπίων.

 

Ετικέτες

 

Από τον τουριστικό οδηγό του Δήμου Σερρών "Σέρρες" - Δεκέμβριος 1994 Η πόλη των Σερρών, κτισμένη σ' ένα από τα πιο ταραγμένα σταυροδρόμια της Ευρώπης, πέρασμα αναρίθμητων στρατών και λαών, είναι μια από τις λίγες αρχαίες πόλεις του πολύπαθου ελληνικού χώρου που κατόρθωσε να διατηρήσει αδιάλειπτη ζωή από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι σήμερα. Πρώτη φορά εμφανίζεται στην ιστορία στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Την αναφέρει ο Ηρόδοτος με το όνομα Σίρις και τον εθνικό προσδιορισμό ¨Παιονική¨, τους δε κατοίκους Σιροπαίονες. Μετά τον Ηρόδοτο, τη μνημονεύει ο Θεόπεμπος ως Σίρρα, το εθνικόν Σιρραίος. Αργότερα, ο Ρωμαίος Τίτος Λίβιος την αποκαλεί Siras (= Σίραι, στον πληθυντικό) και την εντοπίζει στην Οδομαντική. Τέλος, ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει: ¨Σίρις εν Παιονία¨ και ¨Σιριοπαίονες¨.

Το αρχαιότερο επιγραφικό μνημείο που διασώζει τη γραφή ¨Σιρραίων πόλις¨ είναι ρωμαΐκής εποχής και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Με το όνομα Σέρραι μνημονεύεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα με την παραλλαγή Φέρραι. Το όνομα Σίρις προέρχεται, ίσως, από την λέξη σίριος = ήλιος.

Αρχαιολογικά ευρήματα από την πρώτη ιστορική εποχή των Σερρών ελάχιστα διασώθηκαν: μερικά μελανομβαφή όστρακα του 6ου ή του 7ου αιώνα π.Χ. στην Ακρόπολη. Πλουσιότερα είναι τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής: μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και επιγραφές επιτάφιες, τιμητικές και αναθηματικές.

Κατά τον 5ο αιώνα, οι Σέρρες αναφέρονται σαν έδρα Επισκοπής και τον 6ο αιώνα είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της 7ης Επαρχίας του Βυζαντινού κράτους. Από τον 8ο αιώνα, ο ρόλος των Σερρών στην Ελληνική ιστορία γίνεται πρωταγωνιστικός και η πόλη θεωρείται η πιό επίσημη ανάμεσα στο Νέστο και Στρυμόνα. Οι βυζαντινοί συγγραφείς την αποκαλούν: «μέγα και θαυμαστόν άστυ», «ισχυράν», «αναγκαίαν», «καλήν», «πλουσίαν», «μεγίστην», «αρίστην», «μητρόπολιν», «θεοφρούρητον» κ.λ.π.

Κατά τον Μεσαίωνα έπαθε πολλές καταστροφές, μερικές ολοκληρωτικές και σκλαβώθηκε αρκετές φορές, μα τελικά επέζησε. Το φθινόπωρο του 1204, παραδόθηκε στους Φράγκους σταυροφόρους, που ξεκίνησαν να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους και σκλάβωσαν ένα χριστιανικό κράτος. Το 1205 ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωάννης Α΄ κυρίευσε τις Σέρρες αιχμαλώτισε τη φραγκική φρουρά, αποκεφάλισε τους αξιωματούχους της και κατέστρεψε συνθέμελα την πόλη. Το 1221 περιήλθε στο Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο, το 1230 όμως, ο Βούλγαρος τσάρος Ιωάννης Β΄ αιχμαλώτισε και τύφλωσε το Θεόδωρο στη μάχη της Κλοκοτινίτσας και κατέλαβε τις Σέρρες. Την πόλη αναγκάστηκε να παραδώσει ο Βούλγαρος φρούραρχος Δραγωτάς μετά από ξαφνική επίθεση το 1245 στον Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Βατάτζη. Από τους Ελληνες, που κατάφεραν στο μεταξύ να ξαναπάρουν την Κωνσταντινούπολη, απέσπασε τις Σέρρες το 1345, ύστερα από μακρά πολιορκία, ο κράλης της Σερβίας Στέφανος Ντουσιάν. Απομεινάρια της Σερβικής κατοχής είναι μέρος των τειχών της Ακρόπολης και ο μεγάλος πύργος, που σύμφωνα με την επιγραφή του "έκτισεν ο Ορέστης" πιθανά ο γνωστός από έγγραφα Ελληνας "καθολικός κριτής" και "ο επι του στρατού".

Το σερβικό κρατίδιο των Σερρών, μετά την ήττα των Σέρβων από τους Τούρκους στο Τζερνομιάνο (Έβρου) το 1371 διαλύθηκε και η πρωτεύουσα του Σέρρες περιήλθε στο Βασιλιά της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β΄. Μα δεν έμεινε σε ελληνικά χέρια πολύ καιρό. Την κατέλαβαν οι Τούρκοι προσωρινά το 1373 και οριστικά το1383, εβδομήντα χρόνια πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης.

Τα αρχαιότερα έργα γλυπτικής που βρέθηκαν στις Σέρρες είναι της ρωμαϊκης εποχής. Δείγματα ζωγραφικής δεν έχουμε από την αρχαιότητα. Η ζωγραφική παρουσίασε ακμή στις Σέρρες κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Σπουδαίο κέντρο μιας αδιάλειπτης ζωγραφικής κίνησης υπήρξε το περίφημο μοναστήρι του Προδρόμου Σερρών, που ιδρύθηκε το 1276. Στο μοναστήρι υπάρχουν εικονογραφίες του 14ου αιώνα, από τις πιο ενδιαφέρουσες στη χώρα μας.

Το παλιότερο και πολυτιμότερο κτίριο των Σερρών είναι ο αναστηλωμένος ναός των Αγίων Θεοδώρων (Παλιά Μητρόπολη), μεγάλη ορθογώνια ελληνιστική βασιλική, τρίκλιτη. Η αρχική κατασκευή της ανάγεται σε χρόνους παλαιοχριστιανικούς και κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες προσθήκες και επισκευές. Κτίριο αξιόλογο είναι και ο Άγιος Νικόλαος στην Ακρόπολη, κοιμητηριακός ναός με κρύπτη, πιθανόν του 11ου αιώνα . Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά μνημεία των αρχών ίσως του 14ου αιώνα είναι και οι ναοί του Αγίου Γεωργίου Κρυονερίτη και του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Προδρομούδι).

Παλιά αρχοντικά και ιδιωτικά κτίρια δε διασώθηκαν στις Σέρρες εξαιτίας των πολλών καταστροφών και ιδιαίτερα της τελευταίας πυρπόλησης του 1913. Χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής μακεδονικού ρυθμού, είναι το σπίτι του Ζαπάρα που σώζεται στην Απάνω Καμενίκια.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Σέρρες μεγαλώνουν πολεοδομικά. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Τούρκος συγγραφέας Χατζηκάλφας τις αποκαλεί ¨πόλη των σοφών¨ και το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Ελβιγιά Τσελεμπί τις αναφέρει σαν τρίτη σε μέγεθος και σπουδαιότητα ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες πόλεις της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Αξιόλογα είναι πολλά τουρκικά οικοδομήματα, που δείχνουν την επιμιξία της ανατολικής και βυζαντινής τέχνης. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα και ομορφότερα τεμένη της Ευρωπαικης Τουρκίας, φημισμένο άλλοτε για την χάρη και κομψότητά του είναι τοτέμενος Αχμέτ Πασά, του 1492. Ενα άλλο μνημείο, το Τζιντζιρλί Τζαμί, παρουσιάζει επίσης σημαντικά αρχιτεκτονικά χαρίσματα. Από τα παλιότερα κοσμικά τουρκικά κτίσματα διασώθηκε το Μπεζεστένι, που χρησιμοποιούνταν για κλειστή αγορά πολυτελών εμπορευμάτων και σήμερα είναι Αρχαιολογικό Μουσείο. Κτίστηκε πιθανότατα το 1385.

Οι Σερραίοι πήραν μέρος σε όλες τις προεπαναστατικές κινήσεις των υποδούλων Ελλήνων κατά το απίστευτα μεγάλο χρονικό διάστημα της σκλαβιάς και πλήρωσαν ακριβά τον ασίγαστο έρωτά τους στην ελευθερία. Ηρωϊκές σερραϊκές μορφές της Επανάστασης του 1821, αναδείχτηκαν ο Εμμανουήλ Παπάς, με την τραγική τύχη ολόκληρης της οικογένειας του και ο συγγραφέας του Αγώνα Νικόλαος Κασομούλης. Κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, τότε που δεν υπήρχε ο σιδηρόδρομος, κυριαρχούσε στη θάλασσα η πειρατεία και οι μεταφορές γίνονταν με καραβάνια, η χρυσή πεδιάδα των Σερρών και ο απέραντος πλούτος της σε δημητριακά και κτηνοτροφικά προϊόντα συντέλεσαν ώστε η πόλη να γνωρίσει μεγάλη εμπορική ακμή.

Εγινε σπουδαίο διακομιστικό κέντρο συγκεντρώνοντας εμπόρους και αγοραστές απ' όλο τον κόσμο. Ξακουστά ήταν τα υφαντά των Σερρών, το βαμβάκι, τα άλογα, τα βουβάλια και τα εξαίρετης τέχνης πήλινα αγγεία της.

Στις Σέρρες, κυρίως από τον 17ο αιώνα του Διαφωτισμού, ανυψώθηκε η παιδεία και καλλιεργήθηκαν εντατικά τα γράμματα. Περίφημες ήταν οι Σχολές των Σερρών, που συντέλεσαν στην ανάπτυξη σπουδαιότατης πνευματικής κίνησης. Σ' αυτές δίδαξαν κατά καιρούς πολλές φωτεινές προσωπικότητες. Εδώ ιδρύθηκε και το πρώτο διδασκαλείο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Τουρκία και Ελλάδα, το 1872. Απ' αυτό αποφοίτησε μεγάλος αριθμός δασκάλων, οι οποίοι σκορπίζοντας σε όλα τα μέρη του Ελληνισμού, έγιναν αποφασιστικά εθνικά όργανα διαφωτισμού και αφύπνισης του Γένους. Για την ίδρυση και συντήρηση των σχολείων βοήθησαν οικονομικά πολλοί Σερραίοι ευεργέτες.

Η πόλη κατά την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα (1904 - 1908), υπήρξε μαζί με την Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, βασικό κέντρο οργάνωσης και καθοδήγησής του. Στο τέλος του Β΄ Βαλκανικού πολέμου, ένα μεγάλο τμήμα των Σερρών πυρπολήθηκε και ερειπώθηκε από τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Αλλά, είχαν σημάνει πια οι καμπάνες της ελευθερίας ύστερα από δουλεία 530 χρόνων. Έφτασε η πιό μεγάλη ώρα των Σερρών. Στην τυραννισμένη πολιτεία μπήκε η VII Ελληνική μεραρχία. Ο μέραρχος Ναπολέοντας Σωτήλης με προκήρυξη που εξέδωσε στις 28 Ιουνίου 1913, εξήγγειλε ότι «απελευθερώνει και καταλαμβάνει τας Σέρρας και προσκαλεί τους κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθουν εις τας ειρηνικάς των ασχολίας».

 

Ετικέτες

Απελευθέρωση

 

Μέρες απελευθέρωσης

Τα χρόνια της κατοχής υπήρξαν σκληρά κι ανελέητα για τη ζωή των ανθρώπων. Ποτέ μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν έγιναν τόσα πολλά. Η πείνα, ο κίνδυνος, ο έσχατος εξευτελισμός και ο θάνατος κυριάρχησαν σχεδόν σε καθημερινή βάση, φέρνοντας τα πάνω κάτω. Ο υπέρτατος φόβος πήγε κι έφερε τις καρδιές των ανθρώπων και τα παιδιά είδαν τα λιγνά κορμιά τους να ψηλώνουν και να ωριμάζουν μέσα σε λίγες νύχτες. Μεγάλα μυστικά και μηνύματα ζωής και θανάτου θα ταξιδέψουν από σπίτι σε σπίτι και από γειτονιά σε γειτονιά και ανείπωτοι ηρωισμοί και πράξεις θυσίας θα σημαδέψουν το σώμα και το αίμα των καιρών. Όμως, όλα αυτά κάποτε θα φτάσουν στο τέρμα τους, ο πόνος, οι νεκροί και η δυστυχία θα είναι πια μόνο άσχημες μνήμες και οι άνθρωποι θα αρχίσουν για μια ακόμη φορά να ονειρεύονται, επιλέγοντας μέσα από το κουβάρι της ζωής την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού. 

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1944, κυβέρνηση στη Σόφια θα σχηματίσει ο Μουράβιεφ. Η κυβέρνηση αυτή θα αποτελείται από πρόσωπα που κατά το 1940 είχαν ταχθεί κατά της συμμετοχής της Βουλγαρίας στον πόλεμο και γενικά ο χαρακτήρας τους θα είναι ρωσόφιλος. Περνάει έτσι και η Βουλγαρία με το δικό της φυσικά τρόπο, στις... συνεμπόλεμες χώρες! ενώ οι βούλγαροι στρατιώτες θα κάνουν την εμφάνισή τους τώρα στους δρόμους των Σερρών με... κόκκινα περιβραχιόνια! Εντωμεταξύ, η κατάσταση θα είναι ιδιότυπη και συνεχώς εξελισσόμενη, οι σχετικές πληροφορίες για την πορεία του πολέμου θα διαδέχονται η μία την άλλη και οι άνθρωποι ολοένα και σχεδόν καθημερινά θα αναγεννώνται μέσα από καινούρια γεγονότα, ενώ ταυτόχρονα θα μεγαλώνει το μέγεθος μιας ανυπόκριτης χαράς και μιας ατέρμονης ελπίδας για την Ελευθερία που ήρθε, μέσα σε κύματα αισιοδοξίας για το μέλλον. Ένας καπετάνιος του εφεδρικού ΕΛΑΣ στα Σέρρας, ο Στάθης Μελισσάς, θυμάται εκείνες τις πρώτες ημέρες της ελευθερίας:

"...Στις 13 Σεπτεμβρίου στα 1944 έρχεται η διαταγή της απελευθέρωσης των Σερρών. Τότε τεθήκανε αμέσως σε επιφυλακή όλες οι δυνάμεις του εφεδρικού ΕΛΑΣ για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχομένου. Στις 13 λοιπόν κυκλοφορεί μια προκήρυξη από τους βούλγαρους κομιτατζήδες που τους καλούσε σε επίθεση ενάντια στο ελληνικό στοιχείο και την επιτροπή της απελευθέρωσης. Τότε η οργάνωση του ΕΑΜ αναβάλλει την ημερομηνία της 13ης Σεπτεμβρίου σαν ημέρα της απελευθέρωσης για την επομένη... Φαίνεται ότι ήταν στο πρόγραμμα η αντεπανάσταση που είπαμε προηγούμενα που θα γίνονταν και στη Σόφια και στην Ανατολική Μακεδονία ταυτόχρονα σε συνεργασία με τον Μύλερ... Είχανε καμιά δέκα χιλιάδες στρατό στην περιοχή αυτή. Την άλλη μέρα όμως η στρατιωτική διοίκηση των Βουλγάρων στα Σέρρας υποχώρησε και δεν πειθάρχησε στην απόφαση αυτή του Συράκωφ και τότε ο Μέραρχος παραδίδει μαζί με τον βούλγαρο δήμαρχο την πόλη και απομονώνει τα συντάγματα που είχε..."

Στα Σέρρας, και ύστερα από την υποχώρηση και του τελευταίου γερμανού στρατιώτη από την Ελλάδα, εξακολουθεί να παραμένει μια μεραρχία βουλγαρικού στρατού, ένα τάγμα μηχανικού, ένα σύνταγμα πεζικού και μερικά άλλα μικρότερα στρατιωτικά τμήματα σκορπισμένα προς το Στρυμόνα και το Σιδηρόκαστρο. Οι διαβουλεύσεις και οι συνεννοήσεις ανάμεσα σε εκπροσώπους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τους Βούλγαρους θα συνεχιστούν μέχρι αργά το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου. Ο Χρήστος Κοσμίδης, διοικητής του Αρχηγείου Μποζ-Νταγ του ΕΛΑΣ, που διαδέχθηκε τις τελευταίες μέρες τον μέχρι τότε διοικητή του τον Βλαχογιώργη, θυμάται:

"...στις 13 τα μεσάνυχτα έρχεται ο Μπαρμπαλέξης μαζί με τον βούλγαρο δήμαρχο των Σερρών ο οποίος προηγούμενα ήταν με το βουλγάρικο καθεστώς, αλλά αυτή τη φορά στάθηκε σαν αντιφασίστας για να βοηθήσει ... Εν τω μεταξύ η νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ Σερρών είχε πάρει απόφαση όλες οι απελευθερωτικές οργανώσεις του ΕΑΜ να έρθουν σε διαπραγματεύσεις με τις βουλγαρικές φασιστικές αρχές οι οποίες και θα παρέδιδαν τις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές στις δικές μας εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις..."

Έτσι, και ύστερα από πολύωρες συζητήσεις και διαβεβαιώσεις των βουλγαρικών κυρίως αρχών, τελικώς παίρνεται η απόφαση να μπούνε οι ένοπλοι αντάρτες του ΕΛΑΣ στην πόλη των Σερρών την επόμενη μέρα.

Η πλατεία ήταν γεμάτη...

Το νέο κυκλοφορεί σαν αστραπή από σπίτι σε σπίτι και το ξημέρωμα της 14ης Σεπτεμβρίου, από τα βαθιά χαράματα, οργανωμένα μέλη του ΕΑΜ μοιράζουν δεξιά κι αριστερά καινούριες προκηρύξεις με τις οποίες ανακοινώνεται και επίσημα πλέον η κάθοδος των ελασιτών στα Σέρρας. 

Ταυτόχρονα, σε όλη την πόλη χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες των εκκλησιών, δίνοντας τον πανηγυρικό τόνο της ημέρας, ενώ όλος ο κόσμος βρίσκεται στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, κρατώντας στα χέρια του τις ελληνικές σημαίες. Είχαν κιόλας διαδοθεί σαν αστραπή τα καλά νέα και όλοι πια περίμεναν από στιγμή σε στιγμή την είσοδο και την παρέλαση των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Από αυτήν την είσοδο του Ελληνικού Λαϊκοαπελευθερωτικού Στρατού στην πόλη των Σερρών, ο Χρήστος Κοσμίδης θυμάται:

«Στις 14 Σεπτεμβρίου φτάσαμε στα ασβεστάδικα και δια μέσου του δημόσιου δρόμου που έρχεται από την ανατολική περιοχή των Σερρών κατεβήκαμε προς το κέντρο της πόλης σε φάλαγγα κατά τριάδες με τη σημαία τη γαλανόλευκη κυματίζουσα. Δίπλα μου είχα τον καπετάνιο καθώς και δύο σεβάσμιους μόνιμους αντισυνταγματάρχες, τον Αλεξανδρόπουλο και τον Γεώργιο Γλύπτη. Έτσι προχωρήσαμε προς το κέντρο όπου ο ίδιος ο βούλγαρος Μέραρχος ήρθε και εκεί προς τον "Όρφέα" και αφού χαιρέτησε την ελληνική σημαία, με χειραψία μας παρέδωσε την πόλη. Από το πρωί ακούγαμε τις καμπάνες, ο κόσμος όλος είχε συγκεντρωθεί δεξιά κι αριστερά του δρόμου έτσι όπως κατεβαίναμε και μας έραινε με αγκαλιές από λουλούδια. Όταν φτάσαμε στο κέντρο της πλατείας Ελευθερίας άρχισαν τα αγκαλιάσματα μεταξύ γνωστών κι αγνώστων, ένα πανηγύρι χαράς ανάμεσα στους αντάρτες του ΕΛΑΣ και όλου του πληθυσμού της πόλης που σύσσωμος είχε κατέβει στην κεντρική μας πλατεία. Στη συνέχεια τα στελέχη μας ανέβηκαν σ' ένα κτίριο δίπλα στην Εθνική τράπεζα (σ.σ. το σημερινό σπίτι του γιατρού Παπαβασιλείου, όπου τότε στεγαζόταν η τράπεζα της Ελλάδος), από το μπαλκόνι του οποίου και μίλησε ο γραμματέας του ΕΑΜ Μπαρμπαλέξης, που το πραγματικό του όνομα ήταν Λευτέρης Ματσούκας και καταγόταν από το Βόλο... Η πλατεία ήταν γεμάτη. Κάθε τόσο ακούγονταν συνθήματα του ΕΑΜ, λουλούδια, πανηγυρική ατμόσφαιρα πέρα για πέρα... O Μπαρμπαλέξης μίλησε για τους σκοπούς του ΕΑΜ. Ύστερα μίλησα κι εγώ για τον αγώνα που έφκιανε ο ΕΛΑΣ σε κάμπους και χωριά της πατρίδας μας για να την απελευθερώσει. Ύστερα από τις ομιλίες έγινε ένα πραγματικό πανηγύρι στην πλατεία με το λαό και τους αντάρτες, που κράτησε μέχρι αργά το βράδυ. Χορός, γλέντι, τραγούδι και ταυτόχρονα εμείς να ετοιμάζουμε τον καταυλισμό των τμημάτων μας μέσα στο γυμνάσιο Αρρένων... 

Έτσι ο ΕΛΑΣ παρέλαβε τις στρατιωτικές αρχές από τους Βουλγάρους και δημιούργησε το δικό του φρουραρχείο που από εδώ και πέρα θα τηρούσε την τάξη μέσα στην πόλη. Ύστερα συγκροτήσαμε την εθνική πολιτοφυλακή. Έτσι απελευθερώσαμε όλους τους φυλακισμένους, 570 τον αριθμό, έλληνες αγωνιστές καθώς και βούλγαρους αντιφασίστες. Στη συνέχεια τοποθετήσαμε ως νομάρχη τον Κόκκινο και ως δήμαρχο της πόλης τον Καντά. Έτσι μέσα σε τέσσερις μέρες καταφέραμε να συγκροτήσουμε το 21ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ που αποτελούνταν από τρία τάγματα. Από τους άνδρες αυτούς πήρα 150, τους πλέον εμπειροπόλεμους και μπαρουτοκαπνισμένους και πήγαμε να απελευθερώσουμε την Δράμα...».

Ύστερα από μερικές μέρες θα κυκλοφορήσει στα Σέρρας η προκήρυξη των πρώτων ελεύθερων εκλογών για την ανάδειξη δημάρχου και δημοτικού συμβουλίου, που είχαν να γίνουν από το 1934, χρονιά κατά την οποία είχε εκλεγεί για πρώτη φορά "κόκκινος δήμαρχος", ο Διονύσης Μενύχτας. 

Ταυτόχρονα προκηρύσσονταν εκλογές και για καινούριους θεσμούς, όπως αυτός της καθιέρωσης αιρετού Λαϊκού Δικαστηρίου. Δικαίωμα ψήφου, αλλά και υποψηφιότητα είχαν όλοι οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, που είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους. Στη σχετική προκήρυξη, με την οποία ανακοινώνονταν εκτός των άλλων πως όσοι επιθυμούσαν να βάλουν υποψηφιότητα θα έπρεπε να υποβάλουν την ανάλογη αίτηση «στην εφορευτική επιτροπή των εκλογών, στα γραφεία της Δημαρχίας μέχρι της 27ης Σεπτεμβρίου ημέρα Τετάρτη και ώρα 5 μ.μ.», διαβάζουμε:

«...Γι' αυτό σύσσωμοι οι ψηφοφόροι, με γέλια και χαρές, για το μεγάλο γεγονός της λαϊκής λευτεριάς, στις κάλπες. Όλοι όσοι θεωρούν τον εαυτόν τους ικανό να προσφέρουν υπηρεσία στην πόλη και να εκδικάσουν τους εγκληματίες πολέμου, ας υποβάλλουν υποψηφιότητα για τ' ανωτέρω αξιώματα... Η εκλογή των ικανών και αρίστων, στους οποίους θα εμπιστευθούμε τη διαχείριση των κοινών μας προβλημάτων ας δείξουμε ότι δεν είναι πράξις αργόσχολος, αλλά ύψιστο συνειδητό καθήκον προς το συμφέρον της ολότητος και την ευτυχίαν της κοινωνίας μέσα στην οποίαν ευημερεί το άτομον... Τονίζομεν ακόμα μια φορά -κατέληγε η προκήρυξη- ότι η 29η Σεπτεμβρίου θα θεωρηθή ως ημέρα εορτάσιμος και επομένως όλα τα μαγαζιά και όλες οι επιχειρήσεις θα αργήσουν για την εκπλήρωση του υψηλού καθήκοντος της εκλογής των αρχόντων μας...».

Εκείνος ο Σεπτέμβριος του 1944, που η Λευτεριά θα στήσει το δικό της δοξαστικό χορό σε κάμπους, πολιτείες και χωριά, θα είναι μια γιορτή σώματος και ψυχής για τους ανθρώπους της πατρίδας μας, που νιώθουν επιτέλους ελεύθεροι ύστερα από μια βαριά κι αιματηρή τετράχρονη σκλαβιά. Οι πινακίδες των καταστημάτων ξαναγράφονται στα ελληνικά, οι εκκλησίες ξαναρχίζουν τη θεία λειτουργία στην ελληνική γλώσσα και όσοι έχουν ραδιόφωνα ακούνε πλέον στη διαπασών και με υπερηφάνεια το «Εδώ Λονδίνο». Ταυτόχρονα όμως είναι και μέρες ευθύνης και περισυλλογής. Και ίσως οι περισσότεροι να μην υποψιάζονται πως οι μέρες αυτές της χαράς και της ελευθερίας κρύβουν βαθιά μέσα τους τη σπορά ενός εμφύλιου, και πως πολύ γρήγορα θα τις διαδεχθούν οι μαύρες μέρες της σιωπής, του φόβου και του ανοιχτού πια αδελφοκτόνου σπαραγμού. Όλα θα γίνουν ξαφνικά κι απρόσμενα σαν από κάποιο ξεχασμένο εφιάλτη κι ένα απέραντο εχθρικό τοπίο θα αναδυθεί μέσα από την ίδια τη ζωή, που πάνω του οι άνθρωποι θ' αρχίσουν το πανάρχαιο αλληλοφάγωμά τους. Όμως προς το παρόν, άλλος λίγο κι άλλος περισσότερο, φαίνεται πως εξακολουθούν να πιστεύουν ότι κάτι πάει ν' αλλάξει στον κόσμο και πως κάτι καινούριο κι άπιαστο φαίνεται να κοιλοπονάνε οι μέρες και οι εποχές. Το αλάθητο αισθητήριο, το καλά ακονισμένο και δοκιμασμένο ιδίως τα τελευταία χρόνια, κάνει τους ανθρώπους περισσότερο να αισθάνονται παρά να κατανοούν τα γεγονότα στις πραγματικές τους διαστάσεις και λεπτομέρειες έτσι όπως αυτές θα διαμορφώνονται τώρα σχεδόν καθημερινά γύρω τους.

Οι πρώτες εκλογές της 29ης Σεπτεμβρίου 1944 και άλλες εκδηλώσεις

Υποψήφιοι δήμαρχοι γι' αυτές τις πρώτες εκλογές είναι ο Θεόδωρος Δ. Καντάς και ο Κωνσταντίνος Αλ. Φωκάς. Υπάρχουν επίσης 20 υποψήφιοι για τις θέσεις των δημοτικών συμβούλων καθώς και 9 για τις θέσεις των Λαϊκών Δικαστών. Δήμαρχος από τις κάλπες της 29ης Σεπτεμβρίου θα ανακηρυχτεί ο Θ. Καντάς. Στις 2 Οκτωβρίου το νέο δημοτικό συμβούλιο Σερρών συνέρχεται στην πρώτη του συνεδρίαση και αποφασίζει τη σύσταση επιτροπών" και στις 5 Οκτωβρίου παίρνει μια ολόκληρη σειρά από αποφάσεις, όπως π.χ. το προϊόν της φορολογίας των τσιγάρων να θεωρείται δημοτικό έσοδο, καθώς και το άνοιγμα των σχολείων για τις 9 Οκτωβρίου. Στις 7 Οκτωβρίου ο δήμαρχος Θ. Καντάς θα υπογράψει και την πρώτη του ανακοίνωση προς το σερραϊκό λαό, καλώντας τον για την επομένη στην εκκλησία των Μεγάλων Ταξιαρχών "όπου θα τελεσθή επίσημος Δοξολογία επί τη απελευθερώσει". Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «...στις 11 π.μ. θα λάβη χώραν μεγάλη Λαϊκή συγκέντρωση στην πλατεία Αίγλη-Κρονίου όπου τα γραφεία του Ε.Α.Μ. εις την οποία θα ομιλήσουν προς τον Σερραϊκό λαό αντιπρόσωποι των οργανώσεων. Όλη η πόλη πρέπει να σημαιοστολισθή με τις εθνικές μας σημαίες και αν είναι δυνατόν και με τις συμμαχικές». 

Οι «ανακοινώσεις», οι «προκηρύξεις» και οι «διακηρύξεις» θα διαδέχονται όλες αυτές τις μέρες η μία την άλλη, ενώ στην πόλη παρεπιδημεί μια διασυμμαχική επιτροπή που έρχεται από τη Σόφια και αποτελείται από έναν άγγλο, έναν ρώσο, έναν αμερικάνο και έναν έλληνα αξιωματικό. Στις 13 Οκτωβρίου καλείται ο σερραϊκός λαός με παρέλαση στρατού, πολιτοφυλακής, εφεδρικού ΕΛΑΣ και οργανώσεων να γιορτάσει την απελευθέρωση της Αθήνας, στις 15 του ίδιου μήνα η «Εθνική Αλληλεγγύη» καλεί το λαό σε μνημόσυνο στη Μητρόπολη «γι' αυτούς που έπεσαν στο σημερινό μας αγώνα»και στις 26 Οκτωβρίου με άφατη χαρά οι Σερραίοι θα δουν να αναχωρεί από την αγαπημένη τους πολιτεία τελικά και ο τελευταίος βούλγαρος στρατιώτης.

Τον Οκτώβριο του 1944 το γέλιο πρέπει να ξανανθίσει στα χείλια των ανθρώπων. Το κατανοούν πρώτοι και καλύτεροι οι νέοι της εποχής, τα νιάτα της ΕΠΟΝ, που σπεύδουν να ιδρύσουν με πρωτοβουλία τους έναν «προοδευτικό σύλλογο» με το όνομα «Αναγέννησις» και έδρα την πόλη των Σερρών. Σκοπός του συλλόγου θα είναι «...να δώσει το γέλιο, τη χαρά, το τραγούδι, να κάνει γερά σώματα, γερό μυαλό και με το σύλλογο αυτό να μπορέσει ο νομός μας να εξυψωθεί στο επίπεδο των άλλων προοδευτικών και πολιτισμένων τόπων, πράγματα που μέχρι σήμερα μας είχε αφαιρέσει o φασισμός...», ενώ θα περιλάβανε και τμήματα αθλητισμού, μουσικής, θεάτρου και ορειβασίας. Όλοι πια τώρα πιστεύουν πως η χαρά και η δημιουργία θα κυριαρχήσουν από τη μια μέχρι την άλλη άκρη στη λαβωμένη πατρίδα μας. Όλοι πιστεύουν, ελπίζουν κι ονειρεύονται. 

Όμως, όπως όλα σχεδόν τα όνειρα τελειώνουν πολύ γρήγορα, έτσι και τώρα αυτά δεν θα αργήσουν να παραχωρήσουν τη θέση τους σ' έναν μακροχρόνιο σκοτεινό εφιάλτη, με τις επόμενες μέρες να σημαδεύονται μέχρι το κόκαλο από τα αιματηρά αδερφοκτόνα γεγονότα του Δεκέμβρη, που λαβαίνουν χώρα στην Αθήνα. Καλοακονισμένα πελέκια θα αρχίσουν ν' αστράφτουν στα σκοτεινά και κανείς δεν θα είναι σίγουρος για το τι μπορούν να γεννήσουν οι νύχτες που έρχονται, ώσπου τελικά μια πελώρια ήττα του Ανθρώπου να σφραγίσει τα γεγονότα και Ελλάδα και Έλληνες να κατρακυλήσουν στο ερεβώδες βάραθρο του εμφύλιου σπαραγμού, που άνοιξε κάτω από τα πόδια τους...

Εντωμεταξύ οι συγκεντρώσεις συμπαράστασης θα γίνονται η μία πίσω από την άλλη στις «εαμοκρατούμενες» πόλεις, ψηφίσματα κι ανακοινώσεις εαμικών και άλλων οργανώσεων και επιτροπών θα στέλνονται στην Αθήνα και θα δημοσιεύονται στις εαμικές εφημερίδες ταυτόχρονα με ατελείωτους καταλόγους συγκέντρωσης «ειδών πρώτης ανάγκης για την αγωνιζόμενη και χειμαζόμενη αδούλωτη Αθήνα...».

Έχουν φτάσει κιόλας τα πρώτα ελεύθερα Χριστούγεννα με την αγωνία των ανθρώπων στο αποκορύφωμά της, ενώ άγριος και απειλητικός θα προμηνύεται ο καινούριος χρόνος. Όμως, ανάμεσα σε όλα αυτά, κυρίως οι νέοι άνθρωποι μπορούν και βρίσκουν μερικές στιγμές που θέλουν και τις ντύνουν με την προσωπική τους χαρά και την ευχαρίστηση. Έτσι, στις 8 Ιανουαρίου του 1945, στα Σέρρας, ο σύλλογος της «Αναγέννησης»(«σωματείο δημιουργημένο από τα φλογοβόλα νιάτα της ΕΠΌΝ, αμέσως μετά την απελευθέρωσή μας» γράφει η εφημερίδα του ΕΑΜ «Νίκη»), ανεβάζει στο «Κρόνιον» δύο δραματικά έργα. Πρώτο το «Να ζει το Μεσολόγγι» του Βασίλη Ρώτα και δεύτερο ένα «τρίπρακτο δράμα του συμπολίτη μας συναγωνιστή Γ. Καφταντζή (Μαλέα) εμπνευσμένο από τον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα» ενώ αναγγέλλεται από την ίδια εφημερίδα ο «μουσικός κολοσσός» του 1942, «Μελωδίες του Καυκάσου», που θα παίζεται ταυτόχρονα στους κινηματογράφους «Κρόνιον» και «Πάνθεον». Στις 16 Ιανουαρίουανεβαίνει μια καινούρια θεατρική επιθεώρηση του Γιώργου Καφταντζή με τον χαρακτηριστικό τίτλο " Ό,τι θέλει ο Λαός". Η μουσική επιμέλεια του έργου, που η πρώτη του παράσταση είναι στις 7 το βράδυ, ανήκει στον Κ. Σταυρόπουλο. 

Όμως, οι εξελίξεις στην πολιτική ζωή της χώρας θα είναι οδυνηρές και ραγδαίες. Στις 4 Δεκεμβρίου 1944 στην Αθήνα αρχίζουν τα «Δεκεμβριανά», στις 25 ο Τσώρτσιλ και ο 'Ηντεν φθάνουν στην ελληνική πρωτεύουσα για να ορκιστεί στη συνέχεια αντιβασιλέας ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, που στις 3 Ιανουαρίου ορκίζει με τη σειρά του πρωθυπουργό το στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα. Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφεται η συμφωνία της Βάρκιζας που γιορτάζεται με μεγάλη συγκέντρωση όλων των σερραϊκών Εαμικών οργανώσεων στην πλατεία Ελευθερίας την επόμενη της υπογραφής της (13 Φεβρουαρίου). Σύμφωνα με αυτήν, εκτός από τον αφοπλισμό και τη διάλυση του ΕΛΑΣ, στο ένατο και τελευταίο της άρθρο προβλεπόταν η διεξαγωγή γνήσιου και ελεύθερου δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα το ταχύτερο δυνατόν και μάλιστα μέσα στο έτος, για να μπορέσουν να ακολουθήσουν εκλογές συντακτικής συνέλευσης για την κατάρτιση νέου Συντάγματος. Στις 7 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, οι Άγγλοι αποπέμπουν το στρατηγό Πλαστήρα και κάνουν πρωθυπουργό το ναύαρχο Πέτρο Βούλγαρη, ενώ από τις 15 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς η αστυνομία και η χωροφυλακή αναλαμβάνουν την ασφάλεια σε όλη τη χώρα. Στις 9 Φεβρουαρίου 1945 εγκαινιάζεται στα Σέρρας η «Τράπεζας του Λαού», στις 10 τελειώνει η κατασκευή των δύο κατεστραμμένων γεφυριών πάνω από τον ποταμό Στρυμόνα στο ύψος του χωριού Στρυμονικό, που είχαν ανατιναχθεί από τους υποχωρούντες Γερμανούς ανάμεσα στις 15-18 Σεπτεμβρίου του 1944 και την επομένη στην πλατεία Ελευθερίας θα τελεσθεί μνημόσυνο στη μνήμη των «Ηρώων που έπεσαν για την λευτεριά και ανεξαρτησία της πατρίδας μας». Ομιλητής στη μεγάλη αυτή συγκέντρωση θα είναι ο Ι. Πατσόπουλος. Στις 26 Φεβρουαρίου το Δημοτικό συμβούλιο καθιερώνει σαν εθνική τοπική γιορτή την 14η Σεπτεμβρίου και στις 4 Μαρτίου γίνονται τα εγκαίνια του νέου Λαϊκού Νοσοκομείου. Σαν κτίριο χρησιμοποιούνται τα παλιά γραφεία της εταιρείας Μονκς Γιούλεν και αργότερα αυτά της ΕΤΥΕΜ-ΕΣΥΕΜ.

Αλλάζουν οι ονομασίες στους δρόμους και τις πλατείες
και έρχονται οι πρώτοι Εθνοφύλακες

Στις αρχές του Μαρτίου το Δημοτικό συμβούλιο παίρνει την απόφαση να αλλάξει μερικά από τα ονόματα των σερραϊκών δρόμων. Έτσι μετονομάζονται η οδός 4ης Αυγούστου σε οδό Αθήνας, η οδός Βασιλίσσης Σοφίας σε οδό Μποζ-Νταγ, η Βασιλέως Γεωργίου Α' σε Αλή Μπαμπά, η Π. Τσαλδάρη σε Ε.Λ.Α.Σ., η Πρίγκιπος Νικολάου σε Πειραιά, η Βασιλέως Αλεξάνδρου σε Ε.Π.Ο.Ν, η Πρίγκιπος Χριστοφόρου σε Γεωργίου Δράκου, η οδός Ίωνος Δραγούμη σε Δημ. Γληνού, η Βασιλέως Βασιλείου σε Εθνικής Αλληλεγγύης, η Πλατεία Εμπορίου σε Πλατεία Ανεξαρτησίας, η Ιωάννου Μεταξά σε Εθνικού Συμβουλίου, η Πλατεία Κρονίου σε Πλατεία Ε.Α.Μ., η Κωνσταντινουπόλεως σε 14ης Σεπτεβρίου 1944 και η Πλατεία Δήμητρας σε Πλατεία Λαοκρατίας. 

Ύστερα θα καταφτάσουν οι πρώτοι εθνοφύλακες. Στις 18 Μαρτίου, o γενικός διοικητής Αν. Μακεδονίας Κωνσταντόπουλος θα μιλήσει σε μεγάλη συγκέντρωση που θα πραγματοποιηθεί στην κεντρική πλατεία Ελευθερίας, όπου Εαμίτες και Ενεσίτες θα διαγωνίζονται σε συνθήματα και... ενθουσιασμό και την Τετάρτη, στις 21 Μαρτίου, έρχεται στα Σέρρας ο νέος νομάρχης Στέφανος Νίκογλου, που τον υποδέχονται ο δήμαρχος Θ. Καντάς, o μέχρι τότε νομάρχης Γ. Κόκκινος και ο διοικητής της Εθνοφυλακής. Δύο μέρες αργότερα με έγγραφο της νομαρχίας καλείται ο μέχρι τότε δήμαρχος Θ. Καντάς να παραδώσει τον Δήμο στον τέως γραμματέα του, τον Αθ. Μητακίδη, και πριν συμπληρωθεί το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου θα καταφτάσει στην πόλη των Σερρών η στρατιωτική δύναμη της 7ης Ταξιαρχίας. Διοικητής της δύναμης αυτής θα είναι ο παλαίμαχος συνταγματάρχης Παπαγεωργίουκαι τα γραφεία της ταξιαρχίας θα εγκατασταθούν στο μέγαρο της πρώην κλινικής Αργυριάδη, εκεί που σήμερα υψώνεται το κτιριακό συγκρότημα γραφείων επί της Μεραρχίας 25. 

Ταυτόχρονα και ενώ αποσύρονται από την αγορά τα μέχρι τότε κυκλοφορούντα λέβα, ένα μεγάλο κύμα «λευκής τρομοκρατίας», όπως ονομάσθηκε από τους αριστερούς, θα αρχίσει να σαρώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας και κυρίως την επαρχία. Έτσι, αρχίζουν και βλέπουν το φως της δημοσιότητας στον τοπικό και προσκείμενο προς τα εαμικά κόμματα τύπο, οι διώξεις που αρχίζουν και υφίστανται οι αριστεροί των πόλεων και της περιφέρειας, μέσα από το νέο κλίμα της εγκαθίδρυσης μιας άλλης τάξης πραγμάτων στον τόπο, εκείνης των νικητών της «μάχης της Αθήνας». Από την άλλη δεv είναι και λίγες οι καταγγελίες που δημοσιεύονται στις τοπικές δεξιές εφημερίδες αλλά και ανακοινώσεις σχετικές με «εγκλήματα των αριστερών», τόσο κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της κατοχής, όσο και των πρώτων της απελευθέρωσης. 

Τον Ιούνιο του 1945 ανασυγκροτείται ο «λαϊκότερος μουσικοαθλητικός» σύλλογος του Απόλλωνος, που λόγω της κατοχής είχε αποδιοργανωθεί, και εκλέγεται η πρώτη μεταπολεμική προσωρινή διοικούσα του επιτροπή, που την αποτελούν οι: Στ. Σταυρίδης, Δημ. Φωκάς, Ευστάθ. Κουκουλάς, Κ. Γλύστρας, Ν. Κυριακόπουλος, Ν. Δέλτσος και Α. Κεραμιδάς. Από τις 3 Ιουνίου το εξοχικό κέντρο διασκέδασης ο «Τσέλιος», στην περιοχή των Αγίων Αναργύρων, καθιερώνει τα χορευτικά Ζουρ-Φιξ, όπως τα προαναγγέλλει, για κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, και στις 27 του ίδιου μήνα έρχεται στα Σέρρας, στο καλοκαιρινό «Ρεξ», το «Θέατρον Τέχνης» με το έργο «Τοπάζ» του γάλλου συγγραφέα Πανιόλ. Από τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού και ενώ αρχίζει να εδραιώνεται το κράτος και η δημόσια διοίκηση, αρχίζουν να επιστρέφουν στην πόλη τους όλοι σχεδόν οι Σερραίοι που την είχαν εγκαταλείψει κι είχαν φύγει με τον ερχομό των Βουλγάρων, άλλος για τη Θεσσαλονίκη κι άλλος για την Αθήνα. Επιστρέφουν έτσι, γιατροί, δικηγόροι, έμποροι, κτηματίες, ενώ από την Τετάρτη, 6 Ιουνίου, αρχίζει τη λειτουργία της η νεοσυσταθείσα ειδική επιτροπή για την επαλήθευση των διαφόρων ζημιών που προξένησαν οι Βούλγαροι στην πόλη των Σερρών. Την επιτροπή αποτελούν ο δήμαρχος Σερρών Γεώργιος Μόσχος (που διαδέχθηκε επίσημα από τις 4 Ιουνίου τον Αθ. Μητακίδη) ως πρόεδρος, καθώς και ο Ιωάννης Σχοινάς, ο Γεώργιος Τσάμης (γιατρός), ένας αντιπρόσωπος του ιατρικού συλλόγου, ο έμπορος Κύρος Κύρου, ως εκπρόσωπος του εμπορικού συλλόγου της πόλης, o Στέφανος Αναστασίου ως εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών και ο Αργύρης Ψάρρης, δικηγόρος, ως εκπρόσωπος του Δικηγορικού σώματος. 6.500 «δηλώσεις ζημιών» θα υποβληθούν τις πρώτες κιόλας μέρες από τη σύσταση και λειτουργία της επιτροπής και όλοι πια περιμένουν με κάποια ελπίδα τον καταρτισμό των πινάκων, βάσει των οποίων και σύμφωνα με τη συνθήκη ανακωχής, η Ελλάς θα ζητήσει την αποκατάσταση των ζημιών εκ μέρους της Βουλγαρίας. 

Ταυτόχρονα από την εισαγγελία πλημμελειοδικών ανακοινώνεται πως όσοι κατέχουν κάποια συγκεκριμένα στοιχεία μπορούν να υποβάλουν μηνύσεις εναντίον όσων συνεργάσθηκαν με τον εχθρό. Αρχίζουν έτσι οι πρώτες καταγγελίες και οι πρώτες συλλήψεις, ενώ από την οικονομική εφορία Σερρών ανακοινώνεται η εγκύκλιος «περί ειδικής φορολογίας των κατά την πολεμικήν περίοδον πλουτησάντων εν συνεργασία μετά των Βουλγάρων και Γερμανών». Αντικείμενο της φορολόγησης είναι «το σύνολον των κερδών άτινα επραγματοποίησαν τα πάσης φύσεως φυσικά ή νομικά πρόσωπα από της 23ης Οκτωβρίου 1940 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1944 εφ' όσον υπερέβησαν το ποσό των 500.000 δρχ.». Όλες αυτές οι καταγγελίες και οι στη συνέχεια μηνύσεις θα πρέπει να έχουν ξεκαθαρίσει σύμφωνα με τις εισαγγελικές ανακοινώσεις μέχρι τις 20 Ιουλίου. Αρχίζουν λοιπόν οι καταγγελίες και δίνεται έτσι η ευκαιρία για μια σειρά από συλλήψεις αγνώστων και ασήμαντων στην ουσία προσώπων, τα ονόματα των οποίων δημοσιεύονται, ανάλογα με το πού ανήκει ιδεολογικά ο συλληφθείς, είτε στις εφημερίδες των αριστερών είτε στις τότε εφημερίδες των εθνικοφρόνων. 

Στις 15 Ιουνίου του 1945 επανέρχεται στην πόλη των Σερρών και ύστερα από απουσία αρκετών χρόνων ο «διακεκριμένος πολιτευτής και πρώην βουλευτής του νομού μας κ. Κωνσταντίνος Καραμανλής» που γίνεται «αντικείμενο θερμοτάτων λαϊκών εκδηλώσεων». Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που είναι αποφασισμένος να συνεχίσει την πολιτική του καριέρα, ξανανοίγει το δικηγορικό του γραφείο στη σημερινή οδό Μανόλη Ανδρόνικου και αρχίζει τις επαφές με φίλους και ψηφοφόρους του. Ύστερα δέχεται επιτροπές χωρικών, ανακοινώνει τις ενέργειές του για την ίδρυση καπνικού οργανισμού, επισκέπτεται τις πόλεις και τα χωριά του νομού και στη συνέχεια, σε συνεργασία και με τους άλλους πρώην Λαϊκούς βουλευτές και πολιτευτές, θα προσπαθήσει να οργανώσει το Λαϊκό Κόμμα στην πόλη των Σερρών. 

Την Τετάρτη, στις 11 Ιουλίου, στην αίθουσα τελετών τoυ Δήμου Σερρών «πλείστοι όσοι επιστήμονες και διανοούμενοι της πόλεως» παίρνουν απόφαση να ιδρύσουν παράρτημα της «Εθνικής Ενώσεως Βορείων Ελλήνων». Κεντρικός ομιλητής της συγκέντρωσης είναι ο Σερραίος Τριαντάφυλλος Θεοδωρίδης. Στη συνέχεια υπογράφεται το πρακτικό της ίδρυσης και γίνονται οι ανάλογες αρχαιρεσίες. Αρχαιρεσίες όμως, τις πρώτες μετά τον πόλεμο, έχουν αυτές τις μέρες και οι δικηγόροι, που εκλέγουν προσωρινή διοικούσα επιτροπή που αποτελείται από τους Αστ. Θ. Παντόπουλο (πρόεδρο), Κων. Πεταλωτή, Ευρ. Μπουκουβάλα, Κων. Πατσόπουλο και Αθ. Χορταρά. Στις 15 Ιουλίου πραγματοποιείται ογκώδης συγκέντρωση διαμαρτυρίας των Σερραίων στο κινηματοθέατρον «Κρόνιον»«διά τον στιγματισμόν των Αλβανικών ωμοτήτων των διαπραττομένων εις βάρος του ελληνικού βορειοηπειρωτικού στοιχείου και δια την ένωσιν της βορείου Ηπείρου μετά της μητρός Ελλάδος» και εκδίδεται το ανάλογο ψήφισμα που επιδίδεται στις αρμόδιες αρχές, καθώς και «προς τους εν Αθήναις Αντιπροσώπους των Συμμάχων και Ηνωμένων Εθνών Αγγλίας, Αμερικής, Γαλλίας και Ρωσίας».

Στις 28 Ιουλίου, στο θέατρο «Κρόνιον» θ' αρχίσει τις παραστάσεις του ο θίασος οπερέτας της Τούλας Δράκου, με το έργο «Παρέλασις Λευτεριάς» και θα συνεχίσει ανεβάζοντας το έργο του Κ. Ζαχαρόπουλου«Έκανα λάθος», με την επταετή μικρούλα Καίτη Πέννα, ενώ θα εξακολουθεί να δίνει παραστάσεις «καθ' εκάστην με νέον έργον». Στις 15 Σεπτεμβρίου στον καλοκαιρινό «Έσπερο» παίζεται η ταινία «Ερωτική Σερενάτα» με τη Ζανέτ Μακ Δόναλτ και στο κινηματοθέατρο «Ρεξ» η ταινία «Ο Κυκλών» με τον Έρολ Φλιν, ενώ στις αρχές Οκτωβρίου στο «Κρόνιον» αρχίζουν οι προβολές της ταινίας «Ο Γολγοθάς μιας ψυχής» και στο «Πάνθεον» οι θεατές θα μπορούν να παρακολουθήσουν δύο ταινίες μαζί: την «Κίτρινη κόλαση» και τη«Θύελλα του Νότου». 

Εντωμεταξύ, στις 17 Σεπτεμβρίου αρχίζουν τα μαθήματα των γυμνασίων που ξανανοίγουν για πρώτη φορά ύστερα από την τετραετή ξενική κατοχή, και ο καθιερωμένος αγιασμός γίνεται μέσα σε μια πραγματικά συγκινητική ατμόσφαιρα, ενώ μαθητές και καθηγητές ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο. Μόνο που αυτή τη φορά οι μαθητές παραείναι ...μεγάλοι στα χρόνια, αφού δεκάδες από αυτούς ξαναγυρίζουν στα μαθητικά θρανία με τέσσερα χρόνια καθυστέρηση και οι περισσότεροι φανατικά ...κομματικοποιημένοι! Έτσι, κανείς δεν παραξενεύεται, όταν ύστερα από μερικούς μήνες, και συγκεκριμένα στις 20 Φεβρουαρίου του 1946, στους τοίχους του Γυμνασίου, χίτες μαθητές θα γράψουν με μεγάλα γράμματα: «Η "Χ " και η μαύρη χειρ αγρυπνεί. Χτυπήστε με πέτρες και ξύλα τον καθηγητή Κωστόπουλο». 

Πέρα όμως από τον κινηματογράφο που προαναφέραμε, υπάρχουν αυτήν την εποχή και άλλου είδους εκδηλώσεις. Έτσι, στις 27 Σεπτεμβρίου 1945, γιορτάζονται τα τετράχρονα του ΕΑΜ με συγκεντρώσεις στα κινηματοθέατρα «Κρόνιον» και «Πάνθεον». Οι εκδηλώσεις αυτές συνεχίζονται αργά το απόγευμα στο εξοχικό κέντρο του «Τσέλιου», όπου δίνεται και o ανάλογος χορός. Στις 18 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, στις 3 το απόγευμα στο«Πάνθεον», από την «καλλιτέχνιδα του δράματος»Τασία Αδάμ θα δοθεί διάλεξη με θέμα «Η ζωή της γυναίκας», στην οποία η ομιλήτρια θα καταλήξει:«...-Δεν κηρύττουμε τον σουφραζετισμό, αλλά τον αυτοσεβασμό!». Μετά το πέρας της ομιλίας, η Τασία Αδάμ θα απαγγείλει δύο ποιήματα της Γαλάτειας Καζαντζάκη με τίτλο «Το Δάσος» και ο «Λαός», που γίνονται δεκτά με παρατεταμένα χειροκροτήματα από ένα κοινό που έχει κατακλύσει στην κυριολεξία την πλατεία και τους εξώστες του κινηματοθεάτρου. Η ομιλήτρια θα δώσει στις 24 Οκτωβρίου«ρεσιτάλ απαγγελίας» με έργα ελλήνων και γάλλων ποιητών, ενώ στις 11 Νοεμβρίου, στις 11.30 το πρωί στο «Κρόνιον», θα δοθεί ρεσιτάλ του "διακεκριμένου τενόρου του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Θεσσαλονίκης Κλείτου Ζέγα υπέρ των αναπήρων και θυμάτων πολέμου Ν. Σερρών". Τον τενόρο στο πιάνο θα συνοδέψει «ευγενώς προσφερθείσα η Μαριγούλα Τσατσαπά αριστούχος του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης» και στις 21 Δεκεμβρίου στην αίθουσα της στρατιωτικής λέσχης Σερρών, από το«Δραματικό Τμήμα» του Μουσικογυμναστικού Συλλόγου «Απόλλων» θα δοθεί θεατρική παράσταση με το έργο του Καβριάκ «Ένοχοι γονείς». Το έργο διδάσκουν και ταυτόχρονα παίρνουν μέρος σ' αυτό οι επαγγελματίες ηθοποιοί Γ. Ρώης, Δ. Ρώη και Κ. Ντίνος. H παράσταση θα επαναληφθεί ανήμερα των Χριστουγέννων και στις 28 Δεκεμβρίου στο «Πάνθεον» άλλη μία διάλεξη θα συγκεντρώσει πυκνό και ενθουσιώδες ακροατήριο. Διοργανώτρια η Π.Ε. Σερρών του Κ.Κ.Ε., που την αφιερώνει στη μνήμη «του πρωτοπόρου διανοούμενου και αγωνιστή»Δημήτρη Γληνού, με ομιλητή το «συναγωνιστή»Κ. Παπανικολάου. 

Εντωμεταξύ στις 19 Σεπτεμβρίου οι κυβερνήσεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ εξαγγέλλουν την απόφασή τους να καθυστερήσει το δημοψήφισμα σχετικά με το πολιτειακό και να προηγηθούν οι βουλευτικές εκλογές. Στη 1 Νοεμβρίου του 1945 ορκίζεται στην Αθήνα νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον αρχηγό του τότε Ενωτικού κόμματος Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που σε λίγες μέρες και ύστερα από απροκάλυπτη επέμβαση των Άγγλων θα αναγκαστεί σε παραίτηση, για να ανατεθεί στη συνέχεια από τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό, ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης, συνασπισμού αυτή τη φορά, στον αρχηγό των Φιλελευθέρων Θεμ. Σοφούλη (22 Νοέμβριου 1945). Ένα σχεδόν μήνα πιο μπροστά θα φτάσουν στην πόλη των Σερρών προερχόμενοι από τη Θεσσαλονίκη οι αντιπρόσωποι της ΟΥΝΡΑ και της«συμμαχικής υπηρεσίας παροχής διευκολύνσεως μεταφορών» που συνοδεύονται από έλληνες κρατικούς λειτουργούς και εκπροσώπους του αγγλικού, του αμερικάνικου και του γαλλικού τύπου, καθώς και από τους προξένους τους της Θεσσαλονίκης. Στο σιδηροδρομικό σταθμό τους υποδέχονται οι αρχές της πόλης, με επικεφαλής το μητροπολίτη Κωνσταντίνο και το δήμαρχο Σερραίων Αθ. Μητακίδη, ενώ από τη Ροδόπολη τους συνοδεύει o νομάρχης Στ. Νίκογλου. 

Όλοι ελπίζουν στο ξημέρωμα κάποιων καλύτερων ημερών. Ο περισσότερος κόσμος υποφέρει τα πάνδεινα, υπάρχει πείνα και έλλειψη βασικών ειδών ένδυσης, η αγορά για μια ακόμη φορά περνάει μια οδυνηρή κρίση και ασθένειες που θεριεύουν μέσα στην ανθρώπινη ανέχεια, όπως είναι η φυματίωση, θερίζουν κόσμο και κοσμάκη. Παιδικά συσσίτια λειτουργούν σε καθημερινή βάση στην προσπάθειά τους να διασώσουν από τον αφανισμό την ελπίδα της ζωής, τα αναρρωτήρια των προφυματικών παιδιών είναι γεμάτα, ενώ ο χειμώνας προβλέπεται ιδιαίτερα παγερός και δύσκολος. Ένα σχεδόν χρόνο ύστερα από την απελευθέρωση, και στους παγωμένους σερραϊκούς δρόμους εξακολουθούν να κυκλοφορούν ιδιαίτερα αδυνατισμένοι και περίλυποι οι άνθρωποι, που με κόπο προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Οι τιμές σε όλα τα είδη διατροφής, αλλά και στα άλλα είδη πρώτης ανάγκης που είναι δυσεύρετα έχουν πετάξει στα ύψη, και μόνο οι κερδοσκόποι και οι μαυραγορίτες που μπορούν και τα πουλούν «ως φαρμακευτικά είδη» τρίβουν με ικανοποίηση τα χέρια τους. Υπάρχουν τρομακτικές διακυμάνσεις της λίρας που αυτή την εποχή είναι το βασικό «σκληρό» νόμισμα και όλοι φοβούνται πως αν αυτές συνεχισθούν τότε «θα επέλθη μεγάλην αναστάτωσις τοιαύτη που δεν παρατηρήθη ούτε επί Βουλγαροκρατίας και Εαμοκρατίας» γράφει η συντηρητική«Πρόοδος». Στις 3 Ιανουαρίου 1946, στα Σέρρας, στην αίθουσα «Συσσιτίου», θα δοθεί ο χορός της «Εθνικής Αλληλεγγύης», στις 6 του ίδιου μήνα στην ίδια αίθουσα ο χορός του συλλόγου «αγωνιστών εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα 1941-45 ΕΛΑΣ» και στις 12 η πρώτη συναυλία του συλλόγου«Χορωδία Σερρών» στο «Πάνθεον», στη διάρκεια της οποίας ανακοινώνεται πως οι συναυλίες θα συνεχιστούν δωρεάν στις συνοικίες της πόλης, αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα του νομού. Στις 18 και στις 19 Ιανουαρίου ο εκπολιτιστικός σύλλογος «Αναγέννησις» δίνει δύο δωρεάν παραστάσεις με την επιθεώρηση του Γ. Καφταντζή«Ο,τι θέλει ο λαός» για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Την ίδια εποχή (22 Ιανουαρίου 1946) ο θίασος «Νέα Σκηνή» δίνει θεατρική παράσταση στη στρατιωτική λέσχη με το έργο του Δημήτρη Μπόγρη "Καινούργια ζωή", στο «Κρόνιον» θα παίζεται «Η νήσος των χαμένων θησαυρών», στο «Πάνθεον» η ταινία «Το ραντεβού» με τη Διάνα Ντάρμπιν, ενώ επανασυσταίνεται «ο διαλυθείς κατά την περίοδο της 4ης Αυγούστου Σύλλογος γυναικών με την επωνυμία "Ένωση γυναικών"». Την ίδια μέρα δημοσιεύεται και το διάταγμα της προκήρυξης των βουλευτικών εκλογών που ορίζονται για τις 31 Μαρτίου. 

'Υστερα από μερικές μέρες (7 Φεβρουαρίου), το ΕΑΜ εξαγγέλλει την απόφασή του για αποχή από τις εκλογές και στις 13 στο «Πάνθεον» Σερρών πραγματοποιείται μεγάλη εαμική συγκέντρωση με ομιλητές τον Ι. Πατσόπουλο και τον εκπρόσωπο του ΑΚΕ Δαμιανίδη. Στις 20 Φεβρουαρίου στο«Κρόνιον» ανεβαίνει «η ξεκαρδιστική σύγχρονη επιθεώρηση» του Γ. Μαλέα (Καφταντζή)«Οι Σέρρες απ' την καλή και την ανάποδη», και στις 28 Μαρτίου το υπουργείο των Εσωτερικών ανακοινώνει τις οδηγίες για τις εκλογές σύμφωνα με τις οποίες η ψήφος είναι τουλάχιστον υποχρεωτική. 

Μερικές μέρες πιο μπροστά (Κυριακή 24/3/1946) στα Σέρρας πραγματοποιούνται δύο μεγάλες συγκεντρώσεις. H μία το πρωί, που είναι οργανωμένη από τα εθνικόφρονα κόμματα και η άλλη της Ενωμένης Δημοκρατικής Αριστεράς, που γίνεταί το απόγευμα σε δύο ταυτόχρονα εξοχικούς κινηματογράφους, τον «Έσπερο» και το «Ρεξ», στη διάρκεια των οποίων μιλούν στο μεν «Ρεξ» οι Τριανταφυλλίδης, Τσίτσουρας, Μανούσης καιΕυρ. Αθανασιάδης ενώ στον «Έσπερο» οι Σοφίτσης, Σιγανός και Κώστας Σοφιδιώτης. Είναι πάντως η εποχή που ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια ο ελληνικός λαός θα πάει για πρώτη φορά, έστω και με προβλήματα, στις κάλπες. Ο προεκλογικός αγώνας στα Σέρρας όσο ζυγώνει η μέρα των εκλογών ολοένα και κορυφώνεται τόσο για εκείνους που θέλουν να πάνε να ψηφίσουν όσο και για τους άλλους, που διακηρύσσουν όπου βρεθούν και όπου σταθούν την αποχή από αυτές. Έτσι και από τις τοπικές εφημερίδες δεν λείπουν τα «προεκλογικά» σχόλια, όχι μόνο αυτά που τα χαρακτηρίζει μια κάποια δόση χιούμορ, αλλά και εκείνα που περιέχουν σοβαρές καταγγελίες για ανθρώπους που στη διάρκεια της κατοχής με τον άλφα ή τον βήτα λόγο είτε ανέχθηκαν, είτε συνεργάστηκαν με τους βούλγαρους κατακτητές, είτε βγήκαν πλούσιοι από αυτήν. Από την εαμική εφημερίδα «Νίκη» με ημερομηνία 19 Μαρτίου, αντιγράφουμε ένα σατιρικό προεκλογικό ποίημα που το υπογράφει κάποια...«σκνίπα» και έχει για τίτλο «Γιουπιγιάγια»:

«Ας το μάθουν οι παρατηρητές μας 

Άγγλοι, Γάλλοι, Αμερικάνοι,

θα ψηφίσουνε οι πεθαμένοι

και δεν θα ψηφίσουνε οι ζωντανοί. 

Και θα βγάλλουνε τον Σγουραμάνη

βουλευτή με ...ξύλινους σταυρούς 

για να πάψει πλέον να ουρλιάζει

και από το στόμα του να βγάζει αφρούς».

Στις 19 Μαρτίου δημοσιεύεται στις τοπικές εφημερίδες η προκήρυξη του κόμματος των «Αριστερών Φιλελευθέρων» που κάνει την εμφάνιση του στην πόλη και στο νομό Σερρών για πρώτη φορά και που την υπογράφουν οι Κ. Σοφιδιώτης (Δικηγόρος), Αντ. Παπαβασιλείου (Δικηγόρος), Αν. Σπυρίδης (Φαρμακοποιός), Αλκ. Στάγκος (Έμπορος) και Χαρ. Μανούσης (Δημοσιογράφος). Και ενώ στα χωριά της σερραϊκής περιφέρειας περιοδεύουν αυτές τις μέρες τα μέλη της αποστολής των ξένων παρατηρητών, οι λεγόμενες «κουκουβάγιες», οι αριστερές σερραϊκές εφημερίδες δημοσιεύουν οδηγίες προς τους εαμικούς αντιπροσώπους σχετικά με τις απαντήσεις που θα πρέπει να δίνουν αυτοί και τα συγκεκριμένα στοιχεία που θα πρέπει να καταθέτουν στους ξένους παρατηρητές. Ταυτόχρονα δημοσιεύονται καταστάσεις με... νεκρούς ψηφοφόρους που όμως, σύμφωνα με τις καταγγελίες τους, θα είναι... μέλλοντες ψηφοφόροι! στις εκλογές της 31ης Μαρτίου. Στις 20 Μαρτίου οι καλλιτέχνες Γ. Ρώης, Διονυσία Ρώη και Κ. Ντίνος δίνουν στο «Κρόνιον» θεατρική παράσταση υπέρ των μαθητικών συσσιτίων και στις 31 Μαρτίου γίνονται σε όλη τη χώρα οι πρώτες εκλογές ύστερα από δέκα χρόνια με το σύστημα της απλής αναλογικής. Από αυτές απέχουν κυρίως το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, καθώς και οι περισσότεροι Δημοκρατικοί (Γ. Καφαντάρης, Γ. Καρτάλης, Ι. Σοφιανόπουλος), ενώ παίρνουν μέρος εκτός από το κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Σοφούλη, οι Αγροτικοί και δύο τοπικοί συνδυασμοί στην Κρήτη, η βασιλόφρων δεξιά καθώς και η Εθνική Πολιτική Ένωση υπό τους Σοφοκλή Βενιζέλο, Γεώργιο Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλο. 

Στις 29 Απριλίου 1947, μια μεγάλη πυρκαγιά στον κινηματογράφο «Πάνθεον» θα αποτεφρώσει την ελληνική ταινία «Η Μαρίνα» και θα προκαλέσει ζημιές εκατομμυρίων. Λίγο αργότερα θα ιδρυθεί ο μουσικογυμναστικός σύλλογος «Πανσερραϊκός», που κάνει έναρξη των δραστηριοτήτων του με την«επίκαιρον» επιθεώρηση «Περασμένα Μεγαλεία», σε μουσική διασκευή και διεύθυνση Λυκούργου Θεοδωρίδη και καλλιτεχνική διεύθυνση Γιάννη Αγγελίδη.

Ετικέτες

Πόλεμος & Κατοχή

 

 

Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος


Το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου οι Σερραίοι θα ξυπνήσουν με τον οξύ και εφιαλτικό ήχο της σειρήνας, που θα τους προειδοποιεί για την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Στη μέχρι τότε ξέγνοιαστη και ήσυχη πόλη θα δημιουργηθεί μια ιδιαίτερα ζωηρή κίνηση καθώς μικροί και μεγάλοι θα ξεχυθούν από τα βαθιά χαράματα στους δρόμους, προκειμένου να πληροφορηθούν τα πολεμικά γεγονότα που έχουν κιόλας αρχίσει να τρέχουν. Όλοι όσοι στρατεύονται διαβάζουν από τις διάφορες προκηρύξεις και τις ανακοινώσεις, που έχουν κιόλας τοιχοκολληθεί στους δρόμους, τους τόπους κατάταξής τους ενώ οι περισσότερες σερραϊκές εφημερίδες δεν κυκλοφορούν παρά μόνο ένα μικρό μονόφυλλο τυπωμένο από τη μια του μεριά, ως έκτακτο παράρτημα από την "Πρόοδο". Το παράρτημα αυτό, που κυκλοφορεί στις 10 το πρωί, περιέχει την προκήρυξη του μεράρχου Μάρκου τη σχετική με τη γενική επιστράτευση, καθώς και νουθεσίες για ψυχραιμία και συμμόρφωση των κατοίκων "...προς τας διαταγάς και οδηγίας των στρατιωτικών αρχών". 

Στις 4 Νοεμβρίου 1940 (με την υπ' αριθ. πρωτ. 42 «διεύθυνσις δικαστική»), ο στρατιωτικός διοικητής Σερρών υποστράτηγος Βασίλειος Κρυστάλλης απαγορεύει τη λειτουργία των κινηματογράφων και παντός άλλου κέντρου διασκέδασης ύστερα από τις 10 το βράδυ. Ταυτόχρονα ορίζονται με ανακοίνωση της «παθητικής αεράμυνας» τα σπίτια και τα καταλύματα που θα είναι καταφύγια σε περιπτώσεις συναγερμού, στα οποία και απαγορευόταν το κάπνισμα. 

Στην ανακοίνωση, που την υπογράφει ο διοικητής της Δημ. Δουκάκης, ως τέτοια αναφέρονται: 1) Το καταφύγιο του καφενείου Αίγλη 2) Του Δημαρχιακού μεγάρου 3) Το ζαχαροπλαστείο Χριστοδούλου 4) Το Διοικητήριο 5) Η νέα κλινική Ζαχαρόπουλου και 6) Οι κινηματογράφοι «Πάνθεον» και «Κρόνιον». Σε ορισμένα σημεία της πόλης έχουν ανοιχτεί και ορύγματα ενώ γίνονται υποδείξεις στους πολίτες να ανοίξουν ορύγματα και στις αυλές των κατοικιών τους «εφ' όσον υπάρχει απόστασις τουλάχιστον 10 μέτρων από της οικοδομής και εις ανοικτούς χώρους πλησίον των οικιών των». Η έναρξη και η λήξη των συναγερμών θα δίνεται "υπό τριών σειρήνων ευρισκομένων εις επίκαιρα μέρη της πόλεως και διά του κώδωνος της Ακροπόλεως. Η έναρξις του συναγερμού θα δίδεται διά ηχήσεως ήτις θα διαρκεί επί εν και ήμισυ λεπτόν με διακοπή, η δε λήξις τούτου θα δίδεται διά ηχήσεως διαρκείας τριών λεπτών". Με ανακοινώσεις δίνονταν από τις πρώτες κιόλας μέρες της κηρύξεως του πολέμου και άλλες «οδηγίες». Με αυτές απαγορευόταν τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες να περιφέρονται άσκοπα στην πόλη. 

Σταματούσαν έτσι οι βόλτες των μεγάλων και τα ατελείωτα παιχνίδια των μικρών στους δρόμους και τις αλάνες και η πολιτεία έπαιρνε τη σκυθρωπή πολεμική της μορφή. Στις 17 του ίδιου μήνα στη μοναδική εφημερίδα, το «Σερραϊκόν Βήμα», που εξακολουθεί να κυκλοφορεί κατά τακτά χρονικά διαστήματα, διαβάζουμε: «Το "Κρόνιον" λειτουργεί κανονικώς", ενώ συνεχίζονται οι έρανοι για την «Πυτζάμα των τραυματιών μας» και γίνεται έκκληση σε όσους Σερραίους έχουν και μπορούν, να προσφέρουν μπαστούνια για τους τραυματίες μας». 

Είχε περάσει κιόλας το πρώτο «μούδιασμα» και οι νίκες των φαντάρων μας γίνονταν αντικείμενο συζήτησης και υπερηφάνειας από σπίτι σε σπίτι για όσους είχαν μείνει πίσω στα μετόπισθεν. Πολλοί από τους κατοίκους ξημεροβραδιάζονταν στα ραδιόφωνα της εποχής, στην προσπάθειά τους να έχουν μια πληρέστερη αντίληψη για το τι ακριβώς συνέβαινε ή προσπαθούσαν μέσα από τις εφημερίδες να πληροφορηθούν όσα λάβαιναν χώρα. Έτσι οι νίκες γιορτάζονταν με ηχηρές κωδωνοκρουσίες, λειτουργίες και παρακλήσεις του κλήρου. Σύλλογοι και σωματεία που κατάφεραν να μη διαλυθούν από την απουσία όσων είχαν στρατευθεί, φρόντιζαν για εράνους, συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης καθώς και για επισκέψεις στους πρώτους κιόλας τραυματίες που κατέφταναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο, δηλαδή στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται το 3ο γυμνάσιο στις υπώρειες του Κουλά. Λίγο πιο πάνω από αυτό, στην κορυφή του λόφου, σε μια ειδική σιδεροκατασκευή, κάτι σαν έναν μικρό πύργο του 'Αιφελ, θα δεσπόζει η τεράστια σειρήνα, έτοιμη ν' αρχίσει το εφιαλτικό της ουρλιαχτό, ξεσηκώνοντας τους ανθρώπους και κάνοντάς τους να τρέχουν αλλόφρονες στους δρόμους. Μέσα όμως απ' όλα αυτά η ζωή θα συνεχιστεί στους κανονικούς της ρυθμούς, οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας θα έρχονται όπως πάντα σε καθημερινή βάση με πρωτοσέλιδα τα νέα του πολέμου και εντυπωσιακό φωτογραφικό υλικό από τις νίκες των φαντάρων μας και κάπου-κάπου θα περνάνε μερικοί θεατρικοί σχηματισμοί που θα προσπαθούν να εμψυχώνουν τα λεγόμενα μετόπισθεν με έργα, όπως εκείνο το «Ψηλά στο μέτωπο», μια οπερέτα που παίζεται στον "Ορφέα" με τους Τούλα Δράκου, Νάκο Μιτσούκο - Παπαγεωργίου, Πέρσα Βλάχου, Πόπη Χάρμα, Σεσίλια, Ζάκα, Ζησιμόπουλο και Καπάτο Τα βράδια θα σβήνουν νωρίς τα φώτα ή θα κλείνονται καλά οι χαραμάδες από τα παράθυρα για να αποφεύγονται τυχόν φωτεινές διαρροές και πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες της στρατιωτικής διοίκησης, ο κόσμος θα επιμένει να ακούει πολύ ραδιόφωνο και θα περιμένει με αγωνία την εξέλιξη του πολέμου.

Το πρωί της 1ης Ιανουαρίου 1941 και με την ευκαιρία του καινούργιου χρόνου σε όλες σχεδόν τις εκκλησίες της πόλης που θα πλημμυρίσουν από κόσμο, θα διαβαστεί η εξής αυτοσχέδια προσευχή:

"Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί.

Η αυτοσχέδιος αυτή Προσευχή εγράφη δια την σημερινήν κατάστασιν μας. Ο στρατός μάχεται υπέρ πίστεως και Πατρίδος και υπέρ της ελευθερίας μας και ημείς ας τον βοηθήσωμεν δια της θερμής μας προσευχής και να παρακαλέσωμεν τον Πανάγαθον Θεόν με την καρδιά μας να μας ελευθερώση από τον εχθρόν μας όσον το δυνατόν γρηγορότερον από αυτόν τον καταστρεπτικώτατον πόλεμον.

Γένοιτο.

Εν Σέρραις τη 1η Ιανουαρίου 1941"


Οι Σερραίοι, όπως και όλοι οι Έλληνες, θα υποδεχτούν με ελπίδες το 1941, ενώ τα σύννεφα πάνω από τα Βαλκάνια ολοένα και θα πυκνώνουν. Από τις19 Δεκεμβρίου φτάνουν κιόλας στη γειτονική Βουλγαρία οι πρώτοι γερμανοί τεχνικοί και «περιηγητές». Η Σόφια και η Βάρνα γίνονται κέντρα της γερμανικής κατασκοπείας και από τα μέσα του Ιανουαρίου σημειώνονται και αφίξεις στρατιωτικών γερμανικών μονάδων «με πολιτικήν περιβολήν ιδίως αεροπόρων και αλεξιπτωτιστών». 

Από το Φεβρουάριο και σύμφωνα με το σχέδιο «Μαρίτα», όπως ονομάσθηκε το σχέδιο της γερμανικής επίθεσης κατά της Ελλάδας που εκπόνησαν οι επιτελικοί του Χίτλερ, όλοι οι βουλγάρικοι δρόμοι που οδηγούν στα ελληνικά σύνορα διαπλατύνονται ενώ ενισχύονται οι γέφυρες προκειμένου να αντέξουν το πέρασμα των βαρέων γερμανικών οχημάτων που καταφτάνουν πια ανοιχτά στη Βουλγαρία ύστερα από την επίσημή της προσχώρηση στο τριμερές σύμφωνο του Άξονα, που το σχετικό του έγγραφο υπογράφεται στο ανάκτορο Μπελβεντέρε της Βιέννης στη 1 Μαρτίου 1941. Ως αντάλλαγμα γι' αυτή την προσχώρηση παραχωρείται στη Βουλγαρία η γιουγκοσλαβική και η ελληνική Μακεδονία, η ελληνική Θράκη καθώς και η ρουμανική Δοβρουτσά. Η υπόσχεση της παραχώρησης γίνεται με επιστολή που δίνει στον τότε βούλγαρο πρωθυπουργό Φίλωφ ο γερμανός υπουργός των εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ. 

Όλα αυτά βέβαια δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστά την ίδια στιγμή, τουλάχιστον στον πολύ κόσμο. Προς το παρόν, ο ελληνικός λαός χαιρετίζει με άφατη χαρά και συγκίνηση για μια ακόμη φορά τις νίκες των φαντάρων του στη Βόρειο 'Ήπειρο, που τσακίζουν τη λεγόμενη "εαρινή επίθεση" των Ιταλών και τους τρέπουν σε φυγή χωρίς σταματημό. Όσοι όμως αυτές τις μέρες μπορούν και παρακολουθούν τα ξένα δελτία ειδήσεων μαθαίνουν πως, σχεδόν με την προσχώρηση της Βουλγαρίας στον Άξονα, οι γερμανικές μηχανοκίνητες φάλαγγες των γερμανών στρατηγών Λιστ και Κλάιστ μπαίνουν με ταχύτητα αστραπής στο βουλγαρικό έδαφος και από εκεί θα συνεχίσουν τη ραγδαία τους κάθοδο μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα όπου και θα στρατοπεδεύσουν σε θέση αναμονής. Από το ύψος των οχυρών του Ρούπελ οι Έλληνες αξιωματικοί και οι λιγοστοί φαντάροι που τα υπερασπίζονται θα μπορούν να παρακολουθούν με τις πολεμικές τους διόπτρες κάτω από τον αστραφτερό ανοιξιάτικο ήλιο τις επιθεωρήσεις των γερμανικών σχηματισμών μάχης και τους γερμανούς οδηγούς να ζεσταίνουν πάλι και πάλι τις μηχανές των τεράστιων «πάντσερ» τους, που θα έχουν τις φονικές τους κάνες στραμμένες προς την Ελλάδα. 

Η γερμανική επίθεση κατά των οχυρών εκδηλώθηκε το χάραμα της 6ης Απριλίου, ταυτόχρονα με την επίδοση τελεσιγράφου προς την ελληνική κυβέρνηση από μέρους της Γερμανίας. Αλλά, παρά το βιβλικό πυρ, τα οχυρά αντιστάθηκαν στη σιδερόφραχτη γερμανική λαίλαπα που ερχόταν κατά κύματα εναντίον τους μέσα σε σύννεφα πυκνού καπνού και βροχή από οβίδες. Τα άρματα μάχης εφορμούσαν οργώνοντας τις ανθισμένες πλαγιές και τα αδιάβατα μονοπάτια για να ανατραπούν ή να αχρηστευθούν την επόμενη κιόλας στιγμή. Επίλεκτα σώματα στρατού και ειδικά τμήματα αφοσιωμένα μέχρι θανάτου στο Χίτλερ αποδεκατίζονταν και αναγκάζονταν σε αιματηρή οπισθοχώρηση. Ο ορυμαγδός της μάχης απλωνόταν και σκορπούσε τον τρόμο σ' ολόκληρο το σερραϊκό κάμπο. Πελιδνοί και με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια οι κάτοικοι των κοντινών χωριών άκουγαν τον εφιαλτικό συριγμό των αεροπλάνων, που εφορμούσαν κάθετα, άδειαζαν το θανατηφόρο τους φορτίο στις κορυφές των οχυρών κι ύστερα έφευγαν ανοίγοντας σαν μια τεράστια βεντάλια θανάτου στο γαλάζιο στερέωμα και πάνω από τα νερά του Στρυμόνα, για να ξαναγυρίσουν στα οχυρά και πάλι πολυβολώντας τους ηρωικούς τους μαχητές, που τα υπεράσπιζαν με νύχια και δόντια. Στην πραγματικότητα και με τη σκληρή γλώσσα των αριθμών, οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν εναντίον των δεκαεννιά συνολικά τόπων θυσίας, όπως κατέληξαν να γίνουν τα οχυρά με το συνολικό αριθμό των 8.300 υπερασπιστών τους, περισσότερα από 800 στούκας που τα οδηγούσαν έμπειροι, σκληροτράχηλοι και αποφασισμένοι γερμανοί πιλότοι. Την ατμόσφαιρα και το κλίμα της μάχης που μαινόταν από τα βαθιά χαράματα στις κορυφογραμμές του Ρούπελ, δίνουν τα ελληνικά πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας:

"Από της 5.15 ώρας της σήμερον ο εν Βουλγαρία γερμανικός στρατός προσέβαλλεν απροκλήτως τα ημέτερα στρατεύματα της ελληνικής μεθορίου. Αι δυνάμεις μας αμύνονται του πατρίου εδάφους.... Ισχυραί γερμανικαί δυνάμεις, εφοδιασμέναι με τα πλέον σύγχρονα πολεμικά μέσα, με υποστήριξιν αρμάτων, αφθόνου βαρέος πυροβολικού και πολυαρίθμου αεροπορίας, προσέβαλον από της πρωίας της σήμερον επανειλημμένως τας θέσεις μας, ων αμύνονται μόνον ελληνικαί δυνάμεις λίαν περιωρισμέναι. Καθ' όλην την ημέραν διεξήχθη σφοδρότατος αγών εις τας κυριωτέρας ζώνας της παραμεθορίου προς Βουλγαρίαν περιοχής ιδιαιτέρως δε εις την περιοχήν Μπέλες και την κοιλάδα του Στρυμόνος...". 

Στις 9 Απριλίου και ενώ η τιτανομαχία στα οχυρά, συνεχιζόταν, τα μηχανοκίνητα και τα τανκς της στρατιάς του στρατάρχη Λιστ, αφού κατηφόρισαν με ταχύτητα από τη Στρώμνιτσα και τη Γευγελή, βρέθηκαν στα νώτα των Ελλήνων και στις 08.00 τα άρματα της 2ης βαριάς θωρακισμένης μεραρχίας με διοικητή τον αντιστράτηγο Φον Φάιφελ κομμάτιαζαν την ησυχία του ανοιξιάτικου πρωινού με το δαιμονικό θόρυβο των μηχανών τους και έμπαιναν στη Θεσσαλονίκη. Τα μεσάνυχτα της 9 προς 10 Απριλίου και ύστερα από διαταγή του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου, που στάλθηκε από το μεσημέρι της 8/4/1941 στο τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, σταματούσαν οι εχθροπραξίες σε όλο το μέτωπο του Αξιού. Από το βράδυ της 8ης Απριλίου, όταν έγινε γνωστό ότι οι Γερμανοί βρίσκονται κιόλας έξω από τη Θεσσαλονίκη, δόθηκε η διαταγή να εγκαταλείψει την πόλη των Σερρών και η ελληνική στρατιωτική διοίκηση. 

Συγκλονιστικές πληροφορίες μας δίνει γι' αυτήν την τελευταία νύχτα ο τότε δεσπότης Σερρών Κωνσταντίνος μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου του:"...Μεταβάς εις το παρά την Μητρόπολιν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον ευρίσκω τα πάντα εν αναστατώσει και τον κ. Καντάν Γενικόν Αρχίατρον. Ούτος μοι λέγει εν ταραχή αυτολεξεί "Γρήγορα εν στρώμα, εν εφάπλωμα, εν προσκέφαλον, μίαν τσάνταν και τίποτε άλλο ". "Τι τρέχει; " τον λέγω. Έξαλλος απαντά: "Φεύγομεν προς το Τζάγεζι και γρήγορα με όλους τους δικούς σου...': 'Αι, είπον, και όταν το πρωί ξυπνήσουν οι Χριστιανοί μου και ερωτήσουν πού είναι ο Δεσπότης και δεν με εύρουν εδώ τι θα σκεφθούν δι' εμέ; ". "Αυτό που κάμεις απαντά είναι ανοησία, πήγανε εις την Στρατιωτικήν Διοίκησιν, εκεί είναι και ο Νομάρχης" υπονοών, ότι έχει γνώσιν η Στρατιωτική Διοίκησις της προτάσεώς του να φύγω μετ' αυτών. Εγώ κατευθύνθην εκεί. Εις τον πρώτον θάλαμον εύρον τον Νομάρχην, ον ηρώτησα αν έχη οδηγίας, να φύγη και επl τη αρνητική απαντήσει του είπον αυτώ, μόλις εξημερώση να πάρη όσους θα μείνουν δημοσiους υπαλλήλους και να έλθουν εις την Μητρόπολιν, όπου και θα στεγασθούν. Ούτω εισέρχομαι εις το Γραφείον του Επιτελάρχου Συνταγματάρχου κ. Πρωτοπούλου. Ο Στρατιωτικός Διοικητής Υποστράτηγος κ. Δημ. Μητσόπουλος είχεν αναχωρήσει προηγουμένως. Παρά τω κ. Πρωτοπούλω ευρίσκοντο οι Διευθυνταί των Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής και Αγροτικής έντρομοι ζητούντες μέσον προς αναχώρησιν. 0 κ. Πρωτόπουλος αποτεινόμενος εις εμέ ερωτήσαντα είπε: "Σεβασμιώτατε οι κ.κ. Διευθυνταί λέγουν ότι έχουν οδηγiας εκ των κέντρων των να φύγουν. Σεις τι θα κάμετε; ". "Εγώ είμαι Αρχιερεύς και θα κάμω ό,τι καθορίζει η ιδιότης μου. Δεν θα επιτρέψω να ξυπνήσουν το πρωί οι Χριστιανοί μου και μη εύρουν τον Αρχιερέαν των... 

...Την πρωίαν όσοι απέμειναν εκ των Δημοσlων υπαλλήλων και τινές πολίται συνεκεντρώθησαν εις την Ιεράν Μητρόπολιν όπου εκαλέσαμεν και τους εναπομείναντας χωροφύλακας και τους παρεκαλέσαμεν να κρατήσουν την τάξιν και το έπραξαν. Μόνον εις Σέρρας εξ όλων των Μακεδονικών πόλεων ετηρήθη απολύτως η τάξις...». 

Στις 12 Απριλίου έγινε γνωστό ότι τα βουλγαρικά στρατεύματα άρχισαν κιόλας να μπαίνουν στην Αν. Μακεδονία και τη Θράκη και την επομένη στη Σόφια και σε ολόκληρη τη Βουλγαρία έγιναν δοξολογίες «επί τη απελευθερώσει της Μακεδονίας, της Θράκης και των δυτικών επαρχιών» ενώ οι βουλγάρικες εφημερίδες των ημερών εκείνων μιλούσαν για δεσμά του σερβικού και του ελληνικού λαού που τώρα πια έσπασαν και "οι υποδουλωμένοι λαοi της Μακεδονiας και της Θράκης υποδέχονται μετ' ενθουσιασμού τον ελευθερωτήν γερμανικόν στρατόν, όστις προ εικοσαετίας ήτο πάλιν αδελφός των Βουλγάρων εν όπλοις...". 

Και τότε ένα τρομακτικό κύμα φυγής θα σαρώσει την πόλη των Σερρών. Ατελείωτες σειρές ανθρώπων διέσχιζαν τους δρόμους και τα μονοπάτια που θα τους οδηγούσαν μακριά από τα μέρη εκείνα που είχαν παραδοθεί στη βουλγαρική επικυριαρχία παρά τις δηλώσεις του γερμανού στρατιωτικού διοικητή, που διαβεβαίωνε περί του αντιθέτου τον έλληνα στρατηγό Μπακόπουλο στη Δράμα. Άλλοι αναχωρούσαν με αυτοκίνητα, άλλοι έφευγαν με τα πόδια στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν ελεύθερα όσα από τα γνώριμα περάσματα του ποταμού Στρυμόνα ήξεραν, άλλοι έφταναν μέχρι τη θάλασσα κι από εκεί με καΐκια και βάρκες προσπαθούσαν να περάσουν προς τα νησιά του Αιγαίου κι άλλοι στοιβάζονταν με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν μαζί τους στα βαγόνια της τελευταίας αμαξοστοιχίας, που θα έφευγε στις 10 το πρωί της l2ης Απριλίου από το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη. Είχαν κιόλας πληροφορηθεί πως όπου να 'ναι θα έμπαινε για μια ακόμη φορά στα Σέρρας ο βουλγαρικός στρατός και είχαν καταληφθεί από πανικό. Εξάλλου, ιδιαίτερα νωπές εξακολουθούσαν να είναι οι δύο δυσβάστακτες βουλγάρικες κατοχές του 1912-13 και του 1916-18 και τα αιματηρά και οδυνηρά τους αποτελέσματα. Σε όλες τις γέφυρες πάνω από τον ποταμό Στρυμόνα είχαν κιόλας εγκατασταθεί γερμανικές φρουρές που επέτρεπαν όμως ακόμη τη διέλευση των προσφύγων προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης. "Ούτω διεπεραιώθησαν πέραν του ποταμού δικαστικοί, δικηγόροι κ.λ.π.", θα γράψει στο ημερολόγιό του ο Κωνσταντίνος.

Στην πραγματικότητα, οι Γερμανοί είχαν επιτρέψει στους Βουλγάρους να μπουν στην Ελληνική Μακεδονία και εν ονόματι δήθεν της «τήρησης της ασφάλειας και της τάξης» να καταλάβουν ολόκληρη την περιοχή ανατολικά του Στρυμόνα εκτός από μια λωρίδα γης κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων, έκτασης 2.800 τετρ. χλμ., που με διοικητική πρωτεύουσα το Διδυμότειχο θα παρέμεινε υπό γερμανική κατοχή. Τους δινόταν έτσι η δυνατότητα να προχωρήσουν σε έναν πραγματικό αφελληνισμό και σε μια ανεξέλεγκτη γενοκτονία των κατοίκων της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, που όμοιά της δεν θα είχε γνωρίσει ποτέ ο τόπος. Κιόλας κυβέρνηση, τύπος και λαός μιλούσαν «περί απελευθερώσεως των Ελλήνων Μακεδόνων και Θρακών και των εγκατεστημένων από εικοσιπενταετίας εις την Θράκην και την Μακεδονίαν Ελλήνων της Σμύρνης, του Πόντου και του Καυκάσου "αδελφών των" από τον ελληνικόν ζυγό».

Το πρωί της 9ης Απριλίου είχε μπει στα Σέρρας πάνω σε ποδήλατο ο πρώτος γερμανός στρατιώτης, για να τον ακολουθήσουν σε λίγο και άλλοι πολλοί Έλληνες τραυματίες και στρατιώτες που οπισθοχωρούσαν και είχαν πλημμυρίσει την πόλη συγκεντρώθηκαν από τους Γερμανούς και κλείστηκαν σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο. Για κείνη τη μέρα ο Δεσπότης Σερρών σημειώνει:

«...Διέταξα τον κ. Παπαδόπουλον, Δήμαρχον, να εγκαταλείψη την Δημαρχίαν και εγκατέστησαν εν αυτή τον ιατρόν κ. Γεωργιάδην γερμανόπληκτον. Ο Στρατιωτικός Διοικητής εγκατεστάθη εις την οικίαν του κ. Γ. Κούζα επίσης γερμανοπλήκτου».

Ύστερα, πάνω από την τρομαγμένη πόλη και τους ανθρώπους της, θα πέσει μια παράξενη ηρεμία. Οι Σερραίοι θα περνάνε από τους γνώριμους δρόμους της αγαπημένης τους πολιτείας και κάπου-κάπου θα σταματάνε να διαβάσουν στα ελληνικά τις πρώτες τεράστιες γερμανικές ανακοινώσεις, που έχουν τοιχοκολληθεί στα πιο κεντρικά της σημεία: «Έλληνες, ημείς οι γερμανοί στρατιώται ερχόμεθα όχι ως εχθροί σας. Κανένας άλλος λαός δεν αγαπά και δεν θαυμάζει τόσον την μεγάλην ιστορίαν σας και τον πολιτισμόν σας, όσον ο γερμανικός. Ημείς τιμώμεν και σεβόμεθα τον ηρωϊσμόν σας. Αι συμπάθειαί μας προς σας είναι πάντα αι ίδιαι ως τότε, ότε προ πλέον από 100 χρόνων γερμανικά τάγματα εις την σειράν των αγωνιστών της ελευθερίας Σας επολέμησαν και ένας γερμανός βασιλόπαις, ο υπό σας εκλεχθείς νέος βασιλεύς των Ελλήνων Όθων, ίδρυσεν την κρατικήν βάσιν της ελευθερωθείσης χώρας σας. Όχι ως εχθροί ερχόμεθα ημείς, Έλληνες, αλλά διά να κατανικώμεν την Αγγλίαν, η οποία Σας παρεκίνησεν εις αυτόν τον παράλογον πόλεμον κατά ημών, αναγκάζοντάς σας να παραχωρήσετε εις αυτήν στρατιωτικά στηρίγματα. Όταν η δύναμις της Αγγλίας θα είναι αφανισμένη, τότε και σεις θα είσθε ένας ελεύθερος, ευτυχής λαός εις μίαν ελευθέραν, ευτυχή Ευρώπην». 

Είναι η πρώτη γραμμένη στα ελληνικά και στα γερμανικά ανακοίνωση που διαβάζουν σκεπτικοί οι Σερραίοι εκείνο το θαμπό πρωινό της 9ης Απριλίου έξω από το καφενείο «Κρόνιον» και κουνούν θλιβερά το κεφάλι τους. Κιόλας στους δρόμους αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πρώτοι γερμανοί στρατιώτες, αλλά όλοι περιμένουν με τρόμο να δουν κάποια στιγμή να ξεπροβάλουν στην είσοδο της πόλης οι πρώτες λαδοπράσινες βουλγάρικες στολές. Γι' αυτό και οι αμέσως επόμενες μέρες θα είναι μέρες αναμονής και έκδηλης αγωνίας για τους κατοίκους. 

Στις 22 Απριλίου 1941 ο βουλγαρικός στρατός θα περάσει τη συνοριακή γέφυρα της Κούλας, θα μπει στο ελληνικό έδαφος και την ίδια μέρα θα φτάσει στο Σιδηρόκαστρο. Εκεί ο επικεφαλής του θα διατάξει τον έλληνα Μητροπολίτη Βασίλειο να αναχωρήσει αμέσως για τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα θα συνεχίσει την πορεία του «δια της δημοσίας οδού Σιδηροκάστρου» και στις 23 Απριλίου 1941 θα μπει στην έρημη σχεδόν πόλη των Σερρών από την κεντρική οδό Βενιζέλου με μια κάπως ...«φιλική διάθεση»! Και αυτή τη δήθεν «φιλική» τους διάθεση θα προσπαθήσει να τονίσει και ο ίδιος ο βασιλιάς τους, ο Βόρις, ύστερα από μερικές μέρες όταν θα επισκεφτεί τη γειτονική πόλη της Δράμας: "Οι Βούλγαροι έρχονται στα μέρη αυτά να ζήσουν με τους Έλληνες σαν φίλοι", θα πει εκείνο το θλιβερό απόγευμα της 30ης Απριλίου για να διαψευσθεί όμως τις αμέσως επόμενες μέρες κατά τρόπο τραγικό...

Βουλγαρική κατοχή

Με την είσοδο των Βουλγάρων για τρίτη φορά στην πόλη των Σερρών θα αλλάξει ριζικά για μια ακόμη φορά η ζωή των κατοίκων της. Στις 5 Μαΐου ο Διοικητής του στρατού κατοχής των Νομών Σερρών και Δράμας, συνταγματάρχης Μαντσούκωφ, ειδοποιούσε με ειδική διαταγή τους κατοίκους των περιοχών «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» για για παρακάτω:

«Αριθ. Διαταγής 7/3755

Συμφώνως της ως άνω διαταγής της 3 τρέχοντος του μηνός 1941 του Διοικητού των Βουλγαρικών Στρατιωτικών Αρχών Κατοχής Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης από σήμερον 5 Μαϊου 1941 εγκαθίσταται ολοκλήρως η Βουλγαρική και Πολιτική κατοχή άνωθεν της Γραμμής Δοξάτου, ποταμός Αγγίτης, Σταθμός Αγγίστης (εκτός), Τσιφλίκ, Μπάνιτσα, χωρίον Κεφαλάρι, χωρίον Κωνσταντινιά και χωρίον Κρώμνη. Η ίδια Διοίκησις έρχεται επ' ονόματι του ιστορικού δικαίου της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της τάξεως όλων των κατοίκων της περιφερείας ταύτης. Φωτεινόν μέλλον αναμένει όλους τους κατοίκους της ισχυράς και ηνωμένης Βουλγαρίας. Καλώ τους κατοίκους της κατεχομένης ζώνης να είναι εις γνώσιν και ολοκλήρως να συμμορφωθούν εις τας κάτωθι διατάξεις:

1ον) Από σήμερον αι Πολιτικαί και διοικητικαί αρχαί αναλαμβάνουν τα καθήκοντά των.

2ον) Από σήμερον η επίσημος ομιλουμένη και γραφομένη γλώσσα εις όλας τας Δημοσίας υπηρεσίας και παντού θα είναι η βουλγαρική....».

Ακολουθούσαν είκοσι απαγορευτικές διατάξεις με τις οποίες καθορίζονταν οι οικονομικές συναλλαγές των ανθρώπων, η συμπεριφορά και γενικά οτρόπος ζωής τους, ενώ βαρύτατες θα ήταν οι κυρώσεις σε περίπτωση που κάποιος θα παρέβαινε μια από αυτές. Οι διατάξεις συμπεριλάμβαναν και τις περιπτώσεις εκείνες των βιαιοπραγιών και σαμποτάζ που θα τιμωρούνταν αυστηρότατα. Περισσότερο όμως σκληρές θα ήταν οι "επί μέρους" βουλγαρικές διαταγές που θα κολλούνταν κάθε τόσο στους τοίχους, στα δημόσια καταστήματα, στις πλατείες και στα κεντρικά περάσματα. Μια από αυτές ήθελε την αναγραφή στη βουλγαρική γλώσσα όλων των επιγραφών των καταστημάτων και των δημοσίων ή ιδιωτικών γραφείων μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ημερών. Φαίνεται όμως πως τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά τουλάχιστον από την άποψη της ...καλλιτεχνίας των πινακίδων ή ότι υπήρξε κάποια δυσφορία και καθυστέρηση στην εφαρμογή της διαταγής από μέρους των Σερραίων, γιατί στις 26 Μαΐου τοιχοκολλούνταν η υπ' αριθ. 7 καινούρια και μάλιστα σε σκληρότερη γλώσσα διαταγή, σύμφωνα με την οποία και αφού γινόταν μια σχετική αναφορά στην προγενέστερη, διατάσσονταν«...όπως όλαι αι επιγραφαί να είναι γραμμέναι με καλήν εμφάνισιν και εις ανάλογον μέγεθος προς την τοποθεσίαν του Καταστήματος ή Γραφείου. Τα ονόματα των καταστηματαρχών επίσης δέον να είναι γραμμένα εις την Βουλγαρικήν γλώσσαν, ήτοι ονόματα και επώνυμα να φέρουν Βουλγαρικάς καταλήξεις ως Νικόλα Βασίλεφ και ουχί Νικολάου Βασιλειάδου. Δεν είναι δυνατή η ανάρτησις οιασδήποτε επιγραφής αν δεν προηγηθή έγκρισις παρά της επισήμου Επιτροπής της Δημαρχίας. Η μη εφαρμογή της διαταγής ταύτης θα συνεπάγεται πρόστιμον και κλείσιμον του Καταστήματος».

Ταυτόχρονα σχεδόν με τις πιο πάνω κοινοποιήσεις, οι Βούλγαροι κατακτητές απαγορεύουν την κυκλοφορία σε όλους τους κατοίκους πέρα από τη δύση του ήλιου, διατάζουν η θεία λειτουργία στις πόλεις και στα χωριά να γίνεται στη βουλγαρική γλώσσα, να μνημονεύονται οι βασιλιάδες της Βουλγαρίας και να αναρτηθεί στα γραφεία της Ιεράς Μητρόπολης Σερρών καθώς και στα γραφεία των Εκκλησιαστικών Επιτροπών η εικόνα του βασιλιά των Βουλγάρων Βόρι. Ύστερα αλλάζουν τις ονομασίες των κεντρικότερων οδών και πλατειών καθώς και τις ονομασίες των εκκλησιών, δίνοντας διάφορα δικά τους ονόματα. Για παράδειγμα, η σημερινή εμπορική οδός Ερμού μετονομάζεται σε οδό Μπενίτο Μουσολίνι, η Πλατεία Ελευθερίας σε πλατεία πρίγκιπα Συμεών Τερνόφσκι, η κεντρική οδός Μεραρχίας Σερρών σε οδό Βόριδος του Α' και η ιερά μητρόπολη των Μεγάλων Ταξιαρχών σε μητρόπολη των Μεγάλων Αρχαγγέλων. Στους υπόλοιπους δρόμους αντικαθιστούν τα μέχρι τότε ονόματά τους με αριθμούς. Όσες από τις ελληνικές εκκλησίες δε μπορούν να λειτουργήσουν γιατί οι ιερείς τους δεν ξέρουν βουλγαρικά ή δεν βρίσκεται τελικά κάποιος βούλγαρος ιερέας, κλειδώνονται και τα κλειδιά παραδίνονται στις κατά τόπους βουλγαρικές αρχές. Σε όσες θα επιμείνουν στη λειτουργία τους, σβήνονται τα ελληνικά ονόματα των αγίων και προστίθεται σ' αυτά ένα «εφ» ή ένα «ωφ». Πολλοί κάτοικοι θα πηγαίνουν κάθε Κυριακή πρωί για να παρακολουθήσουν τη θεία λειτουργία στο διπλανό Νεοχώρι, αφού μόνο στην εκεί εκκλησία θα γίνεται αυτή στην ελληνική γλώσσα. Από τα περίπτερα και τα καπνοπωλεία θα πωλούνται μόνο βουλγάρικα τσιγάρα ευτελούς ποιότητας που φέρουν την ονομασία «Πομπένα» (Νίκη). Στη συνέχεια όλοι οι κάτοικοι αναγκάζονται να αλλάξουν τις ταυτότητέςτους που έχουν διαφορετικό χρώμα από τις βουλγάρικες, ενώ τους απαγορεύεται να αγοράζουν οτιδήποτε με χρήματα. Κυκλοφορούν έτσι τα θρυλικάκουπόνια που η χρήση τους απαγορεύεται εφ' όσον οι κάτοχοί τους θα είναι Έλληνες στα διάφορα βουλγάρικα πρατήρια και "συνεταιριστικά κέντρα" που ανοίγουν στην πόλη και σε όλες τις κωμοπόλεις, ενώ η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος περνάει στη βουλγάρικη τραπεζική αρμοδιότητα και ονομάζεται "Μπαλγκρόσκια Ναρόντια Μπάνκα». Για την έκτακτη "ενημέρωση" των κατοίκων της πόλης των Σερρών θα χτυπάει σε όλα σχεδόν τα χρόνια της κατοχής ένα τύμπανο («μπαραμπάνι»), από κάποιο βούλγαρο, μπροστά στο καφενείο της "Αίγλη" και στη συνέχεια ο τυμπανιστής θα προβαίνει στη σχετική «ενημέρωση». 

Τα πράγματα στα χωριά της περιφέρειας είναι ακόμη πιο άγρια και σκληρά. Εκτός από την κατάργηση των μέχρι τότε ελληνικών κοινοτικών αρχών, κατάσχονται πολλά από τα καλύτερα σπίτια των χωρικών και παραδίνονται σε βουλγαρικές οικογένειες που έρχονται ως ...έποικοι! από το εσωτερικό της Βουλγαρίας. Βούλγαροι χωροφύλακες, αλλά και αγροφύλακες που υποτίθεται ότι θα αποτελούν τα όργανα του νόμου και της αγροτικής ασφάλειας και βούλγαροι δικαστές αντικαθιστούν τους Έλληνες. Κάθε έννοια περί προστασίας του οικογενειακού ασύλου καταργείται «διά της ανά πάσαν ώραν της ημέρας και της νυκτός ενέργειας κατ' οίκον ερευνών υπό το πρόσχημα της ανακαλύψεως δήθεν κεκρυμμένων όπλων και πολεμοφοδίων εν τη πραγματικότητι όμως με σκοπόν και αποτέλεσμα την διαρπαγήν και την λεηλασίαν καθώς επίσης την τρομοκράτησιν του πληθυσμού...». Ταυτόχρονα οι περιουσίες όλων όσων είχαν προλάβει κι είχαν φύγει θεωρήθηκαν «αδέσποτες» και δημεύτηκαν μέσα από τη δυσβάστακτη φορολογία που αντιπροσώπευε το 1/2 της όλης αξίας, κινητής και ακινήτου, των περιουσιακών τους στοιχείων. Το μέτρο εφαρμόστηκε και για ένα μεγάλο επίσης αριθμό Ελλήνων που παρέμειναν στον τόπο τους. 

Ακόμη η βουλγάρικη γλώσσα θα μπει ως υποχρεωτική σε όλα τα ελληνικά σχολεία. Τα περισσότερα ελληνόπουλα θα αναγκαστούν έτσι να διακόψουν την παραπέρα εκπαίδευσή τους, ενώ όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα πλημμυρίσουν από βούλγαρους υπάλληλους, που κατά κύματα θα συνεχίζουν να καταφτάνουν στα Σέρρας. Όλα τα επίσημα έγγραφα θα συντάσσονται πλέον στη βουλγαρική γλώσσα. Η κατάσταση θα δημιουργήσει καινούριες και μεγάλες δουλειές για τους βούλγαρους δικηγόρους, που ανοίγουν δικά τους δικηγορικά γραφεία. Στη σερραϊκή αγορά έρχονται τα πάνω κάτω. Για να δουλέψει μια ελληνική επιχείρηση ή ένα εμπορικό κατάστημα, εκτός από τη βουλγάρικη επιγραφή και την εκβουλγαροποίηση του ονόματός του, ο έλληνας ιδιοκτήτης είναι υποχρεωμένος να προσλάβει κι έναν βούλγαρο συνεταίρο και να μοιράζεται μαζί του τα τυχόν κέρδη, όχι όμως και τα έξοδα. Μέσα από αυτόν τον αναγκαστικό συνεταιρισμό θα επιχειρηθεί τελικά με διάφορα μέσα η αναγκαστική αποχώρηση από την επιχείρηση του πραγματικού της ιδιοκτήτη. 

Κάθε τι το ελληνικό αρχίζει έτσι και γίνεται παρελθόν, ενώ απελαύνεται το πνευματικό και το επιστημονικό δυναμικό, δηλαδή όλοι σχεδόν οι μορφωμένοι της εποχής. Καθημερινά έρχονται και κυκλοφορούν οι βουλγάρικες εφημερίδες, καθώς και όλα τα έντυπα του κατακτητή και σε λίγο θα κυκλοφορήσει και η εβδομαδιαία εφημερίδα «Βουλγάρικος Νότος» που θα τυπώνεται στα κατασχεμένα τυπογραφεία της ελληνικής εφημερίδας «Η Πρόοδος». Το κατάστημα στη γωνία Μεραρχίας και σημερινής οδού Δ. Σολωμού μετατρέπεται σε πρακτορείο βουλγάρικων εφημερίδων και περιοδικών. Στην πρόσοψή του όσοι θέλουν μπορούν να διαβάσουν στη βουλγάρικη γλώσσα τα θριαμβευτικά για τους Γερμανούς και τους άλλους σύμμαχους των Βουλγάρων «νέα» του πολέμου. 

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που δημιουργείται σχεδόν από την πρώτη κιόλας μέρα της κατοχής είναι η έλλειψη τροφίμων. Όλα τα είδη πρώτης ανάγκης, αρχής γενομένης από το ψωμί, θα αγοράζονται με τα κουπόνια που θα χορηγεί η βουλγάρικη διοίκηση, ανάλογα με το πόσα άτομα αποτελούν την κάθε σερραϊκή οικογένεια. Κάθε οικογένεια θα δικαιούται μία οκά κρέας το μήνα και κατά τη μέρα της διανομής του θα γίνεται το σώσε! Πολλές φορές μερικά από αυτού του είδους τα ανταλλάγματα της ανθρώπινης επιβίωσης θα είναι ιδιαίτερα πικρά και εθνικά ταπεινωτικά για τις φτωχότερες και τις πλέον υποβαθμισμένες τάξεις των ανθρώπων. Θα ανθίσει έτσι στους αμέσως επόμενους μήνες και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν η μαύρη αγοράγια ένα σωρό είδη, που όμως θα την υποθάλπουν, αλλά και θα την καλλιεργούν οι ίδιοι οι Βούλγαροι, αφήνοντας μερικά από τα πλέον δυσεύρετα τρόφιμα να διαρρέουν μέσα από δικούς τους ανθρώπους. Συλλέγουν έτσι όσα από τα πλέον πολύτιμα αντικείμενα πρόλαβαν να κρύψουν μερικοί από τους κατοίκους και κυρίως κοσμήματα και χρυσές λίρες, με τα οποία θα προσπαθήσουν να κερδίσουν την επιβίωση της οικογένειάς τους. Η μαύρη αγορά γίνεται παντού, αλλά ως κεντρικός χώρος διεξαγωγής της υπήρξε η περιοχή της σημερινής πλατείας Εμπορίου, που ήταν περισσότερο γνωστή ως "Ταμπάχανα". 

Στη συνέχεια καθιερώνεται καθημερινή συγκοινωνία με τρένο για την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, τη Σόφια, και ύστερα γίνεται προσπάθεια να καθιερωθούν ορισμένες βουλγάρικες γιορτές, όπως εκείνη της ...απελευθέρωσης των Σερρών, που οι κατακτητές τη γιορτάζουν μέσα στο Μάρτιο με επισημότητα, παράτες, παρελάσεις, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και δεξιώσεις στο Δημαρχείο ή στο μέγαρο της Νομαρχίας. Άλλη γιορτή που θα τιμήσουν με ιδιαίτερη επισημότητα οι βούλγαροι κατακτητές είναι εκείνη του Αγίου Γεωργίου, η "Γιορτή της Ανδρείας", καθώς κι εκείνη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Θα πάρει έτσι η ζωή των ανθρώπων έναν παράξενο, θλιβερό και μελαγχολικό ρυθμό. Οι μέρες ξαφνικά θα μεγαλώσουν και θα γίνουν αβάσταχτες, οι εβδομάδες θα γίνουν πολύ μακριές και οι μήνες σχεδόν ατελείωτοι. O φωτισμός στα σπίτια θα είναι περιορισμένος, η κατοχή και το διάβασμα ελληνικών βιβλίων θα απαγορεύονται αυστηρά και με ποινές ιδιαίτερα σκληρές και εξοντωτικές και μόνη διέξοδος θα είναι κάποιος περίπατος μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης τα πρωινά της Κυριακής και το καφενείο, όπου όμως ο μοσχοβολιστός καφές έχει αντικατασταθεί από ένα μαυροζούμι κατώτερης ποιότητας. 

Η πολιτιστική κίνηση και διασκέδαση θα φτάσουν σε μηδενικό σημείο. Ο κινηματογράφος «Κρόνιον» θα παραχωρηθεί σε έναν νεοϊδρυμένο βουλγάρικο φιλανθρωπικό-πολιτιστικό σύλλογο, που έχει την ονομασία «Ντίμτσιο Ντεμπελιάνωφ», ονομασία που δανείζεται και στον κινηματογράφο. Ταυτόχρονα ιδρύεται ομώνυμη βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, βουλγάρικη αστική λέσχη και σύλλογοι επαγγελματιών που θα παίρνουν μέρος σε γιορτές και παρελάσεις. Μέσα απ' όλα αυτά οι Βούλγαροι θα προσπαθήσουν να διοργανώσουν ορισμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είναι μια προσπάθεια ενταγμένη στο γενικότερο πρόγραμμα κάποιας εσωτερικής προπαγάνδας «παραπολιτισμού», μιας και το πρόγραμμα αποικισμού που πάνω του οι βούλγαροι κατακτητές είχαν στηρίξει πολλά από τα όνειρά τους για άλωση του χώρου και της ψυχής των Ελλήνων δεν είχε φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μια ευκαιρία, θα λέγαμε, να παρουσιαστούν μέσα από αυτές στα μάτια των Ελλήνων η δήθεν ψυχική και πνευματική καλλιέργεια των βουλγαρικών κοινωνικών τάξεων. Από το πρόγραμμα των ταινιών αμέσως θα αποκλειστούν όλες οι εγγλέζικες κι όταν αργότερα θα μπει και η Αμερική στον πόλεμο, θα απαγορευτούν και όλες οι αμερικάνικες ταινίες, για να συνεχίσουν οι προβολές του με γαλλικές, γερμανικές, ουγγρικές και βουλγάρικες τις οποίες θα φέρνουν από τη Σόφια. Υπεύθυνος για το πρόγραμμα των ταινιών ήταν ο βούλγαρος γυμνασιάρχης Ποπ Ιλίεφ και για μηχανικός του κινηματογράφου θα επιστρατευθεί ο έλληνας Τρύφων Πολυβακίδης. Στην αίθουσά του γίνονταν και άλλες μουσικοκαλλιτεχνικές εκδηλώσεις, που τις παρακολουθούσαν κυρίως οι βούλγαροι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως το κοντσέρτο του Χρήστο Ζλάτωφ στις 25 Μαρτίου του 1942. Ο άλλος χειμερινός κινηματογράφος, το "Πάνθεον", είχε μετονομασθεί σε "Σαν Στέφανο" σε ανάμνηση της συνθήκης του 1878, την εφαρμογή της οποίας η Βουλγαρία πάντα ονειρευόταν, αφού μ' αυτήν θα έφτανε μέχρι τη θάλασσα του Αιγαίου. Από τους τρεις «προπολεμικούς» συνεταίρους του «Πάνθεον» δεν είχε πλέον απομείνει κανείς στην πόλη. Όμως και παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, οι κινηματογράφοι θα συνεχίσουν λίγο πολύ να διασκεδάζουν τους ανθρώπους. Οι προβολές για τους Έλληνες θα είναι μόνο απογευματινές (λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας) και οι βραδινές για τους Βουλγάρους. 

Τα χρόνια είναι δύσκολα, τα προβλήματα είναι πια ζωής και θανάτου και οι άνθρωποι σκεπτικοί και φοβισμένοι. Ιδιαίτερα για το δικό μας χώρο, που η κατοχή ήταν απείρως πιο βαριά, ο βούλγαρος κατακτητής ιδιαίτερα σκληρός, εκδικητικός και ανελέητος και ο χρόνος πέτρινος, που δε θα λεει να κυλήσει με τίποτα. Οι μέρες που ακολουθούν είναι βαρυφορτωμένες με αίμα. Οι Βούλγαροι καίνε και θύουν χωρίς κανέναν φραγμό και έλεος στην προσπάθειά τους να εκβουλγαρίσουν τον τόπο. Τα βουλγάρικα πολυβόλα που είναι στημένα στις γέφυρες του Στρυμόνα δουλεύουν ακατάπαυτα και τα πτώματα των ανθρώπων που θα επιχειρήσουν να περάσουν "πέρα μεριά" θα επιπλέουν σωρηδόν στην επιφάνεια του νερού. Του κάκου, η επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών που συστήθηκε στην Αθήνα προς τα τέλη Μαΐου του 1941 θα διαμαρτύρεται με «μακρόν υπόμνημά» της προς τους πληρεξουσίους του Ράιχ και της Ιταλίας «επί της κατοχής ελληνικών επαρχιών εν Μακεδονία και Θράκη υπό της Βουλγαρίας». Από τον Ιούνιο του 1941 μέχρι τον Ιούλιο του 1943 η επιτροπή είχε υποβάλει στους Γερμανούς και στους Ιταλούς αντιπροσώπους 26 συνολικά διαμαρτυρίες για τη συμπεριφορά των Βουλγάρων «υπερασπίζοντας βήμα προς βήμα τα δίκαια του τυραννουμένου ελληνικού πληθυσμού». Οι διαμαρτυρίες αυτές στέλνονταν ταυτόχρονα και στο διεθνή Ερυθρό Σταυρό. 

Από τις πλέον σπουδαίες διαμαρτυρίες ήταν αυτές από τον Οκτώβριο μέχρι και το Δεκέμβριο του 1941, που κατάγγειλαν "την πολιτική της βίαιης ξερίζωσης του ελληνικού πληθυσμού που οι βούλγαροι είχαν συστηματικά αρχίσει να εφαρμόζουν στις επαρχίες μας" μέσα από τις συγκεκριμένες πράξεις θανάτου. Είναι οι μέρες που ακολούθησαν τα γνωστά ως «Τα γεγονότα της Δράμας» και που έδωσαν την ευκαιρία και τη δυνατότητα στους Βουλγάρους να περάσουν "δια στόματος μαχαίρας" τους ελληνικούς πληθυσμούς της Αν. Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας στην επιχείρησή τους αυτή πυροβολικό, αεροπλάνα, πολυβόλα "και περισσότερο απ' όλα το φονικότερο όπλο, τους κομιτατζήδες", γράφει ο Α. Ι. Σβώλος. Επί μέρες οι στρατιώτες του Βόρι θα καίνε, θα βιάζουν, θα σκοτώνουν και θα ερημώνουν ανενόχλητοι. Οι ομαδικές σφαγές, τα φρικιαστικά εγκλήματα και η εφιαλτική τρομοκρατία θα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά ενός ματωμένου φθινοπώρου για τους κατοίκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Μόνο εκεί προς τα μέσα του Νοεμβρίου και ύστερα από αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες των διαφόρων οργανισμών, θα συγκινηθούν κάπως οι γερμανικές αρχές και θα στείλουν μία επιτροπή αξιωματικών που "θα μείνει κατάπληκτος από τα βουλγαρικά εγκλήματα και τας κακούργας μεθόδους που εφηρμόσθησαν δια την εξόντωσιν 700.000 Ελλήνων"!


Η «υπό την βίαν των όπλων» απέλαση του δεσπότη Σερρών Κωνσταντίνου 

Οι Βούλγαροι ζήτησαν από τον τότε δεσπότη Κωνσταντίνο να είναι έτοιμος για την αναχώρησή του από την πόλη των Σερρών την Τετάρτη, 4 Ιουνίου, στις 4 το απόγευμα. Είχαν προηγηθεί «άγριες κόντρες» ανάμεσα στον έλληνα αρχιερέα και στο διοικητή της βουλγάρικης Ασφάλειας ΣερρώνΒοδένο Τσάρεφ, καθώς και με το στρατιωτικό διοικητή της πόλης Μαγιόρ Τύρνεφ. Λίγο πριν την αναχώρησή του, ο Κωνσταντίνος κάλεσε το γιατρόΠρόκο, που ήταν άριστος γνώστης της γερμανικής γλώσσας, και μαζί του συνέταξε μια πλήρη και λεπτομερή έκθεση για όλα όσα είχαν προηγηθεί, δηλαδή «της ασκηθείσης επ' αυτού πιέσεως προς λήψιν υπογραφής και εκδίωξίν του και ότι επιθυμεί να μείνη εις Σέρρας εν τω μέσω του ποιμνίου του, να εκτελή τα θρησκευτικά του καθήκοντα». Την έκθεση αυτή με τον Γεώργιο Μαυραντζά, ο Δεσπότης την παρέδωσε στο μοναδικό Γερμανό που εξακολουθούσε να παραμένει στην πόλη των Σερρών, που όμως τον συμβούλεψε «ότι θεωρεί προτιμώτερον να συμμορφωθή προς τας διαταγάς και αργότερον θα εξητάζετο υπό των γερμανών η υπόθεσίς του». Στις 4 μ.μ. ακριβώς, ο βούλγαρος διοικητής της Ασφάλειας έφτασε με δύο βούλγαρους χωροφύλακες κι ένα αυτοκίνητο για να παραλάβουν το Δεσπότη, ο οποίος για μια ακόμη φορά αρνήθηκε να αναχωρήσει. Περισσότερες λεπτομέρειες γι' αυτήν την τελευταία άρνηση του Δεσπότη Σερρών να αναχωρήσει από την πόλη του, μας δίνει ο συγγραφέας Γ. Μαλατάκης: 

«...Ούτω έφθασεν η ορισθείσα ημέρα και ώρα, καθ' ην ο ΒούλγαροςΔιοικητής της Ασφαλείας μετά δύο χωροφυλάκων διέταξε να επιβή αυτοκινήτου προς αναχώρησιν. Αντέταξε άρνησιν λέγων "δεν φεύγω" και τούτο ενώπιον πολλών παρευρεθέντων. Τότε ήρξατο νέον υβρεολόγιον μεταξύ των δύο, κατά την διάρκειαν του οποίου ούτος προέβη εις απειλήν σύρων το περίστροφόν του. Εκ των παρευρισκομένων γυναικών ήρξαντο τινες να κλαίουν και όλοι ομού να παρακαλούν να συμμορφωθή προς αποφυγήν του χείρονος. Προ της επιμονής των εδήλωσεν εις τον Διοικητήν ότι θα έφευγε την επιούσαν, πάντοτε ελπίζων να καταφθάση διαταγή τις εξ Αθηνών. O βούλγαρος εδέχθη και την 8ην πρωινήν της Πέμπτης στρατός πολύς εις πυκνήν συστοιχίαν από της Μητροπόλεως μέχρι του τέρματος της πόλεως παρετάχθη, αμέτρητοι χωροφύλακες άλλοι εντός και παρά τη Μητροπόλει και άλλοι κωλύοντες εξ ημίσεος χιλιομέτρου πάσαν προσέγγισιν εις την Μητρόπολιν, επλαισίωναν την ορισθείσαν απέλασίν τσυ. Εξερχόμενος της Μητροπόλεως ύψωσε τας χείρας του προς τον ουρανόν και ηυχήθη να φυλάττη ο Θεός τους χριστιανούς του, να συντρίψη τελικώς τους επιδρομείς και διά της επανόδου του να λήξη η ταλαιπωρία της Μητροπόλεως και του ποιμνίου του και ανεχώρησε συνοδευόμενος μέχρι της γεφύρας του Στρυμόνος υπό ενός βουλγάρου αστυνόμου. Επί της γεφύρας διεβεβαίωσε τον ερωτήσαντα αστυνόμον ότι θα είναι εις την γειτονίαν των εις Νιγρίταν, τα κηρύγματά του θα τα ακούουν, η πνοή του θα είναι αισθητή εις αυτούς, εδήλωσε διά τινός βαρείας φράσεως την προς αυτόν και το Έθνος των αποστροφή του και διήλθε την γέφυραν εις το γερμανοκρατούμενον έδαφος...».

Εθνική αντίσταση

 Το ξεκίνημα της Εθνικής μας Αντίστασης και οι πρώτοι καπετάνιοι του αγώνα

Σχεδόν ταυτόχρονα με την είσοδο των κατακτητών στη χώρα μας θα αρχίσει και ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων. Έτσι τον Αύγουστο κιόλας του 1941, θα κάνει την εμφάνισή της η πρώτη οργανωμένη ελληνική αντάρτικη ομάδα στο βουνό Κερδύλιο με την ονομασία «Οδυσσέας Ανδρούτσος» με αρχηγό τον Στέργιο Μουδιώτη και λίγο αργότερα το δάσκαλο Θανάση Γκένιο (Λασσάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο. Η πρώτη συνδυασμένη επιχείρηση, που θα πρέπει να έβαλε σε σκέψεις τους Γερμανούς, ήταν αυτή της 27ης Σεπτεμβρίου, όταν οι αντάρτες των Κερδυλίων, πιάνοντας τους έλληνες χωροφύλακες κυριολεκτικά στον ύπνο, κατάφεραν να πάρουν από τον αστυνομικό σταθμό της Ευκαρπίας αρκετό οπλισμό, σκοτώνοντας έναν από αυτούς, το Μανόλη Ασβεστάκη. Οι αντάρτες πριν αποχωρήσουν, σύμφωνα με προσωπική διήγηση του γιατρού Φίλιππου Φυλακτού που αργότερα υπηρέτησε στον Ε.Λ.Α.Σ. και στον Δ.Σ σκόρπισαν προκηρύξεις που άρχιζαν με το γνωστό τραγούδι των κλεφτών του '21:

"Μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω, 

θα πάρω δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια...". 

Ταυτόχρονα, μια άλλη ομάδα με αρχηγό τον Μπογατσόπουλο, αφού αιφνιδίασε τους χωροφύλακες στο σταθμό της Μαυροθάλασσας, άνοιξε τις εκεί αποθήκες τροφίμων και μοίρασε τρόφιμα στους φτωχούς κατοίκους, ενώ μια τρίτη πήγε στο Αηδονοχώρι και από τις εκεί εγκαταστάσεις της ΕΤΥΕΜ φόρτωσε σε ζώα και πήρε μαζί της διάφορα υλικά και εργαλεία. Την επομένη έφτασαν στην περιοχή οι Γερμανοί. Έξω από το Αηδονοχώρι σκότωσαν έναν βοσκό και προέβησαν σε συγκέντρωση των κατοίκων της Μαυροθάλασσας, σκοτώνοντας έναν που πήγε να κρυφτεί. 

Ύστερα από την ενέργειά τους αυτή οι αντάρτες εξέλεξαν παμψηφεί ως αρχηγό τους το Λασσάνη, δίνοντας την ονομασία «Οδυσσέας Ανδρούτσος» στην αντάρτικη ομάδα τους. Οι μικροεπιχειρήσεις και οι εμφανίσεις των ανταρτών στην περιοχή άρχισαν να παίρνουν πολύ γρήγορα τη μορφή ενός πλατύτερου ξεσηκωμού. Στα μέσα περίπου του Σεπτεμβρίου, καμιά πενηνταριά αντάρτες του Λασσάνη, αφού μπήκαν στο χωριό Δάφνη και αφόπλισαν τους πέντε χωροφύλακες του εκεί Σταθμού, χτύπησαν τις καμπάνες και συγκέντρωσαν τον κόσμο στην πλατεία, προς τον οποίο και μίλησε o Λασσάνης για τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του αντάρτικου. Την επομένη της αντάρτικης επιχείρησης, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους κατοίκους της Δάφνης και πήραν μαζί τους 17 άτομα. 

Ύστερα από αυτό, η ομάδα του «Οδυσσέα Ανδρούτσου» χωρίστηκε στα δυο. Το ένα της τμήμα χτυπήθηκε από τους Γερμανούς στις 5 Οκτωβρίου και διαλύθηκε, ενώ ο αρχηγός της, ο Στέργιος Μουδιώτης, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Σχεδόν ταυτόχρονα, οι Γερμανοί χτύπησαν και τη δεύτερη αντάρτικη ομάδα που με αρχηγό το Λασσάνη είχε λημεριάσει στο «Καρά Μπουνάρ». Μετά από σύντομη μάχη οι Γερμανοί έπιασαν δύο αντάρτες, τραυμάτισαν έναν τρίτο και στη συνέχεια σκότωσαν δύο ανύποπτους ξυλοκόπους. Ύστερα από αυτό, πολλοί από τους αντάρτες σκόρπισαν. Ο Λασσάνης, λέει, πως ακολούθησαν μέρες πολύ σκληρές: 

«... Ήμασταν μόνιμα υπό καταδίωξη. Στις 26 Οκτωβρίου 1941 φύγαμε και πήγαμε στα υψώματα Νεοχωρίου της περιοχής Χαλκιδικής όπου και πάλι προδοθήκαμε και στις 27 Νοεμβρίου μας επιτέθηκαν Γερμανοί και χωροφύλακες. Έτσι αναγκαστήκαμε να φύγουμε στο Σοχό. Ήμασταν πια σε πολύ άσχημη κατάσταση. Κάθε απόπειρα της οργάνωσης να μας τροφοδοτήσει αποτύχαινε...». 

Η πείνα, το κυνήγι των Γερμανών, η προδοσία, οι κακουχίες και το χιόνι που αρχίζει να πέφτει, αφανίζουν τους αντάρτες. Ο λιμός σαρώνει την Ελλάδα και ο τρόμος, ύστερα μάλιστα κι από το κίνημα της Δράμας που πνίγηκε στο αίμα και τις εκτελέσεις στα Κερδύλια, σφίγγει σα θανατερός βρόχος τις ψυχές των ανθρώπων. Σχεδόν ταυτόχρονα ένας άλλος έλληνας αξιωματικός, ο σερραίος ταγματάρχης του πυροβολικού Βασίλης Μερκουρίου, είχε συγκροτήσει στις αρχές Σεπτεμβρίου στην ορεινή περιοχή της Ποντοκερασιάς την αντιστασιακή ομάδα "Ελευθερία" με δύναμη δέκα αντρών. 

Στις 19 Οκτωβρίου η αντάρτικη ομάδα του Μερκουρίου θα στήσει ενέδρα στο 64ο χιλιόμετρο του δρόμου Θεσσαλονίκης-Σερρών και θα χτυπήσει ένα γερμανικό καμιόνι, σκοτώνοντας δύο γερμανούς και τραυματίζοντας έναν άλλο. Οι Γερμανοί με προκήρυξή τους δίνουν 300.000 σε όποιον θα καταδώσει τους δράστες του φόνου των Γερμανών και ταυτόχρονα το απόγευμα της επομένης κρεμούν μπροστά στο κοινοτικό κατάστημα του Καλόκαστρου και παρουσία των κατοίκων 10 πατριώτες, που είχαν φέρει δεμένους με συρματόσχοινο μέσα σε μια κλούβα από τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης ένας από τους καταδικασμένους κατάφερε να βγάλει τη θηλιά από το λαιμό του και να το σκάσει κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των εκτελεστών του. Τα σώματα των απαγχονισμένων έμειναν στην κρεμάλα τρεις μέρες, σύμφωνα με διαταγή των Γερμανών και στη συνέχεια τάφηκαν μερίμνη του προέδρου της κοινότητας σε κοινό τάφο, στην αυλή της εκκλησίας. Ύστερα οι Γερμανοί θα συνέχιζαν να σαρώνουν όλα τα χωριά της περιφέρειας καίγοντας, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας.

Η θυσία των Κερδυλλίων

17 Οκτωβρίου 1941: Ραψωδία θανάτου στα Κερδύλια

Μερικές μέρες πριν και συγκεκριμένα στις 2 Οκτωβρίου, γερμανοί στρατιώτες θα κυκλώσουν τα δύο χωριά Πάνω και Κάτω Κερδύλλια και αφού θα κάνουν εξονυχιστικές έρευνες και ανακρίσεις, θα φύγουν. Στις 12 Οκτωβρίου οι Γερμανοί θα ξανανεβούν στα ίδια χωριά και αφού συγκεντρώσουν όλους τους κατοίκους στην πλατεία και τους ανακρίνουν για δεύτερη φορά, τελικά θα ξαναφύγουν, αφού όμως κάψουν προηγουμένως μερικά σπίτια, παίρνοντας μαζί τους για ανακρίσεις στο Σταυρό όλους σχεδόν τους άντρες των δύο χωριών και συλλαμβάνοντας τον γιατρό της Ευκαρπίας Φ. Φυλακτό με αφορμή το επεισόδιο του Κίκυρα. Λεει o γιατρός των Κερδυλλίων Φ. Φυλακτός γι' αυτή τους τη μεταφορά:

«... Από την Ευκαρπία με ένα φορτηγό με. μετέφεραν στο φρουραρχείο του Σταυρού. Προηγουμένως, όμως, περνώντας από το «Λιοντάρι της Αμφίπολης» είδα όλη την πλαγιά του βουνού σχεδόν γεμάτη από ανθρώπους, τους οποίους οι Γερμανοί φόρτωναν στα άλλα καμιόνια που μας ακολουθούσαν και τους έπαιρναν μαζί τους. Όταν φτάσαμε στο Σταυρό μας μάντρωσαν στην αυλή του εκεί δημοτικού σχολείου και μας άφησαν να περιμένουμε μέχρι το βράδυ οπότε και μας μετέφεραν σε έναν θάλαμο του σχολείου για να κοιμηθούμε... Την άλλη μέρα μας πήγαν στην εκκλησία του χωριού όπου άρχισαν οι ανακρίσεις... Αργότερα ήρθαν και οι κάτοικοι των Κερδυλίων που θα πρέπει να πω ότι ήταν τουλάχιστον καμιά ογδονταριά χωρίς όμως να ξέρουν γιατί βρίσκονταν εκεί όπως δεν ήξερα και εγώ o ίδιος. Οι ανακρίσεις κράτησαν τρεις-τέσσερις μέρες. Την προτελευταία μέρα, τα μέτρα πίεσης από μέρους των Γερμανών προς τους κρατούμενους άνδρες των Κερδυλίων χαλάρωσαν κι έτσι μπορούσαμε να λέμε καμιά κουβέντα... Τελικά τόσο εγώ όσο και οι Κερδυλιώτες πιστέψαμε ότι η υπόθεση είχε λήξει και δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε τίποτα. Κι έτσι εκείνο το τελευταίο βράδυ πέσαμε να κοιμηθούμε περισσότερο ξέγνοιαστοι. Δίπλα μου κοιμόταν ένας μπακάλης των Κάτω Κερδυλίων που ονομαζόταν Σκόρδας που μου λέει σε μια στιγμή: Γιατρέ έτσι και γλιτώσουμε, οι δυο μας θα πάμε στη Θεσσαλονίκη και θα γλεντήσουμε και ας πάει και το παλιάμπελο! Τόση φρίξη είχε πάρει ο άνθρωπος... Πριν το ξημέρωμα οι Γερμανοί χωρίς να το περιμένει κανένας εισέβαλαν στην αίθουσα τους σχολείου, μας σήκωσαν με φωνές από τον ύπνο και φόρτωσαν όλους τους Κερδυλιώτες σε καμιόνια... ...Αργά προς το σούρουπο τα αυτοκίνητα που είχαν ξεκινήσει με τους Κερδυλιώτες επέστρεψαν άδεια. Προς το βράδυ ήρθε και με πήρε έξω ένας γερμανός αξιωματικός. Εκεί είχε έναν διερμηνέα με τον οποίο και συνεννοούνταν στα γαλλικά. Μόλις με είδε μου είπε: -Σήμερα πήγαμε επάνω στα Κερδύλια, εκτελέσαμε όλους τους κατοίκόυς και κάψαμε τα χωριά!».


-"Θα εκτελεστείς την αυγή.."

Σχεδόν πριν από το ξημέρωμα της Παρασκευής, στις 17 Οκτωβρίου 1941, οι Γερμανοί θα έχουν φτάσει κάτω από συνεχή βροχή στη περιοχή των Κερδυλίων. Δύο λόχοι από ΕΣ-ΕΣ θ' αρχίσουν να σκαρφαλώνουν μέσα από πουρνάρια και νεροσυρμές από το Χάντακα, τους Μπαλαφράδες και το Τσάγεζι. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε άνετος και καλοστρωμένος χωμάτινος δρόμος, οι Γερμανοί σε όλες τους τις επισκέψεις είχαν προτιμήσει τον αιφνιδιασμό κάνοντας την εμφάνισή τους μέσα από μονοπάτια και χαράδρες. Όταν θα φτάσουν στα δύο ήσυχα και αμέριμνα χωριά θα έχει κιόλας ξημερώσει. Είναι ένα άσκημο, μουσκεμένο πρωινό και οι λασπωμένοι δρόμοι του χωριού είναι έρημοι. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Ίσως μερικές οικογένειες να ανησυχούν για τους δικούς τους. Είναι αυτές που οι Γερμανοί πρόλαβαν και πήραν τους άντρες τους πριν μερικές μέρες. Αλλά απλά ανησυχούν. Ούτε που περνάει από το μυαλό τους πως το φάσγανο του θανάτου έχει για τα καλά. σημαδέψει το χωριό, το σπίτι, τους ανθρώπους τους. Ύστερα τα πάντα τρέχουν με κινηματογραφική ταχύτητα. Οι Γερμανοί σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν αγριεμένοι στα σπίτια, ξυπνούν τους ανθρώπους, τραβούν τους άντρες από τα κρεβάτια, αρπάζουν τα κάπως μεγάλα παιδιά. Δεν ακούγεται τίποτα άλλο πια εκτός από κραυγές και οιμωγές πόνου. Τους άντρες και τα κάπως μεγαλωμένα παιδιά τα οδηγούν μέσα από τους λασπωμένους δρόμους εκεί που έχουν μαντρώσει από πριν και όσους είχαν φέρει μαζί τους από το Σταυρό. Όλοι αρχίζουν και καταλαβαίνουν τη φριχτή πραγματικότητα.

Για την τελική πράξη του δράματος έχουν επιλεγεί δύο διαφορετικοί τόποι θυσίας, ένας για το κάθε χωριό. Η μία ομάδα των μελλοθάνατων δεν βλέπει και δεν ακούει την άλλη. Τα χωριά απέχουν το ένα από το άλλο μερικές εκατοντάδες μέτρα, σχεδόν κοντά στο χιλιόμετρο. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες σπρώχνονται προς την αντίθετη κατεύθυνση, απομακρύνονται από τους τόπους των εκτελέσεων. Μαζί τους βρίσκονται ο παπάς, ο δάσκαλος και ένας δασικός υπάλληλος, ο Νίκος Ευθυμίου. Οι γυναίκες έχουν κιόλας ψυχανεμιστεί το μεγάλο κακό. Κλαίνε, τραβάνε τα μαλλιά τους, σκίζουν με βουβό σπαραγμό τα μάγουλά τους. Τα ματώνουν. Οι Γερμανοί έχουν στήσει σε κάθε επιλεγμένο τόπο θυσίας τρία πολυβόλα. Φροντίζουν τα πυρά τους να 'ναι διασταυρωμένα, να μην γλιτώσει κανείς, να μην ξεφύγει η ζωή από το θανατερό τους φίλημα. Από τη μάζωξη του επάνω χωριού θα ξεχωρίσουν κάποιο παιδί που τους φάνηκε κάπως μικρό και θα το στείλουν πίσω με τα άλλα γυναικόπαιδα, για να ζήσει αλλά και για να θυμάται. Όμως υπάρχουν κι άλλα παιδιά που πρόλαβαν κάπως και μεγάλωσαν ή δείχνουν κάτι τέτοιο και που τώρα βαδίζουν προς το θάνατο. Ύστερα, μερικοί γερμανοί στρατιώτες θα αρχίσουν να δένουν τους συγκεντρωμένους. Τους λένε να απλωθούν, όσο τους επιτρέπουν τα σχοινιά, να μη μαζεύονται ένα σωρό, να μη γίνονται ένα κουβάρι, να μη χώνεται ο ένας πίσω από τον άλλο. Όλοι έχουν δει κιόλας τα σκοτεινά στόμια των πολυβόλων, τους σκοπευτές, τις περασμένες κορδέλες με τις σφαίρες. Μερικοί τρέμουν, μερικοί φοβούνται και μερικοί άλλοι θυμούνται πως κάποιον θα πρέπει να αποχαιρετήσουν, κάποιον να ξαναδούν για να του εμπιστευτούν τις τελευταίες τους κουβέντες. Δεν πρόλαβαν να πουν τίποτα στις γυναίκες, στις μάνες, στις αδερφές, να σηκώσουν ψηλά έστω για τελευταία φορά ένα μωρό να τ' αποχαιρετήσουν. Τα σπίτια, τα χωριά τους, το βίος τους είναι κι αυτά λίγο πιο πέρα και άρχισαν κιόλας να καίγονται. Τεράστια μαύρα σύννεφα καπνού παίρνουν τον ανήφορο κατά το μουσκεμένο ουρανό. Και μαζί μ' αυτά και μια κατακόκκινη φωτοβολίδα, σημάδι θανάτου που θα πρέπει να σημάνει την έναρξη του ανθρώπινου θερισμού. Ύστερα τα πολυβόλα σαρώνουν την απροστάτευτη ζωή. Ο τόπος γεμίζει αίματα και κραυγές απόγνωσης μέχρι να έρθει η απόλυτη σιγή και οι φονιάδες να αρχίσουν να τριγυρνούν ανάμεσα στους νεκρούς, τις λάσπες και τα αίματα για να δώσουν τις χαριστικές βολές. Οι περισσότεροι από αυτούς θα λερώσουν και με αίμα τις λασπωμένες μπότες τους. Μετά θα φέρουν τους γέρους να θάψουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους και αυτοί θα καθίσουν στην άκρη να κάνουν τσιγάρο.. 

Στις 2 Νοέμβριου, στις γερμανόφιλες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, θα δει το φως της δημοσιότητας η παρακάτω σχετική με την εκτέλεση των κατοίκων των Κερδυλίων ανακοίνωση της Γερμανικής Διοίκησης:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζομένη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδομένη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσπορισθεί χρηματικά μέσα, την σύλληψν ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι' αυτών τον φόνον γερμανών στρατιωτών. Θέτουσα εις εφαρμογήν το σχέδιόν της συνέλλαβε και αφόπλισε εις την Ευκαρπίαν και Μαυροθάλασσαν έλληνες χωροφύλακες, αφήρεσεν την 10ην Οκτωβρίου δια ληστείας από τον Γρηγόριον Καρακαλιόν εν Ηρακλεία 1000 δρχ. και εδολοφόνησε τον εργάτην τούτου Ιωάννην Κάρκαν. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού με αποτέλεσμα τον φόνο δύο γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ' αυτού τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως».

Ετικέτες